Menu
14 / 12 / 2017 - 04:34 am
A Site By Your Side
A+ A A-

  • - Κατηγορία: ΣΙΝΕΜΑ

tarr-serajevo

Επιμέλεια αφιερώματος: Μαρία Τσάκος

«Όλες μου οι ταινίες είναι κωμωδίες εκτός από το "Άλογο του Τορίνο". Σ' αυτό γελάς λιγότερο απ' ό,τι στις άλλες»

 

Béla Tarr: μια κινηματογραφική Σχολή από μόνος του. Από τους δημιουργούς που είναι σημεία αναφοράς — και που ταυτόχρονα δεν δημιουργούν Σχολή και δε γεννούν επιγόνους, γιατί είναι αμίμητοι. Σήμερα (21/7) γίνεται 58 ετών. 

Ο μονόλογος του αλκοολικού Μπέρνχαρντ από το «Άλογο του Τορίνο» (2011), γραμμένος από τον turinhorseΟύγγρο συγγραφέα László Krasznahorkai, στενό φίλο και συνεργάτη του Tarr. Μετάφραση: Μαρία Τσάκος / Επιμέλεια: Κυριάκος Αθανασιάδης. (Για το Εξώστης Free Press, 12.1.2012).

«Μου τέλειωσε η παλίνκα. Μου δίνεις ένα μπουκάλι;»
«Πώς και δεν πήγες στην πόλη να πάρεις;»
«Την έχει ξηλώσει ο άνεμος».
«Γιατί έτσι;»
«Ρήμαξε».
«Γιατί να ρημάξει;»
«Γιατί τα πάντα έχουνε ρημάξει. Τα πάντα έχουν εξευτελιστεί. Αν και θα 'πρεπε να πω πως οι άνθρωποι είναι που ρήμαξαν και εξευτέλισαν τα πάντα. Επειδή δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια καταστροφή που προκλήθηκε από κάποιο αθώο ανθρώπινο λάθος, καταπώς λένε. Το αντίθετο... Έχουμε να κάνουμε με την ίδια την Ημέρα της Κρίσεως, την Κρίση του ανθρώπου για τον άνθρωπο — που πάνω της, φυσικά, βάζει το χεράκι Του και ο Θεός. Ή μάλλον, τολμώ να πω, παίρνει κανονικά μέρος και Δαύτος. Και ο Θεός, να ξέρεις, καταπιάνεται μόνο με τα πιο φρικτά δημιουργήματα που μπορούμε να διανοηθούμε. Γιατί, βλέπεις, ο κόσμος έχει εξευτελιστεί. Α, δεν έχει σημασία τι λέω εγώ, γιατί όλα όσα απέκτησαν οι άνθρωποι έχουν εξευτελιστεί. Κι αφού απέκτησαν τα πάντα μ' έναν ύπουλο, δόλιο αγώνα, τα εξευτέλισαν και όλα. Γιατί οτιδήποτε αγγίζουν —και τα αγγίζουν όλα— το έχουν εξευτελίσει. Έτσι γινότανε ώς την τελική νίκη. Ώς το θριαμβευτικό τέλος. Αποκτούν, εξευτελίζουν. Εξευτελίζουν, αποκτούν. Ή, να το θέσω κι αλλιώς, αν προτιμάς: αγγίζουν, εξευτελίζουν, οπότε και αποκτούν, ή αγγίζουν, αποκτούν, οπότε και εξευτελίζουν. Έτσι γίνεται μια ζωή τώρα, ξανά και ξανά και ξανά. Έτσι και μόνο έτσι. Κάποιες φορές ύπουλα, κάποιες φορές ωμά, κάποιες φορές ευγενικά, κάποιες φορές απάνθρωπα — πάντως έτσι γίνεται: ξανά και ξανά και ξανά. Αν και πάντα, εντέλει, ο τρόπος ένας είναι, ο τρόπος του αρουραίου που στήνει ενέδρα και χιμίζει. Γιατί γι' αυτή την τέλεια νίκη ήταν εξίσου σημαντικό η άλλη πλευρά —δηλαδή ό,τι είναι άξιο και σπουδαίο και ευγενές— να μην αγωνιστεί καθόλου. Δεν έπρεπε να γίνει μάχη, μόνο να αφανιστεί ακαριαία η άλλη πλευρά — δηλαδή να αφανιστεί ό,τι είναι άξιο και σπουδαίο και ευγενές. Κι έτσι, τώρα πια, οι μακάριοι νικητές, που στήνουν ενέδρες και χιμίζουν, κυβερνούν όλη τη γη, και δεν υπάρχει ούτε μια τόση δα γωνίτσα που να μπορεί κανείς να τους κρύψει κάτι. Γιατί ό,τι πέσει στα χέρια τους το κάνουνε δικό τους. Ακόμη και πράγματα που θαρρούμε πως δεν φτάνουνε να τα πιάσουν, τα φτάνουνε τελικά — κι αυτά δικά τους είναι. Και ο ουρανός είναι δικός τους, κι όλα μας τα όνειρα. Δικιά τους είναι και η στιγμή, και η φύση, και η απέραντη σιωπή. Ακόμη και η αθανασία είναι δικιά τους — καταλαβαίνεις τι σου λέω; Όλα, όλα, έχουν πια χαθεί για πάντα. Κι όλοι οι ευγενείς, οι σπουδαίοι και οι άξιοι, κι ήταν πολλοί, μόνο κάθονταν στην πάντα κι έχασκαν, αν μπορώ να το πω έτσι. Μείνανε άπραγοι, αν και έπρεπε να κατανοήσουν, έπρεπε να αποδεχτούν πως δεν υπάρχει ούτε θεός μήτε θεοί. Οι άξιοι, οι σπουδαίοι και οι ευγενείς έπρεπε να το κατανοήσουν και να το αποδεχτούν αυτό από μιας αρχής. Μα φυσικά ήταν εντελώς ανίκανοι να το κατανοήσουν. Το πίστευαν και το αποδέχονταν, μα δεν το κατανοούσαν. Μονάχα στέκονταν εκεί, σαστισμένοι κι όχι καρτερικοί, έως ότου κάτι —μια διανοητική σπίθα— τους άνοιξε εντέλει τα μάτια. Και μονομιάς συνειδητοποίησαν όλοι τους πως δεν υπάρχει ούτε θεός μήτε θεοί. Μονομιάς είδαν πως δεν υπάρχει ούτε καλό μήτε κακό. Και τότε είδαν και κατανόησαν πως, αν όντως είχαν έτσι τα πράγματα, τότε ούτε κι εκείνοι οι ίδιοι υπήρχαν. Θαρρώ πως αυτή θα πρέπει να ήταν η στιγμή που μπορούμε να πούμε πως αφανίστηκαν, πως έσβησαν, πως αφανίστηκαν και σβήσαν σαν τη φωτιά που αφήνεται να σιγοκαίει στο λιβάδι. Οι μεν ήταν οι αιωνίως ηττημένοι. Ο άλλοι, οι αιωνίως νικητές. Ήττα, νίκη, ήττα, νίκη... Και μια μέρα —εδώ, στα μέρη μας— χρειάστηκε να κατανοήσω, και όντως κατανόησα, πως είχα κάνει λάθος, μέγα λάθος, να πιστεύω πως δεν είχε υπάρξει ποτέ, και πως ποτέ δε θα μπορούσε να υπάρξει, οποιαδήποτε αλλαγή εδώ στη Γη. Γιατί, πίστεψέ με, τώρα το ξέρω πως, στην πραγματικότητα, η αλλαγή αυτή έχει ήδη συντελεστεί».

***

***

«Λογοκρισία υπάρχει πάντα. Πριν ήταν η λογοκρισία από το Κράτος. Τώρα είναι η λογοκρισία της αγοράς»

***

Ο Tarr σήμερα

Το dim/art απευθύνθηκε σε έναν άνθρωπο που γνωρίζει προσωπικά τον Tarr για να μάθει με τι καταπιάνεται ο Ούγγρος σκηνοθέτης από τότε που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα κινηματογραφικά πλατό. Ο Βασίλης Κωσταντόπουλος της εταιρείας κινηματογραφικής διανομής Carousel Films μας είπε:
Εδώ κι έναν χρόνο, περνά τον περισσότερο χρόνο του στο Σεράγεβο, στο κινηματογραφικό εργαστήρι Film Factory, μια —όχι ακριβώς— σχολή κινηματογράφου για νέους δημιουργούς που έχει σχεδιάσει και διευθύνει ο ίδιος. Μαζί του μια ιδιότυπη μεικτή κόσμου, Τζάρμους, Καουρισμάκι, Βαν Σαντ, Ρεϊγάδας, Κέλεμεν, Ρόζενμπάουμ, Σουίντον και άλλοι. Το πρόγραμμα, ο χαρακτήρας και η φιλοσοφία της «σχολής» είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία.

Παράλληλα, πίσω στην Ουγγαρία, με το κινηματογραφικό τοπίο διαλυμένο εξ αιτίας των «μεταρρυθμίσεων» του καθεστώτος Ορμπάν, ο Ταρ έχει έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με τους πάντες, προσπαθώντας να περισώσει ό,τι τέλος πάντων μπορεί να περισωθεί. Έστησε με μηδενικό προϋπολογισμό την καταργημένη Ουγγρική Εβδομάδα κινηματογράφου, παρεμβαίνει με δημόσιες αιχμηρές δηλώσεις (όντας πρόεδρος πλέον της Ένωσης Ούγγρων Κινηματογραφιστών) και κράζει τους εθνικιστές (έως και φασίζοντες) κρατούντες εντός και εκτός συνόρων.

Το υπέροχο Kész Az Egész, το εμβληματικό τραγούδι από το Damnation («Κολαστήριο»), σύνθεση του Mihály Víg, του άλλου επιστήθιου φίλου και μόνιμου συνεργάτη του Tarr.

Χρόνια πολλά, Béla.

Πηγή: http://dimartblog.com/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ