Menu
11 / 12 / 2018 - 03:56 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

antelme 1

Της Αναστασία Τανταρούδα-Παπασπύρου

Εισαγωγή

Το έργο του Antelme ανήκει στη λεγόμενη στρατοπεδική λογοτεχνία.[1] Το είδος αυτό άρχισε σταδιακά να εμφανίζεται και να συγκροτείται λίγο μετά την ήττα του ναζισμού.

Πρώτη του ύλη αποτέλεσαν αρχικά οι μαρτυρίες κα τα βιώματα από τα ναζιστικά στρατόπεδα και κύρια θεματική του το ανείπωτο γεγονός του εβραϊκού ολοκαυτώματος.[2] Ο Robert Antelme ήταν εκείνος που με την απλότητα, την ειλικρίνεια, τη διαύγειά του μίλησε για την εμπειρία των ναζιστικών στρατοπέδων, ανάγοντας τον αγώνα για την επιβίωση μέσα σ' αυτό το περιβάλλον της αδιανόητης φρίκης στην ξέφρενη, αλλά και σχεδόν πάντα μοναχική, διεκδίκηση του ανθρώπου να μείνει, μέχρις εσχάτων, άνθρωπος, να διατηρήσει την αίσθηση ότι, παρά τη διαρκή απογύμνωσή του από όσα τον συνιστούν, ανήκει και θα συνεχίσει να ανήκει στο ανθρώπινο είδος.

Στο μυθιστόρημα Εspèce Humaine ο ήρωας-αφηγητής διηγείται την περιπέτεια της αιχμαλωσίας του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Ο λογοτεχνικός χρονοτόπος[3] συντίθεται από την παραμονή σε τρία στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις δύο ενδιάμεσες μεταφορές από το ένα στο άλλο στρατόπεδο. Σχηματικά ο χώρος του μυθιστορήματος θα μπορούσε να δοθεί ως εξής:

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Μπούχενβαλντ - μεταγωγή Γκάντερσχαιμ - μεταγωγή Νταχάου

Δομικό στοιχείο της αφήγησης αποτελεί η ύπαρξη δύο αντίρροπων δυνάμεων. Από τη μία πλευρά, η αμφισβήτηση της ανθρώπινης φύσης των αιχμαλώτων από τους SS, τους κάπο, και όλους τους επικεφαλής των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αυτό που ο Robert Antelme με μία λέξη ονομάζει deshumanisation,[4] και από την άλλη, η αέναη προσπάθεια των τελευταίων για επιβίωση και παραμονή στο ανθρώπινο είδος.

«Η κινητήρια δύναμη του αγώνα μας δεν υπήρξε άλλη από
την ξέφρενη διεκδίκηση-διεκδίκηση που ήταν σχεδόν πάντα
μοναχική-να παραμείνουμε, μέχρις εσχάτων, άνθρωποι.»[5]

Ο αφηγητής, ομοδιηγητικός και με εσωτερική εστίαση,[6] παρουσιάζει το χρονικό της περιπέτειάς του η οποία εκτυλίσσεται και εξαντλείται στα τρία αυτά στρατόπεδα. Αυτό που θέλει να φανερώσει μέσω της αφήγησής του είναι ότι τα στρατόπεδα ως χώρος συντέλεσαν στην απανθρωποποίηση. Επιθυμεί, δηλαδή, ο Antelme να καταδείξει πως στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό χρονοτόπο λαμβάνει χώρα η διαδικασία απανθρωποποίησης των αιχμαλώτων.

«Το να λέμε ότι τότε νιώσαμε πως μας αμφισβητούσαν ως
ανθρώπους, ως μέλη του ανθρώπινου είδους μπορεί, μπορεί
να φαντάζει σαν ένα συναίσθημα αναδρομικό, μια εκ των
υστέρων εξήγηση. Ωστόσο, αυτό υπήρξε το πιο άμεσα και
αδιάλειπτα αισθητό και βιωμένο συναίσθημα, και άλλωστε
αυτή, αυτή ακριβώς, ήταν η επιδίωξη των άλλων.»[7]

antelme 2

Συνεπώς, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα δυναμικό σκηνικό, ένα σκηνικό δηλαδή που μπορεί να διεισδύει δημιουργικά στην πλοκή (διαδικασία απανθρωποποίησης) και να αφομοιωθεί με αυτή επηρεάζοντας τα γεγονότα[8]. Γίνεται προσπάθεια να αναδείξει τα στρατόπεδα ως ένα χώρο μέσα στον οποίο και εξαιτίας του οποίου λαμβάνει χώρα η απανθρωποποίηση. Επιδιώκει μέσα από την αφήγησή του να κάνει αισθητό το γεγονός ότι η παραμονή στον χώρο των στρατοπέδων συγκέντρωσης οδήγησε τους αιχμαλώτους στην απανθρωποποίηση. Πως εντέλει ο χώρος είναι αυτός που συμβάλλει στην μετατροπή των ανθρώπων σε κάτι άλλο, σε μία διαφορετική φιγούρα.

Το ζήτημα που θα εξεταστεί στην παρούσα εργασία είναι εάν εντέλει επιτυγχάνει να δημιουργήσει αυτό το δυναμικό σκηνικό, εάν δηλαδή ο χώρος των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των ενδιάμεσων μεταφορών εισχωρεί στη δράση, την διαδικασία απανθρωποποίησης, και την επηρεάζει.

Αρχικά, παρουσιάζεται η θεωρία του Michel Foucault για τους χώρους εγκλεισμού και τους μηχανισμούς της πειθαρχικής εξουσίας και παράλληλα μελετάται ο χώρος όπως αυτός παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα. Στην συνέχεια, αναδεικνύεται, μέσω της θεωρίας του Agamben, το δικαιικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η δημιουργία των στρατοπέδων του Γ΄ Ράιχ και αναδύεται η μορφή του homo sacer. Τέλος, με αναφορές στο μυθιστόρημα διαφαίνεται η ταύτιση homo sacer και κρατούμενων-πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος και η σχέση της με την έννοια της απανθρωποποίησης.

1. Χωρική διάταξη

antelme 3Ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault ασχολήθηκε και μελέτησε την αρχιτεκτονική και χωρική διάταξη των χώρων εγκλεισμού. Το 1975 δημοσιεύεται το βιβλίο Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, από τις εκδόσεις Gallimard. Στο έργο του, μέσα από τη μελέτη της ιστορίας υποστήριξε ότι οι υφιστάμενες μορφές εξουσίας έχουν αλλάξει τους τελευταίους αιώνες.[9]

«Με άλλα λόγια, είναι απολύτως αληθινό ότι εγώ έκρινα την ανάλυση των λεγόμενων μηχανισμών εξουσίας- δηλαδή του εξαιρετικά ποικιλόμορφου πεδίου των μηχανισμών καταναγκασμού, κυριαρχίας, αποκλεισμού κ.λπ.»[10]

Η λαμπρότητα των βασανιστηρίων έχει εκλείψει, οι ποινές τείνουν να γίνουν ηπιότερες και η εξουσία η οποία αντικατέστησε στη σύγχρονη εποχή την απόλυτη εξουσία των κοινωνιών του 18ου αιώνα είναι η πειθαρχική εξουσία. Ο Foucault τοποθέτησε τις πειθαρχικές κοινωνίες στο 18ο και 19ο αιώνα ενώ έφτασαν στο απόγειό τους τον 20ό αιώνα με την οργάνωση των μεγάλων χώρων εγκλεισμού. Το άτομο από τη γέννησή του δε σταματά να περνά από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλον (οικογένεια, σχολείο, στρατώνας, νοσοκομείο, εργοστάσιο και φυλακή, η οποία αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο εγκλεισμού).[11] Με άλλα λόγια, στο έργο του εξετάζει τους θεσμούς που επιτρέπουν στην εξουσία να διατηρείται.[12]

«Η ιστορική στιγμή των πειθαρχιών είναι η στιγμή όπου γεννιέται μία τέχνη του ανθρώπινου σώματος που δεν αποσκοπεί μόνο στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του, ούτε επίσης στην επίταση της καθυπόταξης, αλλά στη διαμόρφωση μιας σχέσης που, στο πλαίσιο ενός κοινού μηχανισμού, το καθιστά όσο πιο υπάκουο, τόσο πιο χρήσιμο και αντιστρόφως. [...] Αρχίζει να μορφοποιείται μία «πολιτική ανατομία» που αποτελεί εξίσου μια “μηχανική της εξουσίας”.»[13]

Μία από τις τεχνικές που χρησιμοποιεί για να καταφέρει να επιδράσει στο σώμα είναι η τέχνη της κατανομής των σωμάτων στο χώρο. Αυτό επιτυγχάνεται με τέσσερις τρόπους κατά τον Foucault: με την περίφραξη,[14] την στοιχειώδη εντατικοποίηση ή τον διατετραγωνισμό,[15] τις λειτουργικές θέσεις[16] και την βαθμίδα.[17] Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική του χώρου η οποία επιτρέπει μια διαρκή επιτήρηση και έναν συνεχή έλεγχο. Χαρακτηριστικό αυτών των χώρων αποτελεί και το Πανοπτικό του Bentham.

«Γνωρίζουμε τη βασική αρχή της (ενν. της αρχιτεκτονικής σύνθεσης του Πανοπτικού): στην περιφέρεια ένα οικοδόμημα με μορφή δακτυλίου, στο κέντρο ένας πύργος. Ο πύργος διαπερνιέται από μεγάλα παράθυρα που βλέπουν στην εσωτερική πλατεία του δακτυλίου. Το περιφερειακό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, καθένα εκ των οποίων διασχίζει όλο το βάθος του οικοδομήματος. Τα κελιά έχουν δύο παράθυρα, το ένα προς το εσωτερικό που αντιστοιχεί στα παράθυρα του πύργου. Το άλλο, το οποίο βλέπει προς τα έξω, επιτρέπει στο φως να διαπερνά το κελί από τη μία άκρη μέχρι την άλλη. Αρκεί επομένως να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο[...]Λόγω του φωτισμού που έρχεται από πίσω μπορεί κανείς να διακρίνει από τον πύργο να διαγράφονται καθαρά στο φως οι μικρές αιχμάλωτες σιλουέτες της περιφέρειας.»[18]

antelme 4

Με αυτές τις τεχνικές, οι πειθαρχικές εξουσίες κατασκευάζουν σύνθετους χώρους, οι οποίοι είναι ταυτοχρόνως αρχιτεκτονικοί, λειτουργικοί και ιεραρχικοί μέσα στους οποίους τα σώματα εκγυμνάζονται και γίνονται πειθήνια. Πρόκειται για μία αρχιτεκτονική του χώρου η οποία επιτρέπει διαρκή επιτήρηση και συνεχή έλεγχο.

Στη συνέχεια, θα επιχειρηθεί μια ενδελεχής εξέταση του μυθιστορηματικού χώρου. Θα εξεταστούν τα τρία στρατόπεδα και οι δύο μεταγωγές ενοποιημένες αντίστοιχα.

Στρατόπεδα

Α. Μπούχενβαλντ

Η αφήγηση ξεκινάει με φόντο το Μπούχενβαλντ, το οποίο αποτελεί το πρώτο στρατόπεδο στο οποίο παρέμεινε ο Antelme. Ο ήρωας-αφηγητής ξεκινάει την περιγραφή του στρατοπέδου στη δεύτερη κιόλας παράγραφο του μυθιστορήματος.

«Εδώ, το σκοτάδι δεν ήταν ποτέ βαθύ. Φαίνονταν οι στοιχισμένοι σκοτεινοί όγκοι των μπλοκ, που τους διαπερνούσαν αχνά κιτρινωπά φώτα.»[19]

Ξεκινάει με μια αναφορά στο φωτισμό και την ορατότητα, δηλώνει πως το σκοτάδι στο Μπούχενβαλντ δεν ήταν ιδιαίτερα πυκνό κατά συνέπεια έχει την δυνατότητα να περιγράψει τη χωρική του διάταξη. Οι όγκοι των μπλοκ υψώνονται στοιχισμένοι και φωτισμένοι.

«Από ψηλά, από το αεροπλάνο πρέπει να έβλεπαν τις κίτρινες αυτές κηλίδες, σε κανονικές αποστάσεις, στη μαύρη μάζα του δάσους που προσπαθούσε να τις καλύψει.»[20]

antelme 5

Όπως γίνεται φανερό από την αφήγηση τα στρατόπεδα αποτελούν ένα χώρο διακριτό και περιχαρακωμένο που περιστοιχίζεται από δάσος και ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα που εμποδίζουν την έξοδο και απωθούν οποιαδήποτε απόπειρα για ελευθερία.

«Και ολόγυρα τα συρματοπλέγματα, τα φλεγόμενα σύνορα που δεν κοτούσες να πλησιάσεις, και όπου, πολύ πριν φτάσουμε στο στρατόπεδο, ορμούσαν άνθρωποι και τ' άδραχναν κάτω από το βλέμμα του Ες Ες, όπου ατάραχος στη σκοπιά περίμενε τη στιγμή που τα χέρια τους θα έπεφταν άψυχα.»[21]

antelme 6Στο εσωτερικό του στρατοπέδου οι αιχμάλωτοι μένουν σε παραπήγματα με αντικριστές σειρές κρεβατιών.[22] Μια πλατεία αποτελεί το χώρο συγκέντρωσης των αιχμαλώτων, πριν από την έναρξη της καθημερινής καταναγκαστικής εργασίας, στον οποίο καταμετρούνται και επιτηρούνται.[23] Την εμφάνισή του στην αφήγηση κάνει και ο Πύργος χάρις στον οποίο οι αιχμάλωτοι βρίσκονται υπό συνεχή επιτήρηση.

«Στο πάνω μέρος του ορθογωνίου, σε όλη του την έκταση, τα κελιά και τα γραφεία των Ες Ες, με τον Πύργο στο κέντρο. Στο πρώτο πάτωμα του Πύργου, σ΄ ένα είδος μπαλκονιού, ένας σκοπός στέκεται πίσω από το πολυβόλο που είναι στραμμένο προς την πλατεία. Οι προβολείς κατά μήκος του μπαλκονιού είναι σβηστοί. Στη βάση του Πύργου βρίσκεται η αψίδα, κάτω από την οποία περνάμε για να πάμε στη δουλειά ή για να φύγουμε σε μεταγωγή.»[24]

Τέλος, ο αφηγητής κάνει μια διπλή αναφορά στην καμινάδα του κρεματορίου του Μπούχενβαλντ.

«Τη μέρα θα έβλεπαν μια ψηλή καμινάδα, σαν από εργοστάσιο.»[25]

Από την αφήγηση του Antelme γίνεται αντιληπτό πως το στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ αποτελεί έναν χώρο αχανή ο οποίος περιβάλλει τα σώματα των αιχμαλώτων κάνοντάς τους να νιώθουν χαμένοι μέσα σε μια τεράστια συνωστισμένη πόλη.

Β. Γκάντερσχαιμ

«Φτάνουμε στο Γκάντερσχαιμ, σε μία γραμμή που εξυπηρετεί ένα εργοστάσιο. Κατεβαίνουμε από τα βαγόνια. Είναι μαύρο σκοτάδι.»[26]

Σε φανερή αντίθεση με τη φράση που ξεκινούσε η αφήγηση για το Μπούχενβαλντ[27] αρχίζει το υποκεφάλαιο που αφορά την παραμονή του στο Γκάντερσχαιμ. Η έννοια του σκοταδιού, όπως και προηγουμένως, χρησιμοποιείται τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Αξιοσημείωτο είναι πως το συγκεκριμένο στρατόπεδο εξυπηρετεί ένα εργοστάσιο στο οποίο θα δουλεύουν αιχμάλωτοι για όσο καιρό θα παραμένουν εκεί.[28]

antelme 7

http://www.rabaranowski.de/

Λίγα λεπτά μετά οι αιχμάλωτοι οδηγούνται στην αποθήκη του εργοστασίου και ανάβει το φως και το ζήτημα της ορατότητας λύνεται. Η μετάβαση όμως από το σκοτάδι στο φως γίνεται προκειμένου να ενισχύσει την επιτήρηση.

«Το βλέμμα τους διατρέχει τη φάλαγγα από τις πρώτες μέχρι τις τελευταίες σειρές.»[29]

Μετά από το χώρο της αποθήκης οδηγούνται στην καντίνα των εργατών. Οι αιχμάλωτοι δε σταματούν να περνούν από έναν κλειστό χώρο σε έναν άλλον. Νέο τόπος διαμονής τους η εκκλησία, επόμενος κλειστός χώρος. Λίγες μέρες μετά την παραμονή των κρατουμένων στο Γκάντερσχαιμ κάποιοι πολίτες ήρθαν να διαλέξουν τους καταλληλότερους σωματικά προκειμένου να δουλέψουν ως εργάτες αμισθί στο εργοστάσιο. Οι υπόλοιποι θα δούλευαν εκτός εργοστασίου, εντός βέβαια του στρατοπέδου. Ο αφηγητής δεν επιλέχθηκε οπότε δούλευε σε σκληρές συνθήκες εξαιτίας του τσουχτερού κρύου της Γερμανίας. Χαρακτηριστική ως προς το σκηνικό είναι η εικόνα του τραίνου. Ο Φουκώ στο Περί αλλοτινών χωρών, Ετεροτοπίες χαρακτηρίζει το τραίνο ως μια εξαιρετική δέσμη σχέσεων, καθώς αποτελεί κάτι με το οποίο κάποιος διέρχεται, μέσο με το οποίο κάποιος μπορεί να μεταφερθεί από ένα σημείο σε κάποιο άλλο και ταυτόχρονα ένα αντικείμενο που περνάει[30]. Όμως, για τους κρατούμενους το τραίνο έχει μόνο την τελευταία ιδιότητα αφού αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο που διέρχεται κινούμενο στο χώρο. Επιτείνει, επομένως, ακόμη περισσότερο την αίσθηση εγκλεισμού και στασιμότητας.

«Ελευθερία δεν είναι μόνο να τρως, είναι και να μετακινείσαι.»[31]

Ύστερα, ο Antelme μάς αφηγείται πως μετά από λίγες μέρες βρίσκεται να δουλεύει σε ένα συνεργείο εντός του εργοστασίου. Φαίνεται πως οι ομόκεντροι κύκλοι του εγκλεισμού πολλαπλασιάζονται: Γερμανία, στρατόπεδο Γκάντερσχαιμ, εργοστάσιο, συνεργείο και στο κέντρο ο κρατούμενος. Τα ίδιο ισχύει και για το χώρο του ρεβίρ[32] του αυτοσχέδιου ιατρείου το οποίο επισκέπτονταν οι αιχμάλωτοι σε περίπτωση εκδήλωσης ασθένειας εξαιτίας των κακουχιών και της σωματικής εξάντλησης. Όπως γίνεται φανερό το ρεβίρ βρίσκεται στο βάθος της εκκλησίας, στο μέρος όπου κοιμούνταν οι αιχμάλωτοι τις ώρες που δεν δούλευαν. Ουσιαστικά, αποτελεί μια προέκταση του χώρου της εκκλησίας. Ο εγκλεισμός δεν σταματά παρά μόνο αλλάζει μορφή ο χώρος.

Η μονοτονία, η στασιμότητα και η μονιμότητα της ίδιας χωρικής διάταξης, του ίδιου σκηνικού χώρου οδηγεί τους αιχμαλώτους στην απώλεια της αίσθησης του χρόνου. Η εύρεση τομών στο χώρο εμποδίζει την δημιουργία τομών στο χρόνο.

«Μόνον η Κυριακή μπορεί να μας ξεκολλήσει από την κολλώδη μάζα ομοιογενούς διάρκειας, να επιβάλει τομές[...]»[33]

antelme 8

http://www.rabaranowski.de/

Μοναδική «έξοδος» από το Γκάντερσχαιμ επιχειρείται όταν οι Ες Ες αποφασίζουν να μεταφέρουν τους αιχμαλώτους σε έναν κλίβανο, λίγη ώρα από το εργοστάσιο. Ένας ακόμη χώρος εγκλεισμού και επιτήρησης, μία ακόμη περίφραξη υψώνεται γύρω από τα σώματα των κρατουμένων. Πότε σαν συλλογικότητες πότε σαν άτομα οι κρατούμενοι μεταφέρονται από κελί σε κελί, από κυψέλη σε κυψέλη, από χώρο εγκλεισμού σε χώρο εγκλεισμού. Το νέο τους «σπίτι» μετά το πρόχειρο καταφύγιο της εκκλησίας θα αποτελέσουν ορισμένα παραπήγματα (μπλοκ). Μέσα στον μεγάλο περιχαρακωμένο χώρο του στρατοπέδου τα μπλοκ των κρατουμένων, οι μικρότερες περιφράξεις, μοιάζουν σαν τεράστιες μαύρες κυψέλες.[34]

Γ. Νταχάου

Το βαγόνι μαζί με το φορτίο που κουβαλά εισέρχεται στο στρατόπεδο Νταχάου. Έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του και την αίσθηση του χρόνου μετά την μεγάλη πορεία, ο Antelme προβαίνει σε έναν χαρακτηρισμό του χώρου.

«[...]ο χώρος είναι η μανία.»[35]

Πιθανότατα, ο Antelme με τη συγκεκριμένη φράση να θέλει να γνωστοποιήσει τις επιπτώσεις που είχε πάνω του ο συνεχής εγκλεισμός. Μανία είναι η οξεία διατάραξη του μυαλού, η παραφροσύνη και η τρέλα η οποία προκαλείται από την χωρική διάταξη μέσα στην οποία περιορίστηκε η ύπαρξή του.

antelme 9

Ο χώρος του Νταχάου όπως και των προηγούμενων στρατοπέδων αποτελεί έναν χώρο ετερογενή και περιφραγμένο με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Οι αιχμάλωτοι θα εγκατασταθούν στα μπλοκ τα οποία αποτελούν μυρμηγκοφωλιά από ανθρώπους[36] και στα οποία καθένας έχει δικαίωμα στη θέση του.[37]

25 Απριλίου

Η αφήγηση του Antelme ολοκληρώνεται μέσα στο χώρο του Νταχάου. Όπως και στην αρχή της αφήγησης, συμμαχικά αεροπλάνα περνούν πάνω από το έδαφος του στρατοπέδου, όμως αυτή τη φορά είναι κοντά και τα σηκωμένα βλέμματα που στρέφονται προς το μέρος τους προσδίδουν μια προοπτική βάθους, ο χώρος διευρύνεται και η περίφραξη ατονεί.

«Να κι άλλα αεροπλάνα με αστέρια[...] Όλα τα κεφάλια είναι στραμμένα προς τον ουρανό.»[38]

Σημειώσεις

[1] R. Antelme , To ανθρώπινο είδος, μτφρ. Τ. Βικιαρέλη, Σ. Μπενβενίστε, Εστία, Αθήνα, 2008

[2] P. Levi , Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, Άγρα, Αθήνα, 2009 και J. Semprun, Το μεγάλο ταξίδι, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, Εξάντας, Αθήνα, 1974

[3] Β. Αθανασόπουλος , Οι ιστορίες του κόσμου. Τρόποι γραφής και ανάγνωσης του οράματος, Πατάκης, Αθήνα, 52010, σ.74-75

[4] Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί ο Αntelme στο πρωτότυπο κείμενο, από εδώ και στο εξής θα χρησιμοποιείται η αντίστοιχή της στα ελληνικά, η «απανθρωποποίηση».

[5] R. Antelme , To ανθρώπινο είδος, μτφρ. Τ. Βικιαρέλη, Σ. Μπενβενίστε, Εστία, Αθήνα, 2008, σ. 14

[6] Α. Τζούμα, Εισαγωγή στην αφηγηματολογία .Θεωρία και εφαρμογή της αφηγηματικής τυπολογίας του G.Gennette, Συμμετρία, 1994, σ. 136-137

[7] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 15

[8] Β. Αθανασόπουλος, στο ίδιο, σ. 67

[9] Ph. Smith, Πολιτισμική θεωρία. Μια εισαγωγή, Κριτική, Αθήνα, 2006, σ. 198

[10] Θ. Γιαλκέτσης, «Τι με συνδέει με τον Μαρξ», Εφημερίδα των συντακτών, 21-22/6/2014, σ. 69

[11] G. Deleuze κ.α., H κοινωνία του ελέγχου, Ελευθεριακή κουλτούρα, Αθήνα, 2001, σ. 9

[12] P. Barry, Γνωριμία με τη θεωρία. Μια εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισμική θεωρία, μτφρ. Αναστασία Νάτσινα, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2013, σ. 212

[13] M. Foucault, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα, 2011, σ. 158

[14] Μ. Foucault, στο ίδιο, σ. 162

[15] Μ. Foucault, στο ίδιο, σ. 163

[16] Μ. Foucault, στο ίδιο, σ. 164

[17] Μ. Foucault, στο ίδιο, σ. 166

[18] Μ. Foucault, στο ίδιο, σ. 228

[19] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 19

[20] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 19

[21] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 50

[22] «[...]στον κεντρικό διάδρομο του παραπήγματος, ανάμεσα στις δύο σειρές των κρεβατιών.», R. Antelme, στο ίδιο, σ. 20

[23] «Η πλατεία είναι σκοτεινή, ένα τεράστιο ορθογώνιο», R. Antelme, στο ίδιο, σ. 34

[24] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 34

[25] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 20

[26] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 52

[27] Βλ. παρούσα εργασία σ. 2

[28] Για τη σχέση εργοστασίων και ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κατατοπιστική είναι η έρευνα του Enzo Traverso στο βιβλίο του Οι ρίζες της ναζιστικής βίας. Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, Εικοστός πρώτος, Αθήνα, 2013

[29] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 53

[30] Μ. Foucault, «Περί αλλοτινών χώρων», 3/1967,
http :// biennale 1 . thessalonikibiennale . gr / pdf / MICHEL FOUCAULT HETEROTOPIAS GR .pdf, (πρόσβαση 2/1/2015)

[31] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 76

[32] «Το ρεβίρ δεν είναι άλλο από το βάθος της εκκλησίας. Δεν μας χωρίζει απ΄αυτό παρά ένα φτενό χώρισμα.», στο ίδιο, σ. 148

[33] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 120

[34] «Το παράπηγμα των Ρώσων κι εκείνο των Πολωνών φάνταζαν πάνω στη λασπωμένη γη, σαν τεράστιες μαύρες κυψέλες∙ πιο πάνω μια άλλη κυψέλη, το παράπηγμα των Ες Ες.» R. Antelme, στο ίδιο, σ. 276 και «[...] ο χώρος των πειθαρχιών παραπέμπει πάντα, κατά βάθος, στο κελί και την κυψέλη.», M. Foucault, στο ίδιο, σ. 164

[35] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 445

[36] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 455

[37] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 461

[38] R. Antelme, στο ίδιο, σ. 463

Πηγή: http://www.academia.edu/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ