Menu
14 / 12 / 2017 - 04:34 am
A Site By Your Side
A+ A A-

  • - Κατηγορία: ΕΚΚΕΝΤΡΑ

nude 92

Στην προσπάθεια αναγνώρισης ενός φεμινιστικού ιδανικού για την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος, θα χρειαστεί να λάβουμε υπόψη μας τις έννοιες του ορίου, του πλαισίου και του bodyscape:

το σώμα ως τοπίο, αναγνωρίζοντας παράλληλα και τον διχασμό του Kenneth Clark ανάμεσα στο εννοιολογικό ιδανικό και στο ιδανικό της αναπαράστασης, όπως γράφει και η Helen McDonald στο βιβλίο της “Erotic Abiguities”.[85] Η Pollock και η Parker, αντιπρόσωποι της φεμινιστικής θεωρίας, στα κείμενά τους υποστήριξαν ότι η έλλειψη πρόσβασης στο γυμνό για τις γυναίκες, ιστορικά τις απέκλεισε από τα εργαλεία και τη δύναμη να δώσουν κάποιο νόημα στους ίδιους τους εαυτούς και τον πολιτισμό τους. Αντί να προκαλέσουν τις γυναίκες να κατασκευάσουν ένα νέο γυναικείο σώμα, η φεμινιστική τέχνη επιδίωξε αρχικά την αποδόμηση των πατριαρχικών ιδεών και αναπαραστάσεων. Ακόμα όμως και η φεμινιστική τέχνη που αποδόμησε τη ζωγραφική και την αναπαράσταση στις πατριαρχικές αρχές, πολύ συχνά κατευθύνθηκε σε ένα ερωτικά ελκυστικό γυναικείο σώμα που εμπεριείχε τη διαφορετικότητα.[86]

Το ιδανικό φεμινιστικό σώμα μεταλλάσσεται ανάλογα με τις ιστορίες, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές του περιβάλλοντος που το διαμορφώνει. Από τη μελέτη των παραπάνω έργων παρατηρήσαμε πώς τα διαφορετικά έργα ανταποκρίνονται με διαφορετικό τρόπο στις μεταβαλλόμενες τάσεις της οπτικής και φυλετικής κουλτούρας, και πώς ως έναν βαθμό συντελούν στις αλλαγές αυτές. Μπορεί κανείς να πει πως οι αλλαγές αυτές διαμορφώνουν τις έννοιες των περιορισμών και του ερωτισμού και διαμορφώνουν ένα ιδανικό ασταθές και συνεπώς αναξιόπιστο. Ένα ιδανικό του γυμνού φεμινιστικού σώματος μπορεί να ανιχνευθεί αν επικεντρωθούμε στην αμφισημία της τέχνης και στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κάθε ξεχωριστή καλλιτέχνιδα το αντιλαμβάνεται. Το φεμινιστικό γυμνό είναι μια έννοια που μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα, δεν υπάρχει ένα απόλυτο ιδανικό, αλλά πολλές διαφορετικές αποδόσεις της ίδιας αλήθειας, από διαφορετικά στόματα.

Στα έργα των τριών καλλιτέχνιδων που είδαμε παραπάνω αναγνωρίζουμε μια προσπάθεια για την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος και την ενεργητική χρήση του μέσα σε καλλιτεχνικά έργα. Οι γυναίκες δεν είναι πλέον το αντικείμενο της τέχνης αλλά ενεργητικά υποκείμενα που παράγουν τέχνη για το δικό τους γυμνό σώμα, μέσα από τη δική τους ματιά. Χρησιμοποιώντας πολλές φορές ακραία επιχειρήματα, επιδιώκουν να σοκάρουν την καλλιτεχνική κοινότητα προκειμένου να ακουστεί η δική τους φωνή και όλος ο κόσμος να μπορέσει να δει τι πραγματικά είναι το γυναικείο σώμα για μια γυναίκα. Αναζητούν και διερευνούν ένα νέο γυναικείο σώμα χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, ένα σώμα ενεργό που δεν είναι το αντικείμενο θέασης της αντρικής ματιάς αλλά έχει άποψη. Εξερευνούν και αποκαλύπτουν και οι τρεις το δικό τους σώμα ως καλλιτεχνικό έργο που επιλέγουν να προβάλουν και να πειραματιστούν με αυτό δημιουργώντας μια νέα φεμινιστική τέχνη.

nude 93

Carolee Schneemann, Eye Body #24, 1963, photograph.

H Nead γράφει στο βιβλίο της πως, οι διαφωνίες σχετικά με τη φεμινιστική αναπαράσταση του σώματος από γυναίκες καλλιτέχνιδες εστιάζει στον διχασμό ανάμεσα σε αυτούς που φοβούνται την αναπόφευκτη απεξάρτηση του γυναικείου σώματος από την πατριαρχική θεματολογία όπου η γυναίκα προσφέρεται ως θέαμα και σε αυτούς που βλέπουν τις δυνατότητές του για τη δημιουργία μια νέας καλλιτεχνικής ύπαρξης του γυναικείου σώματος μέσα από την αντιστροφή της ματιάς, δίνοντας στις γυναίκες τη δυνατότητα να γίνουν ομιλώντα υποκείμενα με άποψη.[87]

Καθεμιά από τις καλλιτέχνιδες που είδαμε παραπάνω, χρησιμοποιεί ένα νέο διαφορετικό για την εποχή της εργαλείο για να ανακαλύψει ξανά το γυναικείο σώμα της και να εκφραστεί μέσα από αυτό. H Carolee Scheemann επιλέγει την τεχνική της περφόρμανς και της βίντεο αρτ περφόρμανς. Όπως γράφει η Jeannie Forte, η περφόρμανς με γυναικεία σώματα είναι μια νέα γλώσσα του αντικειμενοποιημένου γυναικείου γυμνού, αλλά συχνά λειτουργεί ως στρατηγική αποδόμησης των πατριαρχικών δομών. Η Forte υποστηρίζει ότι η πατριαρχική γλώσσα της τέχνης εξαρτάται από την κατασκευή της γυναίκας ως αντικείμενο, ως έναν όρο για τον οποίο πάντα μιλούσαν αλλά ποτέ δεν κατάφερε να γίνει ένα υποκείμενο που μιλάει. Αυτό σημαίνει ότι οι πραγματικές γυναίκες καθίστανται αόρατες, με μια απουσία μέσα στην κυρίαρχη κουλτούρα, και μπορούν να μιλήσουν μόνο λαμβάνοντας μια μάσκα υποκρισίας και ψευτιάς. Η γυναικεία τέχνη της περφόρμανς επιδιώκει να ξεσκεπάσει τη λειτουργία της γυναίκας ανταποκρινόμενη στο βάρος της αναπαράστασης με τη δημιουργία μιας οξείας επίγνωσης όλων αυτών που συμβολίζουν τη γυναίκα και τη θηλυκότητα. Η ίδια περιγράφει τη χρήση του γυναικείου σώματος στην περφόρμανς ως τρόπο να γράψουν με το σώμα που αναμορφώνει μετά την πατριαρχική αντικειμενοποίηση που είχε υποστεί.[88]

Ένας άλλος ισχυρισμός που γίνεται για τις περφόρμανς των γυναικών είναι ότι ανατρέπουν το αντρικό βλέμμα και προλαμβάνουν τη σεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος. Στη ζωγραφική και τη γλυπτική ο θεατής έχει τη δυνατότητα να περιεργαστεί το αντικείμενο με όποια ταχύτητα επιλέξει και μπορεί να κάνει επαναλαμβανόμενες εξετάσεις ή να επιλέξει τη θέση της θέασης. Η κίνηση του καλλιτέχνη περφόρμανς προλαμβάνει τη σεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος. Η ίδια η καλλιτέχνης καθορίζει τον τρόπο με τον οποίον τη βιώνει το κοινό της και με τον δικό της τρόπο παίρνει τον έλεγχο της εικόνας της. Επειδή ο περφόρμερ και ο θεατής καταλαμβάνουν τον ίδιο φυσικό και χρονικό χώρο, ο άντρας θεατής εκτίθεται στην εγγύτητα της περφόρμερ και στις επιπτώσεις των επιθυμιών της. Όπως λέει η Catherine Elwes, «ο αόρατος μανδύας του φεύγει και η φύση του ως θεατής γίνεται ζήτημα της δουλειάς του καλλιτέχνη».[89]

nude 94

Carolee Schneemann /Interior Scroll/1975

Η δουλειά της Schneemann μπορεί να γίνει αντιληπτή ως έργο ομιλίας του γυναικείου υποκειμένου, ώστε να αλλοιωθούν οι βάσεις της ηδονοβλεψίας και του φετιχισμού και να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική της ερωτικής υπέρβασης. Μια αισθητική που βασίζεται στην αρχή της υπέρβασης, της διάλυσης των ορίων της κυρίαρχης τάσης, μπορεί να έχει περιορισμένη μόνον βιωσιμότητα στη φεμινιστική πολιτική του σώματος. Η δουλειά της κατάφερε να δημιουργήσει μια επίγνωση για κάποια θέματα σχετικά με την αναπαράσταση, τη σεξουαλικότητα και το γυναικείο σώμα.

Η Hannah Wilke χρησιμοποιεί στη δουλειά της δύο σημαντικά εργαλεία, από τη μια τις αιδοιόμορφες μορφές και γλυπτά και από την άλλη την πορνογραφία και την αισθησιακή απεικόνιση του σώματος. Με τις αυτοφωτογραφίες της δημιουργεί ένα ναρκισσιστικό βωμό της ομορφιάς της και προσπαθεί μέσα από τα μικρά γλυπτά της που απεικονίζουν αιδοία να απενοχοποιήσει τα γυναικεία γεννητικά όργανα. Η Wilke επιδεικνύει το κορμί της με ερωτικό τρόπο και φέρνει το κοινό απέναντι στη σεξουαλικοποίηση του ίδιου της του εαυτού. Αν η τέχνη θεωρείται προέκταση του σώματος και σημείο διαμεσολάβησης μεταξύ του σώματος του καλλιτέχνη και του παρατηρητή, τότε η αμφισημία είναι αποτέλεσμα ενός σώματος που κατορθώνει να είναι ταυτόχρονα ερωτική επίδειξη και αντικείμενο ερωτικής οπτικής απόλαυσης. Η δουλειά της μπορεί να φαίνεται τελείως πορνογραφική, καθότι χρησιμοποιεί τους συνήθεις τρόπους αναπαραστάσεων του γυναικείου σώματος.

Η Nead προσπαθεί να ερμηνεύσει τον ερωτισμό της τέχνης της ως πραγματοποίηση των θεωριών του Μπατάιγ για την ερωτική υπέρβαση. Για τον Μπατάιγ, η ερωτική υπερβολή της πορνογραφίας συντρίβει την απατηλή ενότητα του υποκειμένου θεατή και εξαναγκάζει μια κριτική ρωγμή στο σύστημα των μπουρζουά αξιών. Μέσα από αυτή την εμπειρία υπέρβασης, το υποκείμενο καταφέρνει να αναγνωρίσει την παρουσία και τη λειτουργία της απαγόρευσης. Η τοποθέτηση του ανήθικου σώματος στο μουσείο, μπροστά σε κοινό, ως τέχνη, δημιουργεί ένα στιγμιότυπο ερωτικής υπέρβασης. Αυτή η υπέρβαση συμβαίνει σε πολιτιστικό επίπεδο, καθώς τα έργα αγγίζουν τα όριά τους και φαίνεται να εξαφανίζονται στο βασίλειο της πορνογραφίας, μπουρλέσκ και peep show.[90] Παρ’ όλα αυτά, όταν η καλλιτέχνιδα χάνει την αρχική της ομορφιά, αρχίζει να παρακολουθεί τη διαδικασία κατάρρευσης του σώματός της μέσα από φωτογραφίες που καταγράφουν το χρονικό της αρρώστιας της ως το θάνατό της. Η Wilke αναλαμβάνει ξανά και ξανά τον ρόλο της κατεστραμμένης Αφροδίτης, είτε είναι διαλυμένη από τα φώτα και την προβολή του ερωτικού πάνω της, είτε κατεστραμμένη από την πάροδο του χρόνου και την επίδραση της αρρώστιας πάνω στο κάποτε ερωτικό κορμί της. Χρησιμοποιεί τον ερωτισμό σαν δόλωμα, για να τραβήξει τον θεατή μαζί της στην καταστροφή και τη διάλυση. Ενώ η εικόνα με την πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται ερωτική, βαθιά νοήματα κρύβονται πίσω από το πρόστυχο γυμνό.

nude 95

Hannah Wilke/ S.O.S. - Starification Object Series/1974-82

Αντίθετα, η Jenny Saville, με τους τεράστιους γυμνούς πίνακες από παχύσαρκες γυναίκες και την τέχνη της ζωγραφικής της, εξαναγκάζει τον θεατή να έρθει αντιμέτωπος με ένα θέμα που μάλλον ο ίδιος θα απέφευγε. Το γυναικείο γυμνό δεν πρέπει πάντοτε να είναι αρεστό και λάγνο, να προσφέρει οπτική ικανοποίηση στον θεατή. Οι γυναίκες δεν είχαν και δεν έχουν τέλεια σώματα και, το κυριότερο, δεν νιώθουν οι ίδιες πως έχουν υπέροχα σώματα. Έτσι δημιουργεί τεράστιους πίνακες από τους οποίους ο θεατής δεν μπορεί να αποστρέψει τη ματιά του, κορμιά γεμάτα λίπος και σάρκα, τα κορμιά που η σημερινή κοινωνία αποστρέφεται και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μας πείσει πως είναι άρρωστα. Η Jenny Saville μας παρουσιάζει σε υπερβολή τον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα επηρεασμένη από τα πρότυπα της σημερινής εποχής και διαφήμισης βλέπει τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από το έργο της προσπαθεί να αναμεταδώσει το συναίσθημα που έχει μια γυναίκα όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη και παράλληλα επιδιώκει να πείσει όλες τις γυναίκες πως το σώμα τους είναι φυσιολογικό και αρεστό και δεν θα έπρεπε να νιώθουν άσχημα για αυτό. Κάθε γυμνό γυναικείο σώμα μπορεί να είναι τέχνη, και τα πρότυπα της σημερινής κοινωνίας δεν πρέπει πάντοτε να ακολουθούνται πιστά.

Η Jenny Saville απορρίπτει τα σημερινά πρότυπα ομορφιάς και τις διαδικασίες καλλωπισμού που απαιτεί η σημερινή κοινωνία. Με τους πίνακές της επιδιώκει να απομυθοποιήσει τα σεξουαλικά σύμβολα της εποχής και να απενοχοποιήσει τις γυναίκες που νιώθουν άσχημα βλέποντας τον εαυτό τους στον καθρέφτη και συγκρίνοντας τα διαφορετικά κορμιά τους με τα πρότυπα της μόδας. Επιλέγει τη ζωγραφική, αναζητώντας την ομορφιά στη λεπτομέρεια και στη γοητεία της περιττής σάρκας. Γιγαντώνει το αίσθημα της έλλειψης αυτοεκτίμησης που κάθε γυναίκα έχει στην κοινωνία μας και φέρνει το κοινό της αντιμέτωπο με τα αισθήματα αυτά. Σέβεται κάθε κορμί για αυτό που είναι και προσπαθεί να μας μάθει να αγαπάμε το δικό μας σώμα, όπως κι αν είναι, όσο και αν το απορρίπτει η σημερινή κουλτούρα. Μας φέρνει σε επαφή με το απεχθές για τη σημερινή κοινωνία σώμα, αναδεικνύοντας τη διττή φύση του γυναικείου γυμνού.

Στη δουλεία και των τριών καλλιτέχνιδων είναι ολοφάνερη η διάσταση της έννοιας του naked-nude. Και στις τρεις δουλειές αυτό που βλέπουμε είναι nude. Η performer ή η γυναίκα που αυτοφωτογραφίζεται γυμνή μέσα σε ένα κόνσεπτ, παρότι είναι γυμνές μπροστά στο κοινό τους, ντύνονται με τον μανδύα τις καλλιτεχνικής εμπειρίας. Δεν είναι γυμνές οι ίδιες μπροστά στο κοινό τους, αλλά μεταμορφώνονται σε γυμνό (nude) μέσα από την καλλιτεχνική διαδικασία. Η διαφορά είναι ότι αυτές επιλέγουν τι θα αναπαραστήσουν στο θεατή και όχι το πινέλο ενός ετεροφυλόφιλου καλλιτέχνη. Οι ίδιες μεταμορφώνονται σε καλλιτεχνικό έργο, σε γυμνό, μέσα από τη μεταμορφωτική πράξη της τέχνης για να καταρρίψουν τις προκαταλήψεις της πατριαρχικής κοινωνίας και να αποδεσμεύσουν τα σώματά τους από τα στερεότυπα και τις επιταγές της. Αντίστοιχα, στο έργο της η Saville παρότι μεταμορφώνεται σε nude, χρησιμοποιώντας σαν πηγή των έργων της το δικό της κορμί, δεν εμφανίζει καμία προσπάθεια ωραιοποίησης του σώματος. Αντίθετα μεταμορφώνει τα γυμνά της σε κάτι πιο απεχθές από ό,τι είναι. Η ζωγραφική της δε σκεπάζει και δεν καλύπτει αλλά σηκώνει την αυλαία για να μας δείξει πως μια γυναίκα βλέπει τον εαυτό της σε υπερβολή. Παρόλα αυτά η μεταμόρφωση μέσα από το καλλιτεχνικό έργο, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο, μετατρέπει τα γυμνά κορμιά των καλλιτέχνιδων από naked σε nude. Με όποιο μέσο τέχνης κι αν επιλέγουν, η μεταμορφωτική πράξη παραμένει ανέπαφη.

nude 96

Jenny Saville/Propped/ 1992

Όπως σχολιάζει η Nead στα κείμενα της, η αναπαράσταση του γυναικείου σώματος δεν χρειάζεται να υπονοεί μια αποκλειστική δέσμευση στη Φύση ή το Αίτιο της δυαδικής αντίθεσης. Όπως έχουν δείξει πρόσφατα φεμινιστικά κείμενα, το σώμα είναι πάντα φυσικό και φυσικά αντιληπτό ως τέτοιο και διασταυρώνει τα κατώφλια της φύσης και του πολιτισμού θολώνοντας τα όρια του δυικού ζεύγους σώμα/πνεύμα.

Οι πρώτες απόπειρες της φεμινιστικής τέχνης για την αναπαράσταση του γυμνού επιδίωξαν να αποδομήσουν τις αρχές της πατριαρχικής κοινωνίας. Η γυναίκα βλέπει διαφορετικά το σώμα της από τον άντρα. Ζει μέσα στο σώμα αυτό και έχει επίγνωση της δύναμης, της αδυναμίας της, των περιορισμών της κοινωνίας και της διττής φύσης του. Δεν βλέπει το σώμα της με τη ματιά του ηδονοβλεψία, ούτε με την αντικειμενική, ψυχρή ματιά ενός άντρα καλλιτέχνη. Κοιτάει τον εαυτό της, κοιτάει προς τα μέσα, κοιτάει τις άλλες γυναίκες και το καλλιτεχνικό της έργο είναι το αποτέλεσμα αυτού του ξεχωριστού βλέμματος. Κάθε γυναίκα καλλιτέχνης, ανάλογα με τα δικά της ξεχωριστά βιώματα, θα παράγει κάτι ξεχωριστό. Εκεί έγκειται και η αμφισημία του φεμινιστικού γυμνού. Δεν υπάρχει ένα φεμινιστικό γυμνό ή μία έννοια του φεμινιστικού γυμνού. Κάθε αποτύπωση του γυναικείου σώματος από μια γυναίκα είναι ξεχωριστή, όσο ξεχωριστές είναι και οι εμπειρίες και τα βιώματά της μέσα στο γυναικείο σώμα στο οποίο κατοικεί.

Πάντοτε όμως το γυναικείο γυμνό παρέμενε και ερωτικό. Το φεμινιστικό γυμνό είναι ξεχωριστή εμπειρία για την κάθε καλλιτέχνιδα. Είναι μια αναζήτηση μέσα της και μια προβολή των σκέψεών της για το σώμα της και για τη γυναικεία φύση της μέσα από τη μεταμορφωτική πράξη της τέχνης. Η γυναίκα πάντοτε βλέπει και το ερωτικό στο γυναικείο γυμνό, αλλά δεν βλέπει μόνον αυτό, προβάλλει τον ίδιο της τον εαυτό και τις δικές τις εμπειρίες πάνω στο γυναικείο σώμα. Οι γυναίκες καλλιτέχνιδες, μέσα από το γυμνό, εξερευνούν το δικό τους σώμα μέσω της τέχνης τους, ενώ τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούνται θα μπορούσαν να ισχύουν καθολικά για όλες τις γυναίκες και για την έννοια της θηλυκότητας. Ερωτικό ή όχι, το φεμινιστικό γυμνό είναι ένας προσωπικός διάλογος της καλλιτέχνιδας –της κάθε γυναίκας– με τον εαυτό της αλλά και με τις ιστορικές, κοινωνικές, φυλετικές θεωρίες που ισχύουν στην εποχή της. Μέσα από τη δική της ενδοσκόπηση η κάθε καλλιτέχνιδα εκφράζεται για όλες τις γυναίκες που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν.

* H μετάφραση όλων των κειμένων από τα αγγλικά στα ελληνικά έγινε από τη συγγραφέα του ερευνητικού θέματος.

ερευνητική εργασία
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2014
φοιτήτρια: Καίσαρ Μαρίλια 7167
επιβλέπουσα καθηγήτρια: Λία Γυιόκα

Σημειώσεις

[85] Mc Donald (2001), Erotic ambiguities: the female nude in art, σελ. 13

[86] Parker R. and Pollock G. (1981), Old Mistresses: Women, Art and Ideology, σελ. 120

[87] Nead (1992), The female nude: Art, obscenity and sexuality, σελ. 67-68

[88] Forte (1988), Women’s Performance Art: Feminism and Postmodernism, σελ. 220

[89] Elwes (1990), Floating feminity: A look at performance art by women, σελ. 172

[90] Nead (1992), ό.π., σελ. 69

Βιβλιογραφία

Barry, J., Lewis, S., Textual strategies: The politics of art making, Στο: Jones, A., (ed.), The feminism and visual culture reader, London ; New York: Routledge

Berger, J., Ways of Seeing, Στο: Jones, A., (ed.), The feminism and visual culture reader, London ; New York: Routledge

Butler, C., Gabrielle Mark, L., WACK! Art and the feminist revolution, Los Angeles: Museum of Contemporary Art ; Cambridge, Mass.: MIT Press

Bovenschen, S., (1976), Is there a feminine aesthetic?, Στο: Robinson, H., (ed.), (2001), Feminism-art-theory: an anthology, 1968 2000, Malden, MA: Blackwell Publishers

Chadwick, W., (1990), Women, art, and society, New York, N.Y.: Thames and Hudson,

Chicago, J., (1972), Woman as Artist, Στο: Robinson, H. (ed.), (2001), Feminism-art-theory: an anthology, 1968-2000, Malden, MA: Blackwell Publishers

Chicago, J., Female imaginary, Στο: Jones, A., (ed.), The feminism and visual culture reader, London ; New York: Routledge

Clark, K., (1972), The nude: A study in ideal form, Princeton University Press

Dimen, M., (1984), Politically correct ? Politically incorrect?, Στο: Vance, C.S., Pleasure & Danger: Exploring Female Sexuality, Boston: Routledge and Kegan Paul

Elwes, C., (1990), Floating feminity: A look at performance art by women, Στο: Kent, S., (ed.), Women’s images of men, London: Pandora

Freuh, J., (1989), Feminism, Στο: Robinson, H., (ed.), (2001), Feminism- art-theory: an anthology,1968-2000, Malden, MA: Blackwell Publishers

Frueh, J., (1993), Hannah Wilke: The assertion of erotic will, Στο: Reckitt, H., Phelan, P., (eds)(2001), Art and feminism, London; New York: Phaidon Press Limited

Guerrilla Girls, (1998), The Guerrilla Girls’ bedside companion to the history of western art, New York: Penguin Books

Isaak, J., (1996), Feminism and contemporary art: the revolutionary power of women’s laughter, London ; New York: Routledge

Lippard, L.R., (1976), The pains and pleasures of rebirth: Women’s body art, Στο: Reckitt, H., Phelan, P., (eds.) (2001), Art and feminism, London; New York: Phaidon Press Limited

Mainardi, P., (1972), A feminine sensibility?, Στο: Robinson, H.(ed.) (2001), Feminism-art-theory: an anthology, 1968-2000, Malden, MA: Blackwell Publishers

Montano, L., (2001), Interview with Linda Montano, Στο: Schneeman, C., (2003), Imaging Her Erotics: Essays, Interviews, Projects, Cambridge, Massachusetts: MIT Press.

Mc Donald, H., (2001), Erotic ambiguities: the female nude in art, London; New York: Routledge

Nead, L., (1992), The female nude: Art, obscenity and sexuality, London; New York: Routledge

O’Reily, S., (2009), The body in contemporary art, New York: Thames & Hudson

Orenstein, G.F., (1978), The re-emergence of the archetype of the great goddess in art by contemporary women, Στο: Reckitt, H., Phelan, P., (eds.), (2001), Art and feminism, London; New York: Phaidon Press Limited

Parker, R., Pollock, G., (1981), Old Mistresses: Women, Art and Ideology, Pandora Press

Pollock, G(1987), Feminism and modernism, Στο: Parker, R., Pollock, G(eds.), Framing Feminism: Art and the Women’s Movement 1970- 1985, London: Pandora

Pollock.G.(1999) Differencing the canon: feminist desire and the writing of art’s histories, London ; New York: Routledge

Pollock, G., (1994), Vision and difference: femininity, feminism, and histories of art, London ; New York: Routledge

Reckitt, H., Phelan, P., (eds.), (2001), Art and feminism, London; New York: Phaidon Press Limited

Rowley, A.(1996) On viewing three paintings by Jenny Saville: Rethinking a feminist practice of painting, Pollock, G.(ed.), Generations and geographies in the visual arts: feminist readings, London, New York: Routledge

Root, J., (1984), Pictures of women: Sexuality, London: Pandora Press

Simone de Beauvoir, (1989), The Second Sex, New York: Vintage

Schneemann, C., (1991), The Obscene Body/Politic, Art Journal (College Art Association)

Stiles, K., (2003), The Painter as an Instrument of Real Time, Στο: Schneeman, C., (2003), Imaging Her Erotics: Essays, Interviews, Projects, Cambridge, Massachusetts: MIT Press

*Στην πηγή αναφέρονται επίσης: ΑΡΘΡΑ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ/ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ INTERNET σελ. 141, ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ σελ. 144, ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ σελ. 145

Πηγή: http://www.academia.edu/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ