Menu
23 / 09 / 2017 - 01:34 am
A Site By Your Side
A+ A A-

  • - Κατηγορία: ΕΚΚΕΝΤΡΑ

kaliarda3

"Μπενάβεις τα καλιαρντά;"
"Και τα τζινάβω και τα μπενάβω!"

Αυτή η σελίδα για τα καλιαρντά, βασίστηκε στο βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου "Καλιαρντά", Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1980.

Ο συγγραφέας γράφει ότι το έργο του είναι ερασιτεχνικό (πολλοί διαφωνούν μαζί του σε αυτό) και ελλιπές. Τα παρακάτω αποσπάσματα έχουν αντιγραφεί εδώ από τον πρόλογο και τα παραρτήματα της τρίτης έκδοσης του βιβλίου (Νεφέλη 1981).

"[...]
Η Καλιαρντή αν και είναι κάτι σαν τεχνητή γλώσσα, δεν εποιήθη σε μια στιγμή. Πρόκειται σχεδόν για μια διάλεκτο που μετατρέπει την τάξη των κίναιδων σε ερμητική κάστα. Και πρόκειται για έναν απολύτως αμυντικό κλοιό εκφράσεως με δικό του λεξιλόγιο, ιδιάζουσαν ορθοφωνία και προφορά και επιπλέον (σαν τριπλοτετράδιπλη ασφάλιση, ταχύτατη ομιλία). Σήμερα η Καλιαρντή δεν έχει μια ενιαία όψη, αλλά εμφανίζεται σαν ένα σύνολο σε δυο επίπεδα: την απλή Καλιαρντή και την λιαρντώ η ντούρα λιάρντα. Η πρώτη ομιλείται λίγο πολύ από όλους τους κίναιδους. Η δεύτερη είναι η κοινή καθαρεύουσα και την χειρίζονται οι πολύ μπασμένοι, οι ελάχιστοι.

[...] η Καλιαρντή είναι μια συνθηματική διάλεκτος, διεποτισμένη από τους ειδικούς κανόνες όλων των συνθηματικών διαλέκτων. Φυσικά η Καλιαρντή ακολουθεί την γραμματική και το συντακτικό της κοινής νεοελληνικής. Αυτό διόλου δεν εμποδίζει την Καλιαρντή από να είναι μια αδιακόπως έξυπνη και ιδιαίτερα πλαστική γλώσσα. [...]

[...] Τα Καλιαρντά είναι μια προφορική γλώσσα με χιλιάδες λέξεις. Δεν διαθέτουμε μνημεία γραπτού λόγου στην Καλιαρντή. Υπάρχουν κίναιδοι που μιλούν θαυμάσια τα Καλιαρντά. Η μάζα όμως των κίναιδων χρησιμοποιεί μόνο τρεις τέσσερις εκατοντάδες λέξεις [...]

[...] Συνήθως οι λέξεις της Καλιαρντής είναι μεταμφιεσμένες λέξεις κυρίως της νεοελληνικής γλώσσας (π.χ. "ντούμα" από το ντουμάνι) ή είναι καμωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε η συνειρμική αναγωγή τους να οδηγεί κατευθείαν στην κρυμμένη έννοια (π.χ. "ταψί") Επίσης συνήθως οι λέξεις της Καλιαρντής είναι σπονδυλωτές. Υπάρχουν λεκτικοί σπόνδυλοι-κλειδιά, που δίνουν με κάθε καινούρια διάταξή τους, και μιαν άλλη αρθρωτή λέξη με κάθε φορά νέο εννοιολογικό φορτίο.

[...] Γενικώς μπορεί να πει κανείς ότι τα Καλιαρντά ανεπτύχθησαν μαζί με τις μεγάλες πόλεις της νέας Ελλάδας. Ωστόσο, όχι λίγες λέξεις της Καλιαρντής μας δίνουν την ηλικία τους με ικανοποιητική χρονολογική προσέγγιση. [...]"

....................................................

Εδώ είναι μερικά παραδείγματα των Καλιαρντών, από το ίδιο βιβλίο: Πρώτα είναι ένα παράδειγμα μιας ελληνικής παροιμίας στα Καλιαρντά, στη συνέχεια ένα μικρό ποίημα και στη συνέχεια ένα λεξιλόγιο.

"Τζάκατα δικέλεις ντούμα χορχόρα αβέλεις τ' άχατα" = "Όπου βλέπεις καπνό περίμενε και φωτιά"

"...Ζινόντας τ' απονίδονο λαβίνι
κι απονιβόντας ερομιδαλιό
σινέρωσα το δέρο τού χαβίνι
κον' άλικο δομόνικο λαρό!..."

 

καλιαρντά .............. νεοελληνικά

άβελε αποκατέ .............. έλα εδώ
αβέλω αχαλιά .............. κάνω δίαιτα
αβέλω κοντροσόλ .............. φιλώ
αβέλω νάψες .............. ομιλώ
αβέλω ροντοσόλ .............. φιλώ
αβέλω τούφες .............. πλαγιάζω κοιμάμαι
ατζινάβωτος .............. απονήρευτος
βακουλή .............. εκκλησία
βουέλω τζα .............. φεύγω διώχνω
βουτρά .............. βυζιά
γκουνιότα .............. λεσβία
γκούρμπαντος .............. γοητευτικός άντρας
γουγούμης .............. σκύλος
ηράκλω .............. γυναικάρα
θεόλατσος .............. ωραιότατος
θεοκάλιαντος .............. ασχημότατος
καγκελοκερικεντέ .............. αναπτήρας
κάδρο .............. άσχημη
καλιαρντός .............. άσχημος κακός
καπί .............. κουτάλι
καραμουτζού .............. πόρνη
καλιάρντω .............. πολύ άσχημη
κέντα .............. φωτιά
κουελοσφαλάω .............. ξαπλώνω πλαγιάζω κοιμάμαι
κουλό .............. σκατό
κοντροσολάρω .............. φιλώ
κουραβάλω .............. συνουσιάζομαι ενεργητικά
λάγκα .............. νερό
λατσαβέλω .............. καλωσορίζω
λατσός .............. ωραίος καλός
λούγκρα .............. πολύ κακιά
λούμπα .............. ομοφυλόφιλος
λυσσαγμάν .............. σκύλος
μαντάμ γκου .............. λεσβία
μη μπενά .............. μη μιλάς
μολ ............... νερό υγρό
μουσαντό .............. ψέμα
μουτζό .............. αιδοίο
μπαρό .............. αρρώστεια
μπενάβω ............... ομιλώ
μπουάβω .............. ομιλώ
νισετέ .............. ρούχο ένδυμα
ντέζι .............. πόθος επιθυμία
ντίκος .............. να ιδού κοίτα
ντουπ .............. δαρμός ξυλοφόρτωμα
πισέλω .............. ξαπλώνω πλαγιάζω κοιμάμαι
πούλη .............. πρωκτός
σαρμέλλα .............. πέος
σιβιτζιλού .............. λεσβία
σιβίτζω .............. λεσβία
σιδεροπυρού .............. αναπτήρας
σουκρο .............. ζάχαρη γλυκό
τανάκα .............. χωρίς άνευ μη!
τζασλός .............. τρελός παλαβός
τζάσε .............. φύγε
τζάζω .............. διώχνω φεύγω πετώ
τζάω .............. φεύγω διώχνω διαφεύγω
τζιβιτζιλού .............. λεσβία
τζινάβω .............. καταλαβαίνω πονηρεύομαι
τζους .............. φύγε
τζουσ ............... χωρίς άνευ
τζούσ-λέσι .............. πλύσιμο
τρόκι .............. αυτοκίνητο
φιντέλης .............. σκύλος
χαλέματα .............. φαγητά
χαλώ .............. τρώω
χορχόρα .............. φωτιά

...............................................

Αβέλω: 'δίνω, παίρνω, κάνω, βάζω, βγάζω, επιθυμώ, έχω, θέλω’ ρήμα-κλειδί, που πάντα συσχετίζεται με τα συμφραζόμενα και, που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από το κοινό ρήμα 'θέλω' ταυτόσημο το 'βουέλω' ανάλογο το ρεμπέτικο κουσουμάρω.

Κατές: 'αντωνυμία’ αυτός αγνώστου ετύμου’ θηλυκό και ουδέτερο άκλιτα (κατέ)

Κουλό, το: 'σκατό' ίσως από το γνωστό κουλές (τουρκικά kule=πύργος) δεν αποκλείεται όμως η καταγωγή από το ιταλικό culo (=πάτος, πρωκτός)

Κουραβάλω: 'συνουσιάζομαι (ενεργητικώς)' το ρήμα στη μέση φωνή λαμβάνει παθητικήν σημασίαν αγνώστου ετύμου.

Λατσός: επίθετο ’ωραίος, καλός’ μάλλον πρόκειται περί γύφτικης λέξεως.

Λούγκρα, η: ’πολύ κακιά, μοχθηρή’ αγνώστου ετύμου ο λαός χρησιμοποιεί την λέξη.

Μπαρό, το: ’αρρώστια’ αγνώστου ετύμου.

Μπενάβω: ’ομιλώ’ ενεχομένως γύφτικής αρχής συνώνυμα: αβέλω, νάψες, λακιράρω, μπουάβω.

Μπερντέ, τα: 'χρήματα' αγνώστου ετύμου κατά μίαν εκδοχήν επειδή το παραδάκι, σαν μπερντές, σκεπάζει κάθε βρωμιά και κάθε ατιμία συνώνυμα: βιολετέρα, ντουλο, οποία, τουλά.

Μπινελίκι, το: 'βρισιά, γλύκισμα' από το μάγκικο μπινελίκι, που έχει την ίδια διττή σημασία εξάλλου από τους μάγκες είναι γνωστά το μπινές (=ομοφυλόφιλος) και το μπινεδιάζω (=επιθυμώ, ποθώ, επιδιώκω, ανυπομονώ για κάτι), αμφότερα καταγόμενα από το τουρκικό binmek (= καβαλικεύω)

Μπουλκουμέ, το: ’εκσπερμάτωση, σπέρμα’ αγνώστου ετύμου ενίοτε λέγεται πουρκουμέ άλλα συνώνυμα: κουραβελτόζουμο, λαχανιαζόζουμο, σαρμελόζουμο, τεκνοκαλλιεργίστρα, τρεμόζουμο, φλόκι.

Μπουτ: επίρρημα ’πολύ’ προτασσομένου του άρθρου 'τα' η λέξη μας αποκτά επιτακτικήν σημασί’ αγνώστου ετύμου πάντως στην αγγλική butt σημαίνει άκρη, τέρμα και το τούρκικο buut θα πει απόσταση.

Ντάνα, η: 'πόρνη' από το γνωστό πουτάνα, κατά το ντανιά <πουτανιά, λάρα <ψωλάρα κλτ.

Ντικ, το: 'βλέμμα' άκλιτο από το δικέλω (=βλέπω, κοιτάζω)

Παλαμάρι, το: 'παλάμη, χούφτα' μάλλον από τα κοινά παλάμη >παλαμαριάζω, παρά από το γνωστό παλαμάρι (τουρκικά palamar)

Πιασμάν, το: ’χάδι στα γεννητικά όργανα’ από το πιάσιμο <πιάνω της κοινής νεοελληνικής.

Πούλη, η: 'πρωκτός' αγνώστου ετύμου, δίχως να αποκλείεται σχέση με το κοινό πουλί > πουλάκι (= αιδοίον) συνώνυμο το τουρλολιγούρα.

Πουρός: επίθετο ’γέρος, ηλικιωμένος, παρήλιξ’ μάλλον από το γνωστό πουρί.

Πρεζαντέ, η: ’πιάτσα, τόπος όπου συνήθως εμγανίζεσαι’ από το γαλλικό presenter (=παρουσιάζω)

Πρεσβεία, η: δημόσια ουρητήρια.

Πρεσβεία της Μεγάλης Βρετανίας, η: ’τα ουρητήρια της πλατείας Συντάγματος’ λέγονται έτσι λόγω του γειτονικού μεγάλου ξενοδοχείου. Σημειωτέον ότι, η εν λόγω πλατεία ονομάζεται στην καλιαρντή Γερμανόγκρεμα.

Πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών, η: ’τα ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας’ η πλατεία αυτή ονομάζεται στην καλιαρντή Κανουλού.

Ρούνα, η: ’αστυνομικός’ αγνώστου ετύμου

Σαρμέλα, η: ’πέος’ αγνώστου ετύμου τουρκιστί serm σημαίνει αιδώς συνώνυμα: σαρμελιά, σεμελιά, σερμέλα, σερμελιά, σφαίρα, λάρα, μπάμια, φακιροπίπιζα, τουτού, φιστίκι.

Τα: 'το γνωστό άρθρο (πληθυντικός ουδετέρου)' χρησιμοποιείται σαν επιτακτικό, και μάλιστα, κυρίως, όταν δεν αρμόζει συντακτικώς, παράδειγμα: ένα τεκνό τα μπουτ λατσό.

Τεκνό, το: ’αγόρι, νεαρός, μικρό’ από το κοινό τέκνο πάντως η λέξη είναι παρμένη από το τέκνο που έχει ο κάθε γέροντας καλόγερος.

Τζάω: ’φεύγω,ξεγλιστρώ, το σκάω, διώχνω, διαφεύγω’ από το θέμα τζα- ή τζαζ- των ρημάτων τζάζω, τζασάρω, τζασέρνω. Σχετικώτατα και τα: αβέλω κανικό, αβέλω σπασίμπες, αβέλω τζαστικό, βουέλω τζα.

Τζιβιτζιλού, η: ’λεσβία’ συνώνυμα: σεμναδερφή, σιβιτζιλού, σιβίτζω, γκουνιότα, μαντάμ-γκου.

Τζουρό, το: ’ούρο, ουρητήριο, αποχωρητήριο’ ίσως από το γαλλικό troiszeros (ήτοι: W.C.), ή ονοματοποιία από τον ήχο τζουρρ!

Τζινάβω: ’καταλαβαίνω, εννοώ, νιώθω, αισθάνομαι, πονηρεύομαι’ ρήμα-κλειδί της καλιαρντής, μάλλον γύφτικης αρχής.

Τσόλι, το: 'θρασύς νεαρός, τσόγλανος' από το κοινό τσόλι (τουρκικά çul)

Τσουρνό, το: 'κλέψιμο' ειδικώτερον, κλοπή πορτοφολιού παιδεραστού, κατά τη διάρκεια της συνουσίας, από το φίλο του κίναιδου, που είναι κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι αγνώστου ετύμου.

Χάλω: 'τρώω' αγνώστου ετύμου

kaliarda

Πηγές: http://www.qrd.org/

http://gaynewsingreek.blogspot.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ