Menu
20 / 01 / 2018 - 10:39 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

siganidis1

Μουσική «υπέρ τής πάντων ενώσεως»
Μια συνέντευξη, ένα ανθολόγημα, μια δημιουργική ακρόαση

Μάλιστα αγαπητοί ακροατές, είναι γενναίοι όμως κλαίνε.

 

«Τα λόγια, τα λόγια» επισήμαινε με αγωνία ο Σιγανίδης στις συναυλίες του, από μικροφώνου, απευθυνόμενος στους υπεύθυνους για τον ήχο, και όλα αυτά εν ώρα εργασίας, δηλαδή παίζοντας κοντραμπάσο ή ηλεκτρική κιθάρα στο κατάμεστο six d.o.g.s τον Απρίλιο που μας πέρασε, ή στη γεμάτη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Και συμπλήρωνε, «Δεν ακούμε καλά τα ποιήματα», ενώ οι υπόλοιποι μουσικοί συνέχιζαν να παίζουν ορεξάτα εξίσου ακάθεκτοι και το κοινό φαινόταν να καταλαβαίνει πολύ καλά τη ζωτική σημασία των, ενσωματωμένων στα μουσικά κομμάτια, απαγγελιών. Πολλές στιγμές, ενθουσιαζόμουν τόσο πολύ με αυτή την «έμφαση στον λόγο» από την πλευρά του συνθέτη –έμφαση που δεν την βρίσκουμε καθόλου αυτονόητη στη σύγχρονη ελληνική μουσική όπου ακόμα και συμπαθέστατες συνθέσεις συναντιούνται με τους πλέον κοινότοπους των στίχων– που έτεινα να θεωρήσω τις αγωνιώδεις υποδείξεις του ως σκοπιμότατο, λειτουργικό κομμάτι της παράστασης. 

Τι λόγια συνιστούν όμως «τον λόγο» ως κεντρικό ζήτημα των εν λόγω μουσικών συνθέσεων; Ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη (Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο;) και άλλων, στίχοι του ίδιου του Σιγανίδη, αυτούσιες ατάκες από τηλεοπτικά σίριαλ (Ελβίρα, τι γυρεύεις στην γκαρσονιέρα του πατέρα μου;) και δελτία ειδήσεων, καθημερινοί διάλογοι, αποσπάσματα και αναφορές σε άλλους μουσικούς και στις μουσικές τους, συνδυάζονται ιδιοφυώς στις συνθέσεις του, εκφράζοντας αναμφίβολα (και) το πνεύμα της εποχής μας. Υπάρχει όμως ένας επιπλέον λόγος που αυτοί οι μουσικο-λογικοί, συχνά αναπάντεχοι, συνδυασμοί αποκτούν ξεχωριστή παρουσία στις ζωντανές εμφανίσεις των ομάδων του: σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, ο Σιγανίδης δίκαια δήλωσε πως εκείνος και οι συνεργάτες του προσπαθούν «να μη φέρνουν το σόλο από το σπίτι». Και πράγματι, ως ακροατές το νιώθουμε κατάσαρκα ανεξαιρέτως στις παραστάσεις τους, ότι τίποτε δεν γίνεται βαριεστημένα, ότι ο Αταράξ, μεσήλικας με παιδικό πρόσωπο, επιτίθεται με χιούμορ τόσο στις βαριεστημένες πενιές όσο και στις βαριεστημένες ακροάσεις – άι στο καλό.

Ο Σιγανίδης δεν είναι μόνο τραγουδοποιός και ποιητής αλλά, με τα λόγια του ποιητή Άντη Ιωαννίδη, είναι και «σαλίγκαρος σιγανός, δυνατός επίσης». Είναι, εκτός από «ρακοσυλλέκτης του λεχθέντος» και «μοντέρ του ομιλούντος χρόνου», το ποίημα το ίδιο επί σκηνής.

της Παυλίνας Μάρβιν

Συνέντευξη: Παυλίνα Μάρβιν, Δανάη Σιώζιου, Ειρήνη Συνοδινού
Κείμενα, επιμέλεια: Παυλίνα Μάρβιν, Ειρήνη Συνοδινού

«Γιούχου!»

O Μιχάλης Σιγανίδης απαντάει στις ερωτήσεις που του έθεσαν η Παυλίνα Μάρβιν, η Δανάη Σιώζιου και η Ειρήνη Συνοδινού. Η συνέντευξη τιτλοφορήθηκε ούτω πως από τον ίδιο τον συνθέτη.

siganidis2

Π.Μ.: Στα τραγούδια σας, εκτός από στίχους δικούς σας, συναντάμε επίσης τον λόγο γνωστών και λιγότερο γνωστών ποιητών: Σαχτούρη, Ασλάνογλου, Καγιάμ, Εμπειρίκου, Κουκούλα, Ελυάρ, Μπέκετ. Ποια είναι η σχέση σας με την ποίηση και τι λέει η εμπειρία σας από τη συνάντηση της τελευταίας με τη μουσική; Ποια είναι, αλήθεια, τα αναγνώσματα που προτιμάτε αυτή την εποχή;

Σχέση σινεφίλ με ημερολόγιο και τραγουδάκια για τους φίλους. Μετά, Ασλάνογλου, Χριστιανόπουλος, Πεντζίκης, Καχτίτσης, Δενέγρης, Τραϊανός και ό,τι έβγαινε απ' τα Τραμάκια του Γιώργου Κάτου. Την είσοδο την χρωστώ στον ποιητή δάσκαλό μου, φιλόλογο, Τάσο Ναούμ που μια μέρα στο γυμνάσιο ρώτησε αν ξέρει κανείς στην τάξη τι είναι ο υπερρεαλισμός και όλοι σήκωσαν το χέρι που ξέρει, έχοντας προσλάβει ιμπεριαλισμό. Μετά, τους απήγγειλε τον Δρόμο του Εμπειρίκου. Επιθυμώ η σχέση της μουσικής με την ποίηση να υπενθυμίζει τον Ιάπωνα ποιητή Μπασό που είχε μπροστά στην πόρτα του καλυβιού του μια ξερή μπανανιά. Θαυμάζω την ελληνική τραγουδοποιία αν και αντιπαθώ εκ κατασκευής –και δικής μου– τη σχέση της ποίησης με τον σοβαροφανή λυρισμό και την αντίληψη prêt-à-porter του λεγόμενου έντεχνου ελληνικού τραγουδιού. Αυτή την εποχή με συντροφεύει το βιβλίο του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη Το Βυζάντιο έχει ρεπό, το Golem 100 του Άλφρεντ Μπέστερ και πολλά ποιήματα και κείμενα στα μπλογκ (ο χορός που δεν χωρώ, αέρα πατέρα, ο δύτης των νιπτήρων, πετεφρής, poema κ.ά.).

ΕΙ.Σ.: Γιατί και πώς ο Σαχτούρης; Η Lyra κυκλοφορεί το 1977 τον δίσκο Ο Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη, τις ηχογραφήσεις του οποίου έχετε χρησιμοποιήσει στη δουλειά σας. Θα θέλατε να σχολιάσετε τη σημασία αυτής της κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία της συνέργειάς σας με τον ποιητή;

Back in 1988, σε κατάσταση ψυχικής συντριβής, παρηγοριέμαι ακούοντας μανιωδώς τον εν λόγω δίσκο, κάπως σαν τους Ψαλμούς του Δαυίδ και παίζω στο κοντραμπάσο, ταυτόχρονα, μερικά θέματα τζαζ φανκ, δικής μου επινοήσεως. Το ελκυστικό του sprechgesang γίνεται τραγούδι. Βρίσκω τη διεύθυνσή του από τον οικογενειακό φίλο, ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, που διέσχιζε πάντα τη Θεσσαλονίκη με βήμα Ντόναλντ Ντακ. Στην είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Μηθύμνης, στην Κυψέλη, συναντώ επιτέλους τον κύριο Σαχτούρη, για να ζητήσω την άδειά του σχετικά με τον δίσκο. Μου λέει: «Χαίρω πολύ. Δεν έχω καμία σχέση με τη μουσική. Γεια σας». Μετά από λίγη ώρα, ξαναγυρνώ. Με υποδέχεται στην πόρτα του διαμερίσματός του: «Περάστε». Σιωπούμε για μισή ώρα. Όταν κυκλοφορεί ο δίσκος Το πρωί και το βράδυ –που είναι ο τίτλος του ποιήματός του, από τη συλλογή Ο περίπατος–, Χριστούγεννα του '91, του πηγαίνω ένα αντίτυπο. Θαυμάζει το εξώφυλλο, με κερνάει Ντιμπλ, μου λέει: «Μοιάζετε με τον Τρακλ». Ενθουσιάζομαι και του προτείνω συναυλίες: «Δε θα' χουμε τη φωνή σας στο μαγνητόφωνο, θα έρχεστε ο Ίδιος να απαγγέλλετε»! Γελάει: «Μα δεν πηγαίνω πουθενά, μόνο στο καφενείο της Φωκίωνος Νέγρη».

Δ.Σ.: Βιβλίο με ποιήματα θα βγάλετε;

Αφού βγάζω δίσκους.

Δ.Σ.: Συνεργάζεστε με διάφορους μουσικούς και κατά τη διάρκεια των συναυλιών εκτός από το λάιβ τρέχουν ταυτόχρονα, ιστορίες και βίντεο, samples και άλλα που τέμνουν τη σύνθεση εικαστικά και ακουστικά. Αυτό είναι ένα παιχνίδι; Και τι άλλο;

Είναι η δουλειά μου. Ένας φίλος με αποκάλεσε ηχοποιό. Ένας άλλος, σαλίγκαρο. Ανήκω στη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων. Θα αφηγηθώ, με κάθε τρόπο. Λέει ένας μουσικός, μετά από συναυλία στο Παράφωνο: «Ωραία παίζετε (τρίο με Ρέλλο, Κανέλο), τι τα θέλεις αυτά;». Τα tapes εννοούσε. Κουβάλαγα ένα μαγνητόφωνο Revox στις ελάχιστες συναυλίες μας, τη δεκαετία του '90. Του λέω: «Χωρίς αυτά, δε βρίσκω κανένα λόγο για να παίζω. Έτσι είναι οι συνθέσεις». Παγώσαμε για πάντα. Παιχνίδι στα σοβαρά. Ξέρετε τη λαϊκή ρήση το 'πε το ποίημα για τον κοιμηθέντα.

ΕΙ.Σ.: Φτιάξτε μια λίστα με αγαπημένους σας δίσκους

Λοιπόν, από μνήμης μια ριξιά:

Musicalisches Opfer (H. Scherchen)

Die Jungen: Random Generators (P. Kowald, B. Philips)

Conference of the Birds (Α. Braxton, S. Rivers, D. Holland, B. Altsull)

Ζωντανή ηχογράφηση στου Βρανά (Μ. Βαμβακάρης, Σ. Παγιουμτζής)

The Basement Τapes (B. Dylan, The Band)

Sex Machine (J. Brown)

HotRats (F. Zappa)

Η εκδίκηση της γυφτιάς (Ν. Ξυδάκης, Μ. Ρασούλης)

White Album (Beatles)

Μεταφοραί - Εκδρομαί ο Μήτσος (Δ. Πουλικάκος)

Blues for Allah (Greatful Dead)

Εγκόλπιο (Α. Ρούσης)

Imaginary Landscapes (J. Cage)

Cantare la Voce (D. Stratos)

O μπάλος (Δ. Σαββόπουλος)

Thick as a Brick (J. Tull)

Ο μεγάλος ερωτικός (Μ. Χατζιδάκις)

Μ' έχει τρελάνει η Φαντασία (Μ. Μενιδιάτης)

Η μαστοράντζα του Ερντεμπίλ (Χειμερινοί Κολυμβητές)

siganidis3

Π.Μ.: Λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες σας εμφανίσεις στην πρωτεύουσα, και τον κόσμο που γέμισε τόσο το six d.o.g.s δύο βράδια όσο και τη μικρή σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, η Αθήνα φαίνεται να σας θέλει πολύ. Εσείς τι αισθήματα τρέφετε γι' αυτήν;

Επαρχιώτικα αισθήματα θαυμασμού και μίσους, παρά τα χρόνια και τη θερμή υποδοχή. Μια ερωτική αποστολή απ' όπου όμως φεύγω, όπως ο Γιάννης Βαρβέρης στο ποίημά του εκείνο, απ' τον γαμιστρώνα-ξενοδοχείο της Ακροπόλεως, άρον άρον.

Δ.Σ.: Στις συναυλίες σας, παρατηρεί κανείς επί σκηνής μία αδιάκοπη προσπάθεια στη βάση του αυτοσχεδιασμού, συμβαίνει μεγάλος κόπος. Μιλήστε μας αν θέλετε λίγο γι' αυτό. Επίσης, είστε πάντα ευχαριστημένος μετά από κάθε συναυλία; Πότε έχει πάει για σας καλά το πράγμα;

Πάει καλά όταν δεν είναι προφανής στο ακροατήριο ο μεγάλος κόπος. Δεν είναι αυτοσχεδιασμοί, αγαπητή μου, προσπαθούμε να αποδώσουμε ζωντανά ένα σύνθετο παζλ, ένα παλίμψηστο που περιέχει βεβαίως αυτοσχεδιασμούς. Είμαστε ζορισμένοι συνήθως γιατί δεν φτάνουν οι πρόβες, αλλά μερικές φορές περνούν ζεστά σπουργίτια στις συναυλίες μας.

Δ.Σ.: Ποια είναι η σχέση σας με το κοινό; Σας ενδιαφέρει τι συμβαίνει από κάτω; Σε όσες συναυλίες σας έχω παρευρεθεί φαίνεται να έχουν μείνει όλοι πολύ ευχαριστημένοι κάθε φορά. Πιστεύετε ότι αυτό που κάνετε είναι προσβάσιμο και στο μη «εξειδικευμένο» στην πειραματική τζαζ κοινό;

Έτσι πιστεύω, ο αφελής, ότι είναι «κανονικά» τραγούδια. Αποδημητικά, λέω, σε σχέση με την αποδόμηση που φορέθηκε πολύ. Οι διαχωρισμοί του μάρκετινγκ με διαόλιζαν από μικρό και υπέρ της των πάντων ενώσεως εργάζομαι, επί ματαίω, φοβάμαι.

ΕΙ.Σ.: Επιστρέφετε σε προηγούμενες δουλειές σας; Εννοώντας αυτές που έχουν ολοκληρωθεί και κυκλοφορήσει. Αν όχι, γιατί; Αν ναι, πώς τις ακούτε, με τι διάθεση; Τι ξεχωρίζετε στη δισκογραφική σας πορεία;

Ακούω κάποιον δίσκο μου ολόκληρο, σαν ενιαία αφήγηση, κάθε δύο-τρία χρόνια και μαγνητίζομαι, όπως τότε, με το πρώτο χνούδι-μουστακάκι της εφηβείας στον καθρέφτη. Ξεχωρίζω το Τραίνο-φάντασμα φίλος.

Δ.Σ.: Βλέπει κανείς ότι ανήκετε σε πολλές μουσικές οικογένειες και συνεργάζεστε σταθερά με μουσικούς και σχήματα. Πώς προσαρμόζεστε στις διαρκείς μεταβάσεις και τι σημαίνει για σας όλη αυτή η κινητικότητα και οι εκλεκτικές συγγένειες; «Είστε θείες»;

«Ναι, θείες»! Είναι τρεις φαμίλιες, όχι περισσότερες, που συνεργάζομαι διά βίου. Οι Χειμερινοί Κολυμβητές, οι Primavera en Salonico και το συγκρότημα με το οποίο παίζω τη μουσική μου, που αλλάζει διαρκώς μέσα στα χρόνια, ονόματα και σύνθεση: Μικρός Αδερφός, 2 έργα 2, Συγκρότημα Λαμπράκη, Φίλοι Μίλτου Σαχτούρη, The Hus band. Αν οι «διαρκείς μεταβάσεις» υπονοούν ένα τζετ λαγκ ταυτοτήτων, ομολογώ πως δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα να προσαρμόζομαι. Πάντως, οι συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους φτιάχνουν τα συγκροτήματα. Αυτό είναι το ουσιώδες.

Π.Μ.: Μαθαίνουμε πως ετοιμάζετε καινούριο δίσκο. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για το υλικό του δίσκου αυτού; Μέσα σε τι ατμόσφαιρα γράφεται; Τι είδους ιστορίες περιλαμβάνει;

Ο καινούριος δίσκος doc fik oh γράφεται σε ατμόσφαιρα συνάψεων, ντοκουμέντων και μουσικής δράσης. Περιλαμβάνει δύο εκτενείς συνθέσεις ερωτικής θεματολογίας (John Smith και Pimlico) και δέκα θεατρικά μονόπρακτα δικά μου, «μελοποιημένα», πάνω στην έννοια της μεταγλώττισης. Έχει, όπως πάντα, πολυάριθμους συντελεστές-μουσικούς και μη. Ετοίμασα τον μισό δίσκο και δουλεύω (;) για τον υπόλοιπο. Τώρα, ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής εταιρείας που εκδίδει τα έργα μας είναι στη φυλακή, έτσι πρέπει να αναζητήσω καινούρια στέγη, μάλλον.

ΕΙ.Σ.: Πώς βιώνετε την αίσθηση της ακοής στην καθημερινότητα; Πιστεύετε ότι είστε πιο παρατηρητικός, πιο ευαίσθητος ακουστικά απ' ό,τι οπτικά; Μπορείτε να μιλήσετε για ήχους που σας έχουν εντυπωθεί, για ήχους που σας είναι αφόρητοι ή που σας φαίνονται ιδιαίτερα απολαυστικοί;

Τους γκιόνηδες αγαπώ και το σαξόφωνο του Στηβ Λέισι – όχι ταυτόχρονα. Μακριά όμως από την Jazz Police και τη φλύαρη, υψίσυχνη γυναίκα σε μέσο μαζικής μεταφοράς – κι ακόμα χειρότερα στο αυτοκίνητό σου. Ανήκα επίσης στην ομάδα «10.000 άτομα που σιχαίνονται τον Μιχάλη Χατζηγιάννη», στο φέισμπουκ. Η παραίσθηση της υπακοής στην καθημερινότητα είναι η γιόγκα μου, αλλά ροκανίζω τον χρόνο ασχολούμενος συνήθως με ασήμαντα πράγματα. Το Άκου να δεις ισχύει, ενισχυμένο από το Είδες, βλάχο; Σ' είδε πρώτος. Ξέρω, είμαι εκτός θέματος.

siganidis4

Π.Μ.: Τελικά, τι είναι μουσική; Αμφιβάλατε ποτέ για την επιλογή σας να γίνετε μουσικός;

Όχι, διότι όλα συνέβησαν μαγικά, στο μισοσκόταδο. Μουσική είναι αυτό που δεν ακούγεται αλλά ακούς. Η λαχτάρα μας είναι δηλαδή και με τις δύο σημασίες της: πόθος και τρόμος.

ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΑ

Τραγούδια και ποιήματα, μεταξύ των οποίων μερικά ανέκδοτα, του Μιχάλη Σιγανίδη

(Επιλογή: Ειρήνη Συνοδινού)

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ – ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ[1]

Εσύ έπρεπε να γίνεις μπάτσος κι όχι μουσικός, παιδάκι μου. Μια προδοσία εξυφαίνεται σαν τα χρώματα της αυγής πάλι. Αυτή η λύπη –για τα χρώματα μιλάω– μετά το πέρας της συνεδρίας με τον κουκουλοφόρο σαξοφωνίστα του φεστιβάλ του Ντύσσελντορφ το 1972 οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην εικόνα που αντικρίσαμε –σα να μην την ξέραμε– της αιχμαλωσίας των φίλων μας από τις ιδέες τους. Μάλιστα, αγαπητοί ακροατές, είναι γενναίοι, όμως κλαίνε / πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά / φορούν κουρέλια / ακριβά κοστούμια / ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις / ή μέσα σ' ένα δωμάτιο σκοτεινό / άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν / άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν / άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές. Και η τραγουδίστρια της όπερας του Πεκίνου; Και ο πίνακας δώρο στον Γεώργιο Παπανδρέου; Και το ταξίδι στην Αφροδίτη και στον Κρόνο; Και τα ανθρακωρυχεία πλάι στο χωριό του Βαν Γκογκ; Και η Θεσσαλονίκη ζωγραφισμένη από τον Αρσακλή; Και το αμερικάνικο σκυλί, ονόματι Μαξ, με την κατευθυνόμενη συνειδητότητα, είναι παραμύθια; Έξω βροντάει και φυσάει αέρας θερέτρου σε μορτ σεζόν. Δε μου μείνανε άλλα νύχια, γι' αυτό ανάβω ένα τσιγάρο. Όλοι πασχίζουνε ιδρώνουν / χάνουνε, πετυχαίνουν ή / νομίζουν ότι χάνουνε ή / νομίζουν ότι πετυχαίνουν / πάντοτε ο δαίμονας τους παραστέκει / σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του / στο κέντρο της καρδιάς / τους σημαδεύει.

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Όταν βλέπω τον Σαββόπουλο στον ύπνο μου / γεφυρώνει πατρικά την απουσία του χαδιού / που τόσο μου 'λειψε στον ξύπνιο μου / του μιλώ με θαυμασμό και παρρησία / για τ' ακόρντα τις ιδέες και τα τραύματα / του αόρατου για τους πολλούς πολέμου / τους διαγώνιους λυγμούς και τα σκηνώματα των Αγίων του Μεσοπολέμου. / Δε μιλά. Ακούει κι αλλοιώνεται / του προσώπου του η παιδική απορία / γίνεται Άλλος, «σαν τους άλλους Αντώνηδες» / κι όταν χάνεται σκορπάει παρηγορία. / Πάει καιρός που επανέρχεται ασταμάτητα / σα να υπάρχει μια εκκρεμότητα να φέγγει / ίσως είναι αυτό που οι ψυχαναλυτές θα όριζαν / «ενοχή προς τον πατέρα-αφέντη». / Είναι όμως η ίδια αγάπη που τους πρόσφυγες / τους στριμώχνει με τσιγάρα στις γωνίες / το ίδιο γέλιο που περιφρονεί το θάνατο / το ίδιο δάκρυ μες στις εκκλησίες.

IN GOD WE CRASH

Οι κίτρινες φλογίτσες σου στο φράχτη / με κάνουνε και κλαίω σαν κοριτσάκι / κόρη της δίδυμης ψυχής / χαρίζουνε λουλούδια απ' τον Παράδεισο / διπλούς ο πέλεκυς: η εσωστρεφής μελαχρινή / στο κέντημα / και η καλλίφωνη ξανθή πάνω στο δέντρο / λένε τραγούδια αγάπης που πληγώσανε / και τις σκληρότερες καρδιές στο καφενείο / (τότε που πάγωναν τις μπίρες μες τη γούρνα / και κολυμπούσανε καρπούζια σημαδούρες) / δε χαραμίζουν ένα κοίταγμα / δε χαλαλίζουν μια ματιά / (so they stay healthy, beautiful, and relaxed) / Την Κυριακή ο Άγγελος σκορπάει / το αστικό μη κερδοσκοπικό σου / σωματείο / (δε θ' άντεχες τόση ηδονή στην Πατησίων) / στον άρρωστο τα φάρμακα και στο γερό / φαρμάκια / σαν το Νικόλα στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων / ένοικος του Πολάνσκι / μετέωρος ανισόρροπος ψάχνω τη βακτηρία

Ο ΤΖΑΤΖΑΣ

αν η μαμά ήταν μια άλλη κυρία με σλιμ τσιγάρο / με τράπουλα, με αϋπνίες / αν μαγείρευε νάνες και μπατζίνα / στο Περτούλι / πούλαγε βρέφη στον Άγιο Στυλιανό / ήταν συμβολαιογράφος στο μέγαρον «Αίγλη» / χόρευε ζούμπα και είχε εραστή / έπαιζε κορύνες στο ηλιόλουστο γήπεδο / άλλαζε καλτσόν πρωί κι απόγευμα / λάτρευε τον καφέ και τον πατέρα Λεωνίδα και / τραγουδούσε στο Fillmore East / αν είχε, λέω, μια τρυφερή ελίτσα κάτω από το αριστερό της στήθος / αν ήταν σιδηρά διευθύντρια παραγωγής / αν ήταν οδοντογιατρός καλλονή / αν κλέφτηκε με τον αγοραίο μάγκα Τηλέμαχο στο σπιτάκι της αυλής / αν οδηγούσε γρήγορα / αν στο άκουσμα του τοπωνυμίου Horny Sharka ξεκαρδιζότανε / (όπως με πορδές και τέτοια ) / αν ήταν βρώμικη (λαδωμένα ντουλάπια με κατσαρίδες κ.λπ.) / πάλι ο λήσταρχος Τζάτζας θα την αποκεφάλιζε την αυγή;

ALONG CAME BETTY

στο Γιώργο

Κάθε φορά / εν εσόπτρω: / silver alert! / εμφάνιση ηλικιωμένου

πλήρης με τον εαυτό / ουρακοτάγκος / ενενηνταεφτά τοις εκατό / ζωή ψυχρή ψαρίσια

σαλίγκαρος σιγανός / δυνατός επίσης / perceptionist

ΑΦΑΙΑ

(ο Χαν προσπαθεί να καταλάβει / στο μικρό δωμάτιο της Σμύρνης)

βρήκα ένα τραπέζι άφησα τα πράματά μου κι ώσπου να επιστρέψω απ' το μέρος, μια πολυμελής οικογένεια σκουρόχρωμων το είχε καταλάβει, αγνοώντας τα σημεία της παρουσίας μου εκεί. Στην κουβέντα που άρχισε ήμουν ήδη ο χαμένος και θυμάμαι πολύ ζωντανά να γελάνε όταν είπα κάτι σαν: «μουνάκι εμείς τώρα...»

ΦΙΛΕΡΗΜΟΣ

Φιλέρημος ωδική βοήθεια / διασχίζοντας τη μέρα / καθημαγμένη άσφαλτος - σκύλος / συλλαβίζει στον αέρα: / «στους πολλούς τελικά μένει ένας καφές»

Θάλασσα τσιγαρόχαρτο, σύννεφο ανυπόφορο / πράνα των συνταξιούχων / στην Αριστοτέλους με ήλιο / κηρύξαμε διατηρητέο το ερείπιό μας

Άνω γνάθος - κάτω γνάθος / των προγόνων ο τριγμός / παίζει τον Οράτιο και τον Άμλετ μοναχός: / – Και να μύριζε έτσι;

(Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν / έχουν αι μάζαι / ιδιοτελή καρδίαν, / και παρειάν αναίσθητον / εις τους κολάφους)[2]

Ο παλιός κουρέας ελέγχει / τη μικρή περιοχή / μεσημέρι με πωλήτριες / στο Family

Τα ντήλια στα μνήματα / το κόκκινο σπίτι / η όμορφη χήρα / την Τσικνοπέμπτη

Σαν τα μόρια απ' το τάβλι / του Τσίγκαλου / του ήρωα Θεοδόση / «έπεφτα σκλάβα αποβραδίς με ξύπναγα Ελληνίδα»

Μια δημιουργική ματιά στην εργογραφία του Μιχάλη Σιγανίδη

Ειρήνη Συνοδινού

Σ' ένα αγγλιστί σύντομο βιογραφικό σημείωμα του Μιχάλη Σιγανίδη διαβάζουμε «he composes tape music for imaginary movies that can be heard in the records» και στη συνέχεια παρατίθεται η δισκογραφία του: Μικρός αδερφός (1987), Το πρωί και το βράδυ (1990) με τον Θοδωρή Ρέλλο, Το τραίνο-φάντασμα φίλος (1995), Μικρές αγγελίες (1999), Basseclasse (2002) και SabbathLift (2006) με το Συγκρότημα Λαμπράκη, Οι άλλοι (2009) με τους Φ.Μ.Σ.

Δεν είναι στην πρόθεσή μας να ενδύσουμε τον καλλιτέχνη με ένα κολάζ ταυτοτήτων. Επιχειρούμε ωστόσο μια, ομολογουμένως θραυσματική, απάντηση στο απλό ερώτημα τι ακούν τα μάτια μας και τι βλέπουν τ' αυτιά μας όταν παίζουμε (με) κάποιους από τους παραπάνω δίσκους. Ιδού λοιπόν τρία φανταστικά ταινιάκια μικρούτσικου μήκους από το υποθετικό φεστιβάλ ψυχο-ακουστικού σινεμά «Άκου να δεις».

1. Ο Μικρός Αδερφός εισβάλλει στο δωμάτιο. Με το νεαρό του χέρι κρατημένο γερά στο σαγόνι σου, στρέφει το πρόσωπό σου προς το μέρος του. Σε σέρνει μέχρι του γονικού σας το παράθυρο και κοιτάτε τα σαξόφωνα που τιτιβίζουν ενθουσιασμένα και κάπως νευρικά από τα κλαδιά του κοντινότερου δέντρου. «Σκάστε πουλιά!» φωνάζει ο παππούς του διπλανού διαμερίσματος και τραγουδώντας «τουρουτουτούμ» παίρνει να ποτίζει τους δυόσμους.

2. Το Πρωί ξυπνάς στο καφενείο, ενώ είσαι σίγουρος πως το Βράδυ σε πήρε ο ύπνος στον κινηματογράφο. Ο Θοδωρής Ρέλλος, βαθιά ανακουφιστική παρουσία, σου λέει πως δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Ο ίδιος ξεκίνησε τη μέρα του στην Αυστραλία για να καταλήξει στο Βελούχι, κρυωμένος μάλιστα αφού χωρίς σλίπινγκ μπαγκ, παρά τις σαφείς οδηγίες της μητρός του. Στο διπλανό τραπέζι δυο άντρες κουβεντιάζουν. «Η καρδιά μου δεν είναι χαρούμενη», διαπιστώνει ο ένας. Ο δεύτερος μπήγει το βλέμμα του στα έκπληκτα μάτια σου, «... ήταν απέραντα θλιμμένος και σκεφτικός», η φωνή του χαστουκίζει την αμηχανία σου. «Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες», παρατηρεί, μα σου σερβίρει ακόμα έναν.

3. Το Τραίνο-Φάντασμα Φίλος συνεχίζει επιτυχώς τη συνεργεία των Μ.Σ. και Μ.Σ., εγγράφει νέα μέλη στις συνάξεις του και περιοδεύει. Κάθε βαγόνι ένας ολοζώντανος και διαυγής κόσμος. Ο τρελός λαγός συναντά το μικρό αρκουδάκι και με χορευτικά τινάγματα λασπώνονται στην πλατεία της Αχειροποιήτου. Δίπλα ορμούν οι γενναίοι. Βλέπεις τη σκόνη στα παπούτσια τους, σχεδόν τους μυρίζεις τους γενναίους των Μ.Σ και Μ.Σ. – έτσι έγινε και με τους καρβουνιάρηδες του Νιόνιου. Ευτυχώς, παιδάκι μου, που δεν έγινες μπάτσος, ψιθυρίζεις με ανακούφιση ψάχνοντας τα τσιγάρα σου και ρίχνεσαι στα υπόλοιπα βαγόνια. Ποδοπατιέσαι με τον Εμπειρίκο στον χορό και ο Μπέκετ αγαπά την Αργυρώ. Στο βαγόνι δεκατρία η Καίτη Γιαβάσογλου έχει ανοίξει κουβέντα με τον Ρολάν Μπαρτ και τον Γιάννη Χρήστου.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην πραγματική πραγματικότητα. Αν κάποιος διαμαρτυρηθεί ότι τα παραπάνω παραείναι υποκειμενικά, ότι αποκαλύπτουν περισσότερα για τη φαντασιοπληξία της γράφουσας και λιγότερα για το έργο του Σιγανίδη είναι πολύ πιθανό να έχει δίκιο. Για όσους χρειάζονται κάτι πολύ σαφές, παρατίθεται ένα ωραίο και συμπυκνωμένο σχόλιο που λέει ότι «ο Σιγανίδης παραδίδει ένα ευρύτατο αλλά συνεκτικό μείγμα τζαζ, μπλουζ, φανκ, παραδοσιακού ελληνικού ήχου, ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, ηλεκτρονικών, ποίησης, αιχμηρής κοινωνικής άποψης και γερής δόσης χιούμορ». Όσο για το τεράστιο ζήτημα των συνεργατών και συνοδοιπόρων του, θα χρειαζόμασταν ένα ξεχωριστό άρθρο ώστε να αναφερθούμε σε όλους, όπως θα άρμοζε, με τα ονόματά τους. Ας αρκεστούμε να τους εκφράσουμε από εδώ την ευγνωμοσύνη μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το ποίημα «Οι γενναίοι» είναι του Μίλτου Σαχτούρη από τη συλλογή Εκτοπλάσματα, 1986. Εδώ το ποίημα διαπλέκεται με τους στίχους του Μιχάλη Σιγανίδη και είναι γραμμένο με πλάγιους χαρακτήρες.

[2] Τελευταία στροφή του ποιήματος «Εις Ανδρέαν Κάλβον» του Κώστα Καρυωτάκη.

Πηγή: http://www.chronosmag.eu/

gay, γκέι, ομοφυλόφιλος, ομοφυλόφιλη, λεσβία, ομοφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλων, λεσβίες, τρανσέξουαλ, τρανς, αμφιφυλόφιλοι, LGBT, ΛΟΑΤ, ομοφοβία, γνωριμίες, φύλο, σεξουαλικότητα, πορνεία, σεξουαλικός, γυναίκα, ομοφυλοφιλία, λεσβιακή

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ