Menu
18 / 11 / 2018 - 06:06 am
A Site By Your Side
A+ A A-

  • - Κατηγορία: ΜΟΥΣΙΚΗ

giannis-hristou1

Μαντζάνας Θάνος

Στις 8 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν σαράντα τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Χρήστου.

Ήταν 8 Ιανουαρίου 1970, ξημερώματα της ημέρας των γενεθλίων του και μια ημέρα μετά την ονομαστική του εορτή, όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε προσέκρουσε σε στύλο σταματώντας την ζωή του σε ηλικία μόλις σαράντα τεσσάρων ετών. Εξίσου τραγικό με τον τόσο πρόωρο θάνατο του σημαντικότατου συνθέτη μπορεί όμως να θεωρηθεί και το γεγονός ότι το εξαρχής συνυφασμένο με την μουσική πρωτοπορία και ρηξικέλευθο ακόμα και σε διεθνές επίπεδο έργο του, επί της ουσίας παραμένει γνωστό μόνο στους μουσικολόγους, αναξιοποίητο, παραγνωρισμένο και τελικά οδυνηρά υποτιμημένο από τους επίσημους (εξειδικευμένους ή όχι) και μη φορείς και θεσμούς της χώρας του.

 

Θα ήταν διαφορετική η πορεία της ελληνικής μουσικής αν ο Γιάννης Χρήστου προσέγγιζε έστω το προσδόκιμο ζωής; Δύσκολο να το πει κανείς αυτό καθώς θα έπρεπε να κάνει μιαν υπόθεση με πάρα πολλές άγνωστες παραμέτρους...Το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμα περισσότερα έργα του θα είχαν την ευκαιρία να εκτελεστούν και όσα είχε γράψει να παιχτούν πιο πολλές φορές με αποτέλεσμα να επιδράσουν σε περισσότερους Έλληνες μουσικούς άμεσα ή έμμεσα, είτε δηλαδή σε όσους/ες συμμετείχαν σε αυτά είτε σε άλλους ως ακροατές. Και προσωπικά έχω την πεποίθηση ότι αυτό θα έκανε πιο πολλούς ομότεχνούς του όχι μόνο να μην φοβούνται αλλά αντίθετα να αγκαλιάζουν το νέο, ακόμα και το άγνωστο, καταπολεμώντας έτσι μια χρόνια «πάθηση» που θεωρώ ότι καταπονεί και συχνά τραυματίζει την ελληνική μουσική δημιουργία και τόσους κατά τα άλλα άξιους λειτουργούς και συντελεστές της...

Μια σύντομη αλλά τόσο πυκνή ζωή

Ο Γιάννης Χρήστου (ή Jani Christou, όπως ήταν διεθνώς γνωστός) γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1926 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν παιδί πλούσιας αιγυπτιώτικης οικογένειας, ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης σοκολατοποιίας ενώ η κυπριακής καταγωγής μητέρα του ήταν ποιήτρια και κληροδότησε στον γιο της τόσο την αγάπη της για τον έμμετρο μα και πεζό λόγο όσο και τις μεταφυσικές της ανησυχίες. Όπως συνηθιζόταν για τους γόνους ευπόρων Αιγυπτιωτών τόσο ο ίδιος όσο και ο μεγαλύτερος αδελφός του έλαβαν εκλεκτή και βέβαια αγγλοσαξονική παιδεία, αρχικά σε σχολεία της Αλεξάνδρειας αλλά με εκείνον να έχει αρχίσει ήδη να ασχολείται και με την μουσική σπουδάζοντας πιάνο με την διεθνώς φημισμένη Ελληνίδα πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ. Το 1939 οι γονείς τους χώρισαν και παράδοξα ο ίδιος και ο αδελφός του έμειναν με τον πατέρα τους, φαίνεται όμως ότι η έκτοτε απουσία της μητέρας του τον σημάδεψε ποικιλότροπα και για την υπόλοιπη ζωή του (το γυναικείο πρότυπο αλλά και η έλλειψή του είναι ένας συμβολισμός που επανέρχεται συχνά στο έργο του).

Ο πατέρας του τον προόριζε για διάδοχο του στην οικογενειακή επιχείρηση και έτσι τον έστειλε στην Αγγλία για να σπουδάσει οικονομικά, προφανώς όμως το αντικείμενο αυτό δεν τον ενδιέφερε καθόλου και έτσι, αν και ολοκλήρωσε τις σπουδές του, ακολούθησε τις κλίσεις του, σπουδάζοντας αρχικά φιλοσοφία στο Κέιμπριτζ με τους Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν και Μπέρτραντ Ράσελ και στη συνέχεια ανώτερα θεωρητικά της μουσικής. Ακολούθησαν άλλα τέσσερα χρόνια μουσικών σπουδών στην Ιταλία ενώ παράλληλα εντρυφούσε σε ένα πλήθος γνωστικών πεδίων, ανάμεσα στα άλλα μελετώντας εις βάθος και την αναλυτική ψυχολογία, κάτι που σε ένα βαθμό μπορεί να οφείλεται και στην επιρροή του αδελφού του ο οποίος την ίδια περίοδο σπούδαζε στο Ινστιτούτο Γιουνγκ στην Ζυρίχη.

Το 1953 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια και μην έχοντας ανάγκη να εργαστεί για βιοπορισμό μπόρεσε να αφοσιωθεί σε αυτό που ήθελε και αγαπούσε πάνω απ' όλα, την σύνθεση. Τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκε μια παιδική του φίλη, την ζωγράφο Σία (Θηρεσία) Χωρέμη με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά. Την οικογενειακή του ευτυχία όμως ήρθε να ταράξει την ίδια χρονιά του γάμου του ο θάνατος του αδελφού του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ένα ακόμα γεγονός που άφησε ανεξίτηλα επάνω του τα ίχνη του. Οι εθνικοποιήσεις του Νάσερ το 1960 ανάγκασαν και τον ίδιο, όπως και τους υπόλοιπους Αιγυπτιώτες, να εγκαταλείψει την χώρα με την οικογένειά του. Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα όπου μπόρεσε να ασχοληθεί ακόμα πιο εντατικά με την σύνθεση αλλά και με μιαν άλλη δραστηριότητα που αγαπούσε πολύ, ήταν μανιώδης αναγνώστης όπως μαρτυρεί η μεγάλη και με μια πολύ μεγάλη γκάμα περιεχομένου βιβλιοθήκη του. Γνωστός στο πλατύ κοινό δεν επεδίωξε και βέβαια δεν έγινε ποτέ αλλά έχαιρε της αναγνώρισης και της εκτίμησης ενός μικρού μεν αλλά εκλεκτού κύκλου ομότεχνών του, ακόμα και κάποιων από πολύ μακρινούς από τον δικό του μουσικούς χώρους όπως για παράδειγμα ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ήταν όμως ακριβώς τότε, στην πλέον ώριμη συνθετική του περίοδο και όταν οι μουσικές του αναζητήσεις είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο γόνιμες και να αποδίδουν όλο και περισσότερους και πιο ώριμους καρπούς, όταν με μια σειρά τραγικών συμπτώσεων (με τον ίδιο τρόπο όπως ο αδελφός του και ανήμερα των γενεθλίων του) ο θάνατος τον βρήκε τόσο απροσδόκητα. Η απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου τους από την σύζυγό του που οδηγούσε, κόστισε ακαριαία την ζωή του ιδίου μα και εκείνης μετά από δέκα ημέρες και έκανε τα παιδιά τους να μείνουν ορφανά από πολύ νεαρή ηλικία.

Το σύνθετο και πολυεπίπεδο έργο του

Οι μουσικολόγοι χωρίζουν το έργο του Γιάννη Χρήστου σε έξι διαδοχικές χρονικές περιόδους για τον απλό ακροατή και γνήσιο μουσικόφιλο, όμως πιστεύω ότι αρκεί να πούμε ότι ήδη από την αρχή μέχρι και το τέλος η δουλειά του διακρίνεται από μια σταθερή και αποφασιστική ώθηση προς τα εμπρός, από την άσβεστη επιθυμία του να ανακαλύψει και να εξερευνήσει νέα πεδία και να εξελίξει την μουσική σύνθεση τόσο μορφολογικά όσο και από πλευράς περιεχομένου, διάθεση που όχι απλά δεν απέκλειε αλλά αντίθετα μάλλον έθετε ως προαπαιτούμενο την ριζική ανατροπή των μέχρι τότε κεκτημένων και δεδομένων. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού μετήλθε όλο σχεδόν το εύρος της φόρμας της «σοβαρής» ή απλά σύγχρονης μουσικής, από συμφωνικό ποίημα, ορατόριο, όπερα, χορωδιακά και τραγούδι τύπου lied μέχρι μια μεγάλη ποικιλία οργανικών έργων, για συμφωνική ορχήστρα, μεγαλύτερα ή μικρότερα σύνολα και σολιστικά όργανα αλλά και μερικά επιλεγμένα δείγματα μουσικής για θέατρο (όπως τραγωδίες που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν) και χορό, πειραματίστηκε με μια σειρά διαφορετικών τεχνικών και τρόπων όπως η «διατάραξη» της παραδοσιακής δυτικής αρμονίας και μελωδίας, η δημιουργική επεξεργασία των πεπραγμένων του σειραϊσμού ή δωδεκαφθογγισμού που εισηγήθηκε η λεγόμενη «σχολή της Βιέννης» στις αρχές του εικοστού αιώνα και οι ακρότατες παρυφές της ατονικότητας (για παράδειγμα το «Επίκυκλος» του 1968) ώσπου κατέληξε στο αυστηρότατα προσωπικό του ύφος το οποίο συνδύαζε όλα τα προηγούμενα και αρκετά ακόμα στοιχεία (όπως στο «Εναντιοδρομία» για ορχήστρα, επίσης του '68) και βέβαια χρησιμοποίησε μια πληθώρα, αν όχι όλα τα διαθέσιμα, εκφραστικά μέσα. Αυτά ξεκινούσαν από τα καθαρά μουσικά, δηλαδή όργανα, προχωρούσαν στα ηλεκτρονικά όπως τα αναλογικά μαγνητόφωνα της εποχής (οι μαγνητοταινίες και οι παρεμβάσεις σε αυτές κατέχουν κεντρική θέση στην ύστερη περίοδο του έργου του) και έφταναν μέχρι τον «δανεισμό» μεθόδων του θεάτρου και της δραματουργίας. Καθώς πάντως όχι μόνο δεν φοβόταν αλλά αντίθετα πίστευε στην τεχνολογία και την αξιοποιούσε όσο το δυνατόν περισσότερο, νομίζω ότι μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι –όπως και οι περισσότεροι ανάλογοί του συνθέτες διεθνώς– θα είχε περάσει στην χρήση των υπολογιστών ήδη από την εποχή που ανακαλύφθηκαν και σήμερα πλέον τα ψηφιακά ηχοπαραγωγικά μέσα πιθανότατα θα αποτελούσαν το κατ' εξοχήν όχημα τόσο της σύνθεσης όσο και της εκτέλεσης της μουσικής του.

Η διεύρυνση των ορίων της μουσικής

Όπως προανέφερα ο Γιάννης Χρήστου πριν ακόμα από την μουσική σε ανώτερο και θεωρητικό επίπεδο είχε σπουδάσει φιλοσοφία ενώ παράλληλα είχε εντρυφήσει στην ψυχολογία και σε αρκετά ακόμα γνωστικά αντικείμενα αλλά και, χάρη στις αρχικές οικονομικές σπουδές του, τα μαθηματικά και γενικότερα οι θετικές επιστήμες μόνον άγνωστα δεν του ήταν. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι είχε μια σπάνια ολοκληρωμένη παιδεία, ήταν ένας homo universalis με την αυθεντική, αναγεννησιακή έννοια του όρου... Πάνω απ' όλα όμως ήταν ένας φιλόσοφος δίχως αυτό να αναιρεί ούτε στο ελάχιστο την ιδιότητά του ως μουσικού. Αντίθετα μάλιστα τα συνδύαζε με τον ιδανικότερο τρόπο, ήταν ένας μουσικός που φιλοσοφούσε και ταυτόχρονα συν-έθετε τις αρχές και αξίες της φιλοσοφίας με αυτές της μουσικής ή ίσως καλύτερα της ηχητικής δημιουργίας. Ακολουθώντας τα βήματα του Πυθαγόρα, της σχολής του μα και των επιγόνων του, πιθανότατα και εμπνεόμενος και διδασκόμενος από αυτούς, αντιλαμβανόταν την μουσική και προφανώς έγραφε την δική του ως κάτι πολύ ανώτερο από την ηχητική επένδυση των δραστηριοτήτων της καθημερινότητας, την εξύψωνε σε ένα πνευματικό επίπεδο πολύ κοντινό με αυτό της φιλοσοφίας, κάνοντάς την όχι μόνο να επικοινωνεί με την τελευταία αλλά τελικά και ισάξιά της, όπως άλλωστε και της ποίησης. Αξίζει να υπογραμμίσω εδώ ότι κατά τους Πυθαγορείους αυτές οι δύο δημιουργικές εκφράσεις, το μέλος και ο λόγος, μαζί με τις επιστήμες των μαθηματικών και της αστρονομίας συμπλήρωναν - αν δεν ταυτίζονταν - την φιλοσοφία και ήταν εξίσου σημαντικές με εκείνη για την Γνώση και την συνακόλουθη κατανόηση του εξωτερικού και εσωτερικού σύμπαντος, ας θυμηθούμε μόνο την «μουσική των ουρανίων σφαιρών» των δοξασιών της φιλοσοφικής σχολής της Σάμου.

Δεν είναι δύσκολο να ανιχνεύσουμε στο έργο του Γιάννη Χρήστου τις πάρα πολλές σχετικές αναφορές μα και αναλογίες με αυτή την φιλοσοφική θεώρηση, κατ' αρχήν από μουσικής πλευράς με την απόρριψη της τυπικής έννοιας της ανάπτυξης και της αντικατάστασής της με την «μεταμόρφωση», τα απλά και σύνθετα πρότυπα, τα ισόχρονα και τις ηχητικές συνέχειες (continuums). Όλα αυτά βέβαια - παράλληλα και με τις μόνιμες μεταφυσικές ανησυχίες του οι οποίες εκφράζονταν επίσης με το ενδιαφέρον του κυρίως για την θρησκειολογία και λιγότερο για τους μη δυτικούς πολιτισμούς - αντιστοιχούν σε ολοένα και ισχυρότερες φιλοσοφικές θέσεις του από τις οποίες κομβική είναι η «θεωρία του φοίνικα» (ορατή ήδη από το αρτιότερο εκ των πρώτων έργων του, το «Μουσική Του Φοίνικα» του 1949) που διατυπώνει, έμπρακτα και μη, την πίστη του σε έναν αέναο κύκλο αρχής/γέννησης – εξέλιξης – κορύφωσης – τέλους/θανάτου και άρα και μιας νέας αρχής..

Η σύνθεση ως έλλογη πράξη

Πέραν όμως από τα φιλοσοφικά σημαινόμενα της μουσικής ο Γιάννης Χρήστου δεν δίστασε να καταδυθεί και στα κατάβαθα της διαδικασίας της σύνθεσής της, τελικά στην ουσία της ίδιας της δημιουργικής πράξης, αναζητώντας τόσο στα πλαίσια του συνειδητού όσο και του υποσυνειδήτου τις εσώτερες απαρχές και κίνητρά της και αναβιβάζοντάς την έτσι σε ένα υπαρξιακό επίπεδο ισοδύναμο σχεδόν με το κεντρικό αίτημα της φιλοσοφίας, την διαχρονική δηλαδή αγωνία της διερεύνησης του ανθρωπίνου είναι - του ποιου και της ατομικής ταυτότητάς του – και γίγνεσθαι, με άλλα λόγια του προορισμού ενός/μίας εκάστου/ης μας και συνολικά όλων μας. Στα πλαίσια αυτού του τρόπου σκέψης του, συνέλαβε αρχικά το δίπολο πράξης/μετάπραξης, αντίστοιχα δηλαδή της αναμενόμενης και της μη σκηνικής δράσης ενός εκτελεστή με βάση την ιδιότητά του το οποίο στη συνέχεια μετεξέλιξε σε ένα πιο σύνθετο και βαθύτερο, εκείνο της πρωτοεκτέλεσης/αναπαράστασης. Η πρώτη ορίζεται από τον Γιάννη Χρήστου ως η μεταφορά καταστάσεων και φαινομένων της ζωής σε μουσικά δρώμενα με έντονο θεατρικό και πολύ φορτισμένο ψυχολογικά χαρακτήρα ενώ αναπαράσταση είναι μια πρωτοεκτέλεση καταστάσεων και φαινομένων που ανήκουν στην σφαίρα του μεταφυσικού ή έστω του ασυνειδήτου, πρωτόγονες και όχι, θρησκευτικές και μη τελετουργίες, μυστηριακές μυσταγωγίες, όνειρα και άλλα ανάλογα. Αποκρυστάλλωση της τελευταίας θεώρησής του είναι η σειρά των τεσσάρων ομότιτλων έργων του με γνωστότερο μάλλον το «Αναπαράσταση III» («Ο Πιανίστας») για ηθοποιό, οργανικό σύνολο και μαγνητοταινίες στο οποίο ο ηθοποιός που υποδύεται τον πιανίστα κυριολεκτικά...παλεύει (!) με το πιάνο προσπαθώντας να εκφράσει τον εαυτό και την προσωπικότητά του διαμέσου του τελευταίου αλλά και να τιθασεύσει και να «υποτάξει» το όργανο ώστε να επιτύχει τον σκοπό του. Οι αναλογίες με τα φύλλα μιας άγραφης ακόμα παρτιτούρας/λευκού χαρτού/tabula rasa που προηγείται κάθε μορφής πρωτογενούς δημιουργίας είναι κάτι περισσότερο και από εμφανείς...

http://vimeo.com/9287874

Διονυσιακός + απολλώνιος = αυθεντικός Έλληνας και άρα... διεθνιστής!

Ο Γιάννης Χρήστου αγαπούσε και γνώριζε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό χωρίς ιδεοληψίες τύπου Χρυσής Αυγής όπως «όταν το υπερήφανο Γένος μας έκτιζε Παρθενώνες (άρα μήπως συνειρμικά και... Μακρονήσους;) οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια». Διονυσιακός και μαζί απολλώνιος, επικούρειος και συνάμα στωικός, αντιλαμβανόταν την μουσική του - και γενικότερα την τέχνη - και την ζωή, την δημιουργία και την ύπαρξη, ως ενιαίο και αδιαίρετο όλον και μέσα από αυτή την οπτική του για το ανθρώπινο ον προσπαθούσε να δώσει τις δικές του απαντήσεις στα ερωτήματα της υπαρξιακής αγωνίας, ίσως και τραγωδίας του τελευταίου, με έναν τρόπο πριν απ' όλα βαθύτατα ουμανιστικό. Δύσκολη για τους πολλούς προσωπικότητα όπως και η πλειοψηφία των σπουδαίων δημιουργών κάθε είδους, διήγαγε μια ζωή μονήρη, σχεδόν ασκητική όχι γιατί ήταν αντικοινωνικός ή πολύ λιγότερο μισάνθρωπος αλλά απλά επειδή ήταν αφοσιωμένος με... θρησκευτικό ζήλο σε αυτό που έκανε και στην ευρυμάθεια η οποία τον βοηθούσε να το κάνει καλύτερα και πληρέστερα, ένας μεγάλος και πρωτοποριακός συνθέτης και ένας διανοούμενος δηλαδή που συνυπήρχαν αρμονικά στο ίδιο πρόσωπο.

Έλληνας της διασποράς και δέκτης μιας πολυπολιτισμικής παιδείας – η οποία, τουλάχιστον αρχικά, δεν είχε σε τίποτα να κάνει με την Ελλάδα – δεν θα μπορούσε παρά να παράγει ένα έργο που, εξ ενστίκτου και αυθόρμητα ήταν σε συντονισμό με τις παγκόσμιες νεωτερικές μουσικές τάσεις της εποχής του και άκρως διεθνιστικό, ιδιότητα η οποία τον χαρακτήριζε και ως άνθρωπο. Από την άλλη ως γνώστης και των δύο βασικών πυλώνων της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, του Πλάτωνα όσον αφορά στον εσωτερικό κόσμο και του Αριστοτέλη στον εξωτερικό (αλλά και τις θέσεις αμφοτέρων για την κοινωνία και τους τρόπους οργάνωσής της, δηλαδή την πολιτική) δεν ήταν δυνατόν και να μην διαθέτει μιαν επιφανειακά ακαθόριστη αλλά εντέλει απολύτως απτή «ελληνικότητα» η οποία πριν απ' όλα εκδηλωνόταν με το πόσο πιστά ακολουθούσε τον κανόνα του μέτρου - πουθενά στην δουλειά του δεν υπάρχει ίχνος αμετροέπειας ή χειρότερα δημιουργικής μεγαλομανίας! – που όμως ήταν «πλουραλιστική» καθώς είχε εμβαπτιστεί και εμπλουτιστεί από τις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού αλλά και επικοινωνήσει με τα διδάγματα για την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση των εξ Ανατολής μυστών. Και όσο και αν στο έργο του δεν υπάρχουν αναγνώσιμα πολιτικά μηνύματα πιστεύω ότι είναι βαθύτατα πολιτικό αφού κεντρικό του πρόταγμα είναι η πεποίθηση του ότι καμία θεωρία και πολιτική ιδεολογία δεν μπορεί και δεν πρέπει να παρεμποδίζει την ελευθερία - της βούλησης και όχι μόνο...- κάθε ανθρώπου, την δυνατότητά του να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί διανοητικά και την απρόσκοπτη πορεία του προς την πλήρη οντολογική του συνειδητοποίηση και την (αυτο)πραγμάτωσή του. Κατά την γνώμη μου είναι κυρίως το τελευταίο που καθιστά αυτόν τον μέγιστο πρωτοπόρο σήμερα, τόσα ακριβώς χρόνια από το τέλος της ζωής του όσα ήταν η σύντομη διάρκειά της, πλέον επίκαιρο από ποτέ... Μαζί φυσικά με το γεγονός ότι η δημιουργική και αισθητική πρωτοπορία συνιστούν εξ ορισμού επαναστατική πράξη και κατά συνέπεια είναι μέσο αλλαγής και προόδου, πεποίθηση που ελπίζω ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της θεώρησης των απανταχού και πάσης προέλευσης και απόχρωσης αληθινών αριστερών.

giannis-hristou2

Εν κατακλείδι το – κατά τα φαινόμενα και σύμφωνα με πληροφορίες καθώς δεν το έχω δει ακόμα – ενδελεχές και εξαιρετικά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Anaparastasis» του μουσικού και μουσικολόγου Κωστή Ζουλιάτη το οποίο μάλλον θα προβληθεί σε κάποιες κινηματογραφικές αίθουσες τον επόμενο μήνα και μία ακόμα επέτειος του θανάτου του μπορεί να είναι πολύ καλές αφορμές αλλά όχι και η αιτία για να ξαναθυμηθούμε τον Γιάννη Χρήστου και να προσπαθήσουμε έστω να γίνουμε επιτέλους ακροατές του έργου του. Αυτή δεν είναι άλλη από την πεφωτισμένη, βασανισμένη, ουσιαστικότατη και τόσο πολυσήμαντη κατάθεσή του όχι απλά στην εγχώρια μουσική αλλά συνολικά στο διαχρονικό ελληνικό πνεύμα και πολιτισμό και τις αξίες τους. Μια κατάθεση τόσο μελετημένη και ολοκληρωμένη ώστε να τον κάνουν να αποτελεί μια αληθινά μοναδική περίπτωση δημιουργού και την απουσία του τόσο οδυνηρή ακριβώς γιατί είναι μία από τις ελάχιστες που είναι όντως αδύνατο να αναπληρωθούν...

«Ήταν ο πρώτος και μοναδικός σουρεαλιστής της μουσικής»!

Ο διεθνώς καταξιωμένος συνθέτης και μαέστρος, ιδρυτής και διευθυντής της ορχήστρας σύγχρονης μουσικής Alea στη Βοστόνη των ΗΠΑ και σημαντικότερος εκπρόσωπος της ελληνικής μουσικής πρωτοπορίας σε παγκόσμιο επίπεδο, Θόδωρος Αντωνίου, μοιράστηκε μαζί μας κάποιες μνήμες από τον ομότεχνο, συνεργάτη και φίλο του Γιάννη Χρήστου αλλά και μας ανέλυσε συνοπτικά την μεθοδολογία της δουλειάς του και το σε τι έγκειται το μεγαλείο του έργου του το οποίο τον έκανε τόσο ξεχωριστό.

Ποιο ήταν κατά τη γνώμη σας το διανοητικό αλλά και το μουσικό στοιχείο που κυρίως διέκριναν τον Γιάννη Χρήστου και του έδιναν την ταυτότητά του, κάνοντάς τον μια μοναδική ίσως περίπτωση του ελληνικού μουσικού γίγνεσθαι;

Το κύριο διανοητικό και μουσικό στοιχείο του Γιάννη Χρήστου ήταν η πολύ πλατιά του μόρφωση, όχι μόνο στην μουσική αλλά και στη φιλοσοφία, στην ψυχολογία και στον πολιτισμό μη ευρωπαϊκών θρησκειών και λαών. Αυτό οφειλόταν αφενός στο ότι προερχόταν από πλούσια οικογένεια και είχε την ευκαιρία να σπουδάσει με τους πιο σπουδαίους δασκάλους της εποχής της νεότητάς του και αφετέρου στον μέντορά του που ήταν ο κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του, ο ψυχολόγος και φιλόσοφος Εύης Χρήστου. Ήδη η πρώτη περίοδός του καταδεικνύει έναν συνθέτη με μεγάλο ταλέντο ο οποίος κατείχε πάρα πολύ καλά τον παραδοσιακό τρόπο σύνθεσης και έκφρασης. Έργα τα οποία έγραψε σε ηλικία δέκα οκτώ – δέκα εννέα ετών δείχνουν έναν σπουδαίο δημιουργό με πολύ ισχυρή γνώση και τεχνική ως προς το πώς συνθέτει και ενορχηστρώνει το υλικό του!

Και τι θα ξεχωρίζατε και θυμάστε περισσότερο από τον άνθρωπο Γιάννη Χρήστου;

Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη φαντασία και πολύ επικοινωνιακός. Μιλούσε άπταιστα πολλές γλώσσες, με αποτέλεσμα να επικοινωνεί με μεγάλες διεθνείς προσωπικότητες. Υπήρξε ένας πάρα πολύ σπουδαίος φίλος, τόσο για εμένα προσωπικά όσο και για τους ανθρώπους που ήταν γύρω του. Δεν χρειάστηκε να εργαστεί στο τομέα της διδασκαλίας, κάτι με το οποίο ασχοληθήκαμε οι περισσότεροι από εμάς τους υπόλοιπους για να βγάλουμε τα προς το ζην και αυτό του έδινε τον χρόνο, στις συνεργασίες του π. χ. με τον Κάρολο Κουν, να περνάει αμέτρητες ώρες με τους ηθοποιούς του χορού των τραγωδιών και να δουλεύει μαζί τους ο ίδιος τις λεπτομέρειες επάνω στη μουσική του. Ήταν επίσης και καλλιτέχνης/άνθρωπος με οράματα, σχεδίαζε ένα πολύ μεγάλο καλοκαιρινό φεστιβάλ στη Χίο με πολλές ιδέες και αφιερώματα στη σύγχρονη μουσική και καλλιτέχνες και νέους ανθρώπους από όλο τον κόσμο.

Ήταν απλά ομότεχνος ή συνοδοιπόρος σας;

Και τα δύο! Ήταν ένας πραγματικά πρωτοποριακός συνθέτης ο οποίος, με βάση όλων των χαρακτηριστικών που προανέφερα, ξανοιγόταν σε πολύ προχωρημένες αλλά και επί της ουσίας σύγχρονες αντιλήψεις της τέχνης, της φιλοσοφίας και της επικοινωνίας.

Το έργο σας – αν και τόσο διαφορετικό - εμπνέεται, επικοινωνεί ή συμπληρώνει και κατά κάποιο τρόπο συνεχίζει το δικό του;

Το δικό μου έργο είναι αρκετά διαφορετικό οπότε δεν νομίζω ότι τίθεται θέμα για το αν εμπνέεται, επικοινωνεί, συμπληρώνει ή συνεχίζει το δικό του. Βεβαίως κινούμαστε στο ίδιο μήκος και πλάτος της σύγχρονης πρωτοπορίας αν και μπορώ να πω ότι προσωπικά τώρα έχω κατασταλάξει σε πολλά πράγματα .Στην εποχή μας πρωτοπορία δεν είναι μόνον ο πειραματισμός αλλά επίσης και η επιστροφή και επανεξέταση, με νέες απόψεις και νέα χαρακτηριστικά, όλης αυτής της εμπειρίας που μας έδωσε η εξέλιξη των τεχνών κυρίως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Νομίζω ότι κάθε πραγματικός καλλιτέχνης έχει το δικό του στίγμα, τις δικές του προοπτικές και τον δικό του χαρακτήρα. Μέσα στο γενικό φάσμα μιας εξέλιξης οι δημιουργοί μπορεί να αλληλοσυμπληρώνονται, να κινούνται παράλληλα ή και να θέτουν ερωτηματικά προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Πιστεύετε ότι το έργο του μελετήθηκε, προβλήθηκε και αναδείχθηκε όσο θα έπρεπε κατά την διάρκεια της ζωής του αλλά ιδίως στα τόσα χρόνια που έχουν περάσει από τον θάνατό του; Αν όχι, ποιοι είναι οι λόγοι που συνέβη αυτό, ποιοι και γιατί δεν πρόσεξαν όσο θα έπρεπε την κληρονομιά ενός τόσο σημαντικού Έλληνα δημιουργού;

Η περίπτωση του Γιάννη Χρήστου νομίζω ότι αναγνωρίστηκε κυρίως στους κύκλους των ειδικών. Εγώ τον θεωρώ τον πρώτο και μοναδικό σουρεαλιστή της μουσικής, αν και βέβαια επισήμως δεν υφίσταται τέτοιος όρος! Ήταν ένας άνθρωπος που έθεσε πολλά ερωτηματικά, βρήκε ορισμένες λύσεις, εκφράστηκε με την ουσία της πρωτοπορίας και παρόλα αυτά, επειδή έχω παίξει πάρα πολλές φορές έργα του, είναι εντυπωσιακή η επικοινωνία του ακόμα και με απλούς ανθρώπους που μπορεί να μην είναι σχετικοί με τη μουσική. Περισσότερες φορές βρήκα αντιστάσεις από μουσικούς που καλούνται να κάνουν και μια δραματική απεικόνιση της μουσικής του, είναι δύσκολο να προσαρμοστούν. Όμως με τον καιρό όλοι, ακόμα και αυτοί που στην αρχή μπορεί να σκέφτηκαν ότι όλα αυτά τα οποία συνέβαιναν στην μουσική του Χρήστου ήταν παράξενα, τα ενστερνίστηκαν και έθεσαν τους εαυτούς τους στην αποστολή για την διάδοση αυτής της μουσικής.

Η πρωτοποριακή θεώρηση που πρώτος (και παράλληλα ίσως μόνο με τον Ιάνη Ξενάκη) έφερε στην ελληνική μουσική ο Γιάννης Χρήστου βρήκε συνεχιστές ή ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε ανεκμετάλλευτη και δίχως να εξερευνηθεί;

Νομίζω ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφορά μεταξύ του Χρήστου και του Ξενάκη ως προς την πρωτοποριακή θεώρηση εκάστου. Ο Ξενάκης, μια εξίσου μεγάλη προσωπικότητα, θεωρείται «απολλώνιος» ενώ ο Χρήστου «διονυσιακός»., ίσως αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Χρήστου έγραψε πάρα πολύ σημαντική μουσική για αρχαίες τραγωδίες. Ο Ξενάκης κατά κάποιο τρόπο οργάνωνε τα πάντα βασιζόμενος στην πυθαγόρεια θεωρία ενώ ο Χρήστου πλησίαζε βαθιά τον άνθρωπο, την ανθρώπινη δύναμη και αδυναμία και εκφράστηκε με τα πλέον σύγχρονα μέσα. Όσοι τον γνώρισαν πραγματικά νομίζω ότι δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ και μπορώ να πω ότι έχει επηρεάσει και μεμονωμένους δημιουργούς αλλά και συνολικά την πρωτοπορία. Για κάποιον περίεργο λόγο ο Ξενάκης δεν αναφερόταν συχνά στον Γιάννη Χρήστου, γενικά δεν ανέφερε κανέναν εκτός από τον Πυθαγόρα και τον Αριστόξενο, δεν εννοώ ότι υποτιμούσε τους ομότεχνούς του αλλά πάντως δεν αναφερόταν συχνά σε αυτούς.

Θέλω να αναφερθώ ιδιαίτερα στο έργο που ο Γιάννης Χρήστου έγραψε για εμένα, το «Αναπαράσταση I» («Ο Βαρύτονος») όπου συμβαίνουν τα εξής σουρεαλιστικά τα οποία μόνο σε ένα όνειρο θα μπορούσαν ίσως να συμβούν: Tο έργο αρχίζει με τους πρώτους στίχους της Ορέστειας του Αισχύλου ενώ ο μαέστρος, αντί να διευθύνει με τον καθιερωμένο τρόπο, κατευθύνει τους μουσικούς της ορχήστρας με... σήματα κυκλοφορίας, κόκκινο, κίτρινο και πράσινο! Ο Χρήστου χρησιμοποιεί ορισμένα μοντέλα (patterns) τα οποία κάθε φορά εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο, διαφορετικές ταχύτητες κ.λπ.,. κάτι παρόμοιο με τις κατασκευές με κύβους που: μπορούν να τοποθετηθούν όλοι μαζί, ο ένας μετά τον άλλο ή με πολλούς άλλους τρόπους ενώ δημιουργεί μια κατάσταση πανικού στον μαέστρο και τους εκτελεστές δίνοντάς τους «οδηγίες εγκατάλειψης πλοίου σε περίπτωση ναυαγίου»!

Ο Γιάννης Χρήστου ήταν ένας βαθυστόχαστος δημιουργός ο οποίος εμπνεόταν από την ανθρώπινη ψυχή, την δύναμη αλλά και τα πάθη της με κύριο χαρακτηριστικό του συνόλου του έργου του το δραματικό στοιχείο. Σαφώς λοιπόν θεωρώ ότι ήταν μια ισχυρή, ανεπανάληπτη προσωπικότητα και γι' αυτό πιστεύω ότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα τον ανακαλύπτουν και θα τον εξερευνούν όλο και περισσότερο...

Πηγή: http://www.avgi.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ