Menu
23 / 02 / 2019 - 03:03 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

bobio-30

Του Αντώνη Μπαλασόπουλου

IV.
Ωστόσο, αυτή είναι ακριβώς η μορφή του «ηθικού αντικρατισμού» που ήταν πολιτισμικά κυρίαρχη όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση του 2009.

Το έργο του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στη σειρά Homo Sacer —και ειδικότερα το ίδιο το βιβλίο, Homo Sacer, καθώς και τα, Κατάσταση εξαίρεσης, Remnants of Auschwitz [Απομεινάρια του Άουσβιτς] και The Kingdom and the Glory [Το βασίλειο και η δόξα]— είναι, αν μη τι άλλο, ακόμα πιο απομακρυσμένο από μια ταξική προβληματική σε σύγκριση με το έργο του ίδιου του Φουκό(145), το οποίο αποτελεί και έναν από τους κεντρικούς θεωρητικούς πυλώνες του(146). Η όψιμη ενασχόληση του Φουκό με τη νεοφιλελεύθερη «κρατικοφοβία» και τη μετεξέλιξή της σε τεχνολογία της διακυβέρνησης από το τέλος του Β' παγκόσμιου πολέμου έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ουσιαστικά είναι απούσα στο έργο του Αγκάμπεν∙ ταυτόχρονα, η πρώιμη τάση του Φουκό υπέρ μιας περιοδοποίησης που παρακάμπτει το σύγχρονο, φιλελεύθερο κράτος προς όφελος μιας συνάρθρωσης της προνεωτερικής κυριαρχικής βίας και της όψιμης νεωτερικής βιοπολιτικής, τονίζεται ακόμα πιο δραματικά. Όπως και στο, Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και στην τελευταία ενότητα της Ιστορίας της σεξουαλικότητας του Φουκό, η τάση είναι να ευνοείται μια ιστορική ματιά πάνω στο κράτος που λίγο ως πολύ συνδέεται με την οπτική του ολοκαυτώματος και των στρατοπέδων συγκέντρωσης (στο Homo Sacer και το Remnants of Auschwitz), ή, σε μια πολύ παρόμοια εκδοχή, με την αμέσως προηγούμενη εγκαθίδρυση μιας συνταγματικής κατάστασης εξαίρεσης στη δημοκρατία της Βαϊμάρης (στο Κατάσταση εξαίρεσης). Εδώ δεν έχουμε μια περίπτωση όπου το κράτος παρακάμπτεται επιστημολογικά μέσα από τη συρρίκνωσή του στο νομικό πεδίο (όπως γενικά συμβαίνει στο έργο του Φουκό), αλλά μια περίπτωση όπου το κράτος υποβάλλεται σε μια διπλή ερμηνευτική επεξεργασία: από τη μια πλευρά, ανάγεται ταυτόχρονα στη νομική και την ανομική λειτουργία του(147), και από την άλλη, ταυτίζεται (όπως ήδη γίνεται συχνά στο έργο των «Nouveaux Philosophes»), με μια μονίμως ενεργή αρχή «ολοκληρωτισμού».

bobio-31Οι δυνατότητες πολιτικής αντίστασης σε τέτοιου είδους εγγενείς τάσεις συνδέονται τόσο αδιόρατα με οτιδήποτε θυμίζει συλλογική, πολιτικά μεσολαβημένη ζωή όσο και στο έργο του Φουκό: το habeas corpus δεν είναι επίτευγμα όσον αφορά την ανθρώπινη ελευθερία κατά της αυθαίρετης επίθεσης του κράτους, αλλά «η πρώτη καταγραφή της γυμνής ζωής ως νέου πολιτικού υποκειμένου»(148)· η σύγχρονη (μετά τον 17ο αι.) δημοκρατία δεν καταργεί τον αρχαϊκό θεσμό μιας κατ' εξαίρεση ανυπεράσπιστης «ιερής ζωής», αλλά την «διασπείρει σε κάθε ατομικό σώμα»(149)· αυτό που βρίσκεται στη βάση του σύγχρονου κράτους «δεν είναι ο άνθρωπος ως ελεύθερο και ενσυνείδητο πολιτικό υποκείμενο» αλλά ως γυμνή ζωή(150)· στην προσπάθειά τους να θεμελιώσουν την προστασία της ζωής, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις μπορούν να την συλλάβουν μόνο «στη μορφή της γυμνής ζωής ή της ιερής ζωής», και άρα «διατηρούν [...] μια μυστική αλληλεγγύη με τις δυνάμεις που θα όφειλαν να αντιμάχονται*»(151)· η μόνη διέξοδος είναι να καταστήσουμε τη γυμνή ζωή «τον τόπο όπου συγκροτείται και εγκαθίσταται μια μορφή ζωής η οποία εκχύνεται ολάκερη στη γυμνή ζωή», ώστε να γίνει βίος που διαλύεται στην «ίδια τη ζωή του»(152). Βέβαια, η ασάφεια αυτών των οντολογικο-πολιτικών κανονιστικών προτάσεων δεν ισοδυναμεί με «ριζοσπαστισμό» όταν μεταφερόμαστε στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής· σε ένα πρόσφατο άρθρο του για τα καταστροφικά αποτελέσματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής κρίσης, αυτό που τελικά προτείνει ο Αγκάμπεν είναι η δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής συντακτικής εξουσίας» που θα μπορούσε «να ξαναδώσει ζωή και πραγματική ύπαρξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς»(153) — μ' άλλα λόγια, άλλη μια εκδοχή του αστικού νομικισμού που αποδόμησαν ανεπιστρεπτί πριν από κάποιες δεκαετίες τόσο οι μαρξιστές όσο και οι φουκοϊκοί.

bobio-32

Όμως, η ανερυθρίαστη επιστροφή του Αγκάμπεν στις σεπτές παραδόσεις του αστικού συνταγματισμού φαίνεται πως δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να ανταποκριθεί στις ακραίες πιέσεις της σύγχρονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης· είναι αναπόφευκτα μια ένδειξη των συνεπειών που έχει η ολοένα και μεγαλύτερη απόσπαση των διανοουμένων από την οργανωτική εμπειρία και τις πρακτικές ανάγκες που προκύπτουν από την προλεταριακή αυτενεργό δράση. Η Έλεν Μ. Γουντ, γράφοντας για το ρεύμα που η ίδια ειρωνικά αποκαλεί «Νέος 'αληθινός' σοσιαλισμός», παρατηρεί πως η τάση, ειδικά μετά τη δεκαετία του 1960, να απογυμνώνεται το σοσιαλιστικό εγχείρημα από την ταξική ανάλυση έχει οδηγήσει όχι απλώς στην «απόρριψη της ταξικής πολιτικής» και την πριμοδότηση των «αγώνων για τη δημοκρατία» από τα ούτως καλούμενα «νέα κοινωνικά κινήματα», αλλά επίσης, όσο κι αν αυτό ηχεί παράδοξο, σε μια αυξημένη έμφαση στο προνομιακό στάτους των ίδιων των διανοούμενων, οι οποίοι εμφανίζονται εδώ και καιρό ως οι κυρίως επιφορτισμένοι με τα καθήκοντα της κοινωνικής αλλαγής, που εκλαμβάνεται πια ως αποτέλεσμα απλής εμβάπτισης σε αφηρημένα «ανατρεπτικές» λογοθετικές πρακτικές(154).

Παραδόξως, το χάσμα ανάμεσα στην «πολιτική» και την «οικονομία», ή την «πολιτική» κοινωνία και την «κοινωνία των ιδιωτών», που για τον Μαρξ αποτελούσε δομική προϋπόθεση του σύγχρονου κράτους σε μια περίοδο που βρισκόταν πολύ κοντά στην απαρχή μιας σειράς συναντήσεων μεταξύ διανοουμένων και κράτους, επανεισάγεται τελικά ταυτόχρονα ως το σύμπτωμα και ως το όριο της σύγχρονης κριτικής για το κράτος. Από τη μια πλευρά, μπορεί κανείς να εντοπίσει πολλές ενδείξεις για τις γοργά αυξανόμενες αυταρχικές τάσεις του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους – μια κλιμακούμενη χρήση σωματική βίας και καταναγκασμού, έναν απονομιμοποιημένο και αδύναμο κοινοβουλευτισμό, μια αυξανόμενη δυσανεξία απέναντι στην καθολικότητα των δικαιωμάτων (ιδίως των δικαιωμάτων των μεταναστών χωρίς χαρτιά), μια κλίση προς τον πολλαπλασιασμό των κρατήσεων και των «κέντρων φιλοξενίας», μια κραυγαλέα αδιαφορία απέναντι στα λαϊκά αιτήματα. Από όλες αυτές τις απόψεις, η γραμμή σκέψης που συνδέει τις ύστερες μαρξιστικές και μεταμαρξιστικές διερευνήσεις του ζητήματος του κράτους, από τον «αυταρχικό κρατισμό» του Πουλαντζά μέχρι το ενδιαφέρον του Αγκάμπεν (και εν μέρει του Φουκό) για το σημείο επαφής μεταξύ της συγκροτητικής βίας της κυρίαρχης εξουσίας, της αμφίσημης λειτουργίας του «κράτους δικαίου» και της επέκτασης του χώρου των πειθαρχικών και βιοπολιτικών τεχνικών, φαίνεται επίκαιρη και διεισδυτική. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η περίοδος μετά το 2009 έχει αναπλαισιώσει όλα αυτά τα συμπτώματα και τις εξελίξεις στο πεδίο του ρόλου του κράτους σε ολοένα και πιο κραυγαλέες μορφές οξύμωρα «αντικρατικιστικών» οικονομικών παρεμβάσεων: Οι δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες φαίνεται να έχουν πιαστεί σε έναν νέο κύκλο βίαιης «πρωταρχικής συσσώρευσης» που περιλαμβάνει την απαλλοτρίωση δημόσιων και εθνικών πόρων από το ιδιωτικό κεφάλαιο, το πετσόκομμα μισθών, θέσεων εργασίας, συντάξεων και επιδομάτων, την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, την υπαγωγή πρώην ημι-περιφερειακών κρατών σε μορφές νεοαποικιακής εξάρτησης, τη διαρκή χάραξη «τρίτων κόσμων» μέσα σε περιοχές του πρώτου.

bobio-33Εν ολίγοις, ανακαλύπτουμε για άλλη μια φορά το πεδίο ενός κράτους άρρηκτα συνδεδεμένου με αυτό που ο Μαρξ δεν θα δίσταζε να αποκαλέσει ταξική πάλη, με μορφές ταξικής κυριαρχίας και με τους καθολικά άνισους και συνάμα αλληλένδετους ιστορικούς ρυθμούς τους. Οι τελευταίοι συνδέονται με τους εθνικά ιδιαίτερους αλλά παγκόσμια υπερκαθορισμένους κύκλους οικονομικής ανόδου και ύφεσης και με το βασανιστικά αργό ρυθμό αυτής της περιόδου πολιτικο-οικονομικής μετάβασης η οποία προοιωνίζεται μακρά και οδυνηρή. Ο πρώτος κύκλος της θεωρίας του κράτους –αυτός που συνδέει τον Χέγκελ με τους Μαρξ και ΄Ενγκελς καθώς και με τον Λένιν, και που δείχνει να αναβιώνει σε αναθεωρημένη μορφή στους Γκράμσι και Πουλαντζά– φαίνεται ξαφνικά λιγότερο κλειστός από ό,τι φαινόταν εδώ και αρκετό καιρό, αν και για αρνητικούς λόγους(155). Στο τέλος του βιβλίου του, Representing Capital [Αναπαριστώντας το κεφάλαιο], ο Φρέντρικ Τζέιμσον σημειώνει σχετικά ότι μια επιστροφή στην αλτουσεριανή διάκριση ανάμεσα στην «εκμετάλλευση» και την «κυριαρχία» αποκαλύπτει τις βαθύτατες συνέπειες του «ριζικού διαχωρισμού της πολιτικής από την οικονομία» για τη δική μας στιγμή. Αυτή η εποχή, φαίνεται να ισχυρίζεται ο Τζέιμσον, είναι μια εποχή κατά την οποία αποκαλύπτεται η κρυφή εξάρτηση των «νέων κοινωνικών κινημάτων» (όπως το «Occupy Wall Street» και τα ευρωπαϊκά του αντίστοιχα) από το ίδιο το σύστημα στο οποίο έχουν στόχο να εναντιωθούν, η ανικανότητά τους να κινηθούν πέρα από τη ρεφορμιστική (και ίσως και ουτοπική) παρόρμηση που θέλει να εκλογικεύσει και να αναπροσαρμόσει εκείνο που τα κινήματα αυτά αντιλαμβάνονται ως απλώς επιμέρους και άρα αντικαταστάσιμες «εκφράσεις»(156) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής:

Ακολουθώ εδώ τη θέση του Αλτουσέρ, σύμφωνα με την οποία η δομή του τρόπου παραγωγής κυρίως οργανώνεται από τις «σχέσεις παραγωγής», ή με άλλα λόγια από τη δομή της εκμετάλλευσης: Επομένως η κυριαρχία δεν είναι απλώς η «δευτερεύουσα» συνέπεια αυτής της δομής, αλλά και ο τρόπος αναπαραγωγής και όχι παραγωγής της. [...] [Ο] αναρχισμός δίνει κυρίως έμφαση στην κυριαρχία, δηλαδή στις εκδοχές και μορφές της εξουσίας ως τέτοιας (και όχι σε αυτό που θα μπορούσαμε για συντομία να ονομάσουμε οικονομία), και όλοι γνωρίζουν τη γοητεία που ασκεί αυτή η πολυπρόσωπη λέξη σήμερα και στην πολιτική και στη θεωρία. [Η] μαρξιστική θέση βλέπει αυτή την έμφαση ως ουσιαστικά ηθικού χαρακτήρα, και θεωρεί πως οδηγεί σε στιγμιαίες εξεγέρσεις και πράξεις αντίστασης και όχι στον μετασχηματισμό του ίδιου του τρόπου παραγωγής· [...] η επικέντρωση στην εκμετάλλευση οδηγεί σε ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικό, ενώ η επικέντρωση στην κυριαρχία σε ένα πρόγραμμα δημοκρατικό, ένα πρόγραμμα και μια γλώσσα που πολύ εύκολα εγκολπώνεται από το καπιταλιστικό κράτος(157).

Το παρόν πλαισιώνεται από μια ανανεωμένη σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων, με αυτό που ο Τζέιμσον παρουσιάζει ως «αναρχισμό» να αναδιπλασιάζεται με όρους νέας σοσιαλδημοκρατίας, εφόσον και εκεί η έμφαση τείνει να μετακυλίεται διαρκώς από τη συνολική κριτική του τρόπου παραγωγής στην υποστασιοποίηση της σημασίας της «δημοκρατίας», που με την σειρά της εκτοπίζει το ζήτημα της (αντι)κρατικής επανάστασης και ανανεώνει την πίστη σε έναν αφηρημένα «δικαιότερο» καπιταλισμό, την ίδια στιγμή που η μαρξιστική θεωρία φαίνεται να επιστρέφει αναγκαστικά στην επαναψηλάφηση των ζητημάτων που έθεσε η λενινιστική τομή. Το τοπίο που διαμορφώνει αφενός η απορρύθμιση του εδραιωμένου παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και αφετέρου η έκλειψη της πολιτικής αυτονομίας και της από τα κάτω νομιμοποίησης του σύγχρονου αστικού κράτους, δυσχεραίνει τις προβλέψεις αυτής της σύγκρουσης: είναι ακόμη πρώιμο, με άλλα λόγια, να αποφανθούμε για το αν βρισκόμαστε στο κατώφλι ακόμα αδιανόητων μεταλλάξεων και αναπροσαρμογών της κρατικής μορφής ή αν πλησιάζουμε ραγδαία μια νέα αναμέτρηση με την πεισματική επιμονή του κράτους ως ορίου για την κριτική σκέψη, ως τυφλής και βουβής αντικειμενικότητας απέναντι στην οποία θα χρειαστεί να αναλάβουμε εκ νέου το χρέος της εξέγερσης.

Μετάφραση: Έφη Αυγήτα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΑΝΑΦΟΡΕΣ

(145) Πράγματι, ο Αγκάμπεν υιοθετεί πλήρως την προσπάθεια του Φουκό να συγκεράσει τον μαρξισμό με το γενικότερο πεδίο των θεωριών για τη «φυλετική πάλη», όπως εμφανίζεται στο έργο του, Για την υπεράσπιση της κοινωνίας (σσ. 84-85, 86-110, 312-324). Έτσι, υποβιβάζει την ταξική πάλη σε μια απλώς τοπική έκφανση του γενικότερου κανόνα που διέπεται από την αρχή φίλου-εχθρού του Σμιτ: «Μια προσεκτική ματιά μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ακόμα και αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί πάλη των τάξεων [...] δεν είναι τίποτα άλλο από αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο που διαιρεί κάθε λαό». Αγκάμπεν, Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτρφ. Παναγιώτης Τσιαμούρας (Αθήνα: Scripta, 2005), σ. 273. Το έργο του, Kingdom and the Glory, το μόνο που ασχολείται με την οικονομία, δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για την ταξική πάλη και μετά βίας αγγίζει την έναρξη της πολιτικής νεωτερικότητας. Πρόθεσή του είναι μάλλον να προσφέρει μια «θεολογική γενεαλογία» της έννοιας της οικονομίας, η οποία βασίζεται έντονα –και αναπόφευκτα– σε πατριστικές και μεσαιωνικές πηγές. Βλ. Agamben, The Kingdom and the Glory: For a Theological Genealogy of Economy and Government, μτφρ. Lorenzo Chiesa & Matteo Mandarini (Stanford: Yale University Press, 2011).

(146) Το Homo Sacer ξεκινά, σχεδόν, με τους συλλογισμούς του Φουκό σχετικά με το «δικαίωμα ζωής και θανάτου» στην τελευταία ενότητα της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, Τόμος 1. Βλ. Homo Sacer, σσ. 19-29.

(147) Βλ. Αγκάμπεν, Homo Sacer, σσ. 57-58, 61, 66-67, 91, 176-177· Κατάσταση εξαίρεσης, μτφρ. Μαρία Οικονομίδου (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2007), σσ. 1, 121-122.

(148) Αγκάμπεν, Homo Sacer, σ. 195.

(149) Ό.π. σ. 197.

(150) Ό.π., σ. 203.

(151) Ό.π., σ. 211.

(152) Ό.π., σ. 211.

(153) Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, «Η Ελλάδα και η Ευρώπη», μτφρ. Άκης Γαβριηλίδης, Βίκυ Σκούμπη, Η Εποχή (Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012). Νωρίτερα, άλλος ένας από τους «πεφωτισμένους» ευρωπαίους στοχαστές, ο Γιούργκεν Χάμπερμας, έκανε τη δική του έκκληση για συνταγματική μεταρρύθμιση την οποία θεωρεί ως τη μόνη ελπίδα να σωθεί το «ευρωπαϊκό εγχείρημα», το οποίο, όπως ισχυρίζεται, έπαψε να θεωρεί ως αυτομάτως πρόσφορο για τη δημοκρατία μετά το ξεκίνημα της κρίσης το 2008. Βλ. «Jürgen Habermas, the Last European», μτφρ. Paul Cohen, Pressurop, http://www.presseurop.eu/en/content/article/1242541-juergen-habermas-last-european

(154) Wood, The Retreat from Class, σσ. 3-6. Σε ένα πρόσφατο άρθρο με τίτλο, «Η εξέγερση της μισθωτής μπουρζουαζίας», ο αυτοαποκαλούμενος «ριζοσπάστης μαρξιστής» Σλαβόι Ζίζεκ δηλώνει χαρακτηριστικά ότι οι «πρόσφατες απεργίες [...] είναι κυρίως απεργίες από μέρους της 'μισθωτής μπουρζουαζίας' που καθοδηγούνται από το φόβο ότι θα χάσει [τον υπερμισθό της]» και θέτει το ρητορικό ερώτημα: «Ποιος τολμάει να απεργήσει σήμερα, όταν το να έχει κανείς μια μόνιμη δουλεία έχει γίνει προνόμιο;». Βλ. http://ilesxi.wordpress.com/2012/01/19/σλάβοι-ζίζεκ. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι χαλυβουργοί στον Ασπρόπυργο της Αθήνας βρίσκονται στην 228η ημέρα της μεγαλύτερης απεργίας που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Ως επί το πλείστον αγνοήθηκε τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τους δυτικούς διανοούμενους, παρά το παγκόσμιο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για την ταραχώδη κατάσταση στην Ελλάδα. Όσο για τη «μισθωτή μπουρζουαζία», η οποία υποστηρίζεται ότι έχει αντικαταστήσει την από καιρού εξαφανισμένη εργατική τάξη, εύλογα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι πρόκειται για την τελευταία μεταμόρφωση της συχνά επικριθείσας διάγνωσης περί «επανάστασης των διευθυντών», η οποία διατυπώθηκε το 1941 από τον πρώην τροτσκιστή και ιδεολόγο της Νέας Δεξιάς, Τζέιμς Μπέρναμ. Βλ. Βαγγέλης Ζέρβας, «Η πολιτική οικονομία του Slavoj Žižek: Καταστρέφοντας τα τετράδια της μαρξιστικής θεωρίας», Praxis: Επιθεώρηση κριτικών κοινωνικών ερευνών, 1.1 (Μάιος 2012), σσ. 11-13.

(155) Για μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια επανασύνδεσης με τον πρώτο αυτό κύκλο επαναστατικού αντικρατισμού, σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες μορφές «αριστερής δημοκρατικής» κριτικής, βλ. Badiou, «Speculative Disquisition», σσ. 78-95.

(156) Αυτή η συμπεριφορά είναι έκδηλη στην κυρίαρχη τάση της σύγχρονης αριστεράς να αντικαθιστά την κριτική στο καπιταλιστικό κράτος με μια κριτική κατά του φιλελευθερισμού, ο οποίος εκλαμβάνεται ως η καταστροφική και παράλογη μετάλλαξη ενός υπόρρητα «επωφελούς» κεϊνσιανικού τρόπου διακυβέρνησης.

(157) Fredric Jameson, Representing Capital: A Reading of Volume One (London and New York: Verso, 2011), σ. 150.87

Πηγή: http://bestimmung.blogspot.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ