Menu
23 / 01 / 2018 - 11:59 am
A Site By Your Side
A+ A A-

fylo-choros

Βάνα Τεντοκάλη

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 Σε ένα επιστημολογικό πεδίο κατ' εξοχήν «μεταιχμιακό», όπως αυτό της αρχιτεκτονικής, η οποία αιωρείται, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάμεσα στις τέχνες και τις επιστήμες και σε ένα δεύτερο ανάμεσα στις κοινωνικές επιστήμες και τις τεχνολογικές –χωρίς να είναι η ίδια επιστήμη–, η εισαγωγή της παραμέτρου του φύλου αποτελεί ένα κατ' εξοχήν διεπιστημονικό ζήτημα, εξίσου αιωρούμενο.

Και για να ακριβολογήσω, εάν ήταν πράγματι αιωρούμενο, η ανάγνωσή του, η ανίχνευσή του, ο εντοπισμός του θα ήταν απλός, αναμενόμενος. Θα αρκούσε μια οπτική (ή περισσότερες), οι οποίες δε θα γειώνονταν ποτέ. Αλλά προφανώς δεν είναι έτσι, ίσως και μόνο για τον απλό λόγο ότι η αρχιτεκτονική εξ ορισμού γειώνεται ή και γειώνει.

Κατά συνέπεια η ερώτηση που διατυπώνεται είναι διπλή και αφορά στον τρόπο διαμόρφωσης μιας οπτικής (ή περισσοτέρων), που θα μπορούσε: πρώτον, να αναθεωρήσει ιστορικά τις μέχρι τώρα οπτικές, οι οποίες διερευνούν το χώρο δίχως να εστιάζουν στην παράμετρο του φύλου· δεύτερον, να εισάγει την παράμετρο του φύλου στη θεωρία και την πρακτική του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Αντικείμενο, λοιπόν, του παρόντος κειμένου αποτελεί η συζήτηση και η διερεύνηση μιας οπτικής (ή περισσοτέρων) στη θεωρία και πρακτική του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, που να εισάγει την παράμετρο του φύλου, με τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή τόσο η «ανάγνωση» του ήδη δομημένου χώρου όσο και η «σύνταξη» του καινούριου. Γι' αυτό και κεντρικό άξονα του παρόντος κειμένου συνιστά η διεπιστημονική προσέγγιση στη διερεύνηση και υιοθέτηση μιας οπτικής που ανιχνεύει την παράμετρο του φύλου, ή ακριβέστερα τις αναπαραστάσεις του, στο χώρο.

archit cho 2

Το εννοιολογικό υλικό πάνω στο οποίο βασίστηκε το παρόν κείμενο συλλέχθηκε στη διάρκεια ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό των ετών 1986-2005. Αναφορικά με τις κυριότερες θεωρίες του φύλου, το εν λόγω πρόγραμμα κατέφυγε για το μεν πρώτο του στάδιο (1986-1990) στις λεγόμενες «θεωρίες δόμησης του φύλου», ενώ για το δεύτερο (1990-2005) στις «θεωρίες αποδόμησης του φύλου». Εδώ, όχι μόνο για λόγους έλλειψης χώρου, αλλά κυρίως για θεωρητικούς λόγους που θα αναλυθούν, θα αναφερθώ μόνο στη δεύτερη κατεύθυνση.

Στην αρχιτεκτονική θεωρία φαίνεται πως, με έναν διεπιστημονικό τρόπο, οι θεωρίες της «αποδόμησης του φύλου» είναι άρρηκτα δεμένες με εκείνες τις «αποδόμησης του χώρου». Και οι δυο εξερευνούν κι αναπτύσσουν πάρα πέρα το «σημείο αφετηρίας» της διαδικασίας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, με τρόπο ώστε να καταλήγουν σε ένα «τέλος» που γεννά και δημιουργεί πολλαπλές δυνατότητες. Ο διεπιστημονικός άρρηκτος δεσμός τους λαμβάνει χώρα σε ένα ευρύ εννοιολογικό οπλοστάσιο της αρχιτεκτονικής θεωρίας και πρακτικής, στο οποίο συγκλίνουν η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση, η κριτική λογοτεχνίας, ο κινηματογράφος, κτλ. Μια οπτική (ή και περισσότερες) που εξάγεται από το παραπάνω οπλοστάσιο πρόκειται να παρουσιαστεί εδώ.

Ένα εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η έμφαση στην οπτική και όχι στο αντικείμενο. Προκειμένου να ανιχνευθεί το ερώτημα αυτό, που εδώ και είκοσι χρόνια περίπου έχει συζητηθεί εξαντλητικά ως θεμελιώδες ζήτημα στη θεωρία των «σπουδών φύλου στην αρχιτεκτονική», κρίνεται απαραίτητο να παρουσιαστεί έστω και σχηματικά ως προς τη διπλή του αφετηρία, τόσο τη γνωστική όσο και τη φιλοσοφική. Η εισαγωγή της παραμέτρου του φύλου, όπως και κάθε άλλης παραμέτρου, στη θεωρία και πρακτική της αρχιτεκτονικής, όπως και σε κάθε επιστημολογικό πεδίο, δε μετακινεί απλώς το αντικείμενο μελέτης και έρευνας, αλλά κυρίως, και μάλιστα πριν απ' αυτό, την οπτική γωνία μέσα από την οποία κατευθύνεται το «βλέμμα». Δεν αλλάζουμε το περιεχόμενο της γνώσης, αν εκ των προτέρων δεν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη γνώση. Δεν αλλάζουμε το γνωστικό αποτέλεσμα, αν εκ των προτέρων δεν αλλάξουμε τη διαδικασία απόκτησής του. Δεν αλλάζουμε τη διαδικασία αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του χώρου, αν εκ των προτέρων δεν αλλάξουμε την ανάγνωσή του, την παρατήρησή του. Δεν αλλάζουμε την κωδικοποίηση του σχεδιασμού του χώρου, αν εκ των προτέρων δεν αλλάξουμε την κωδικοποίηση της «κατανόησης» του χώρου. Θα υποστηρίξω εδώ τη θέση ότι δε νοείται σχεδιασμός του χώρου, εάν δε συνοδεύεται από τη «στοχαστική παρατήρησή» του. Παρατήρηση, όμως, με «τα μάτια που βλέπουν». Αναφέρομαι στα μάτια που βλέπουν του Le Corbusier, όταν διακήρυξε στις απαρχές του μοντέρνου κινήματος την καινούρια οπτική στα αρχιτεκτονικά πράγματα. Τη λέξη «στοχαστική», βέβαια, την χρησιμοποιώ μάλλον καταχρηστικά και πλεοναστικά – και μάλλον προσωρινά, όσο δηλαδή απαιτείται η χρήση της στο παρόν κείμενο, πριν παρουσιασθεί κι εξηγηθεί, έστω συνοπτικά και σχηματικά, το γνωστικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζεται η προτεινόμενη οπτική.

archit cho 3

Η οπτική ως γνωστική προσέγγιση

Σύμφωνα με το Neisser, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες εξαρτώνται από προϋπάρχουσες δομές, οι οποίες κατευθύνουν τη δραστηριότητα της αντίληψης, ενώ συγχρόνως μετασχηματίζονται στην πορεία της. Λέγονται δε «σχήματα». Προκύπτει δηλαδή το φιλοσοφικό ζήτημα, κατά το οποίο «η εικόνα δε βλέπεται, αλλά κατασκευάζεται». Μπορούμε να δούμε μόνο αυτό για το οποίο ξέρουμε πώς να ψάξουμε για να το βρούμε. Είναι λοιπόν τα «σχήματα» μαζί με την προηγουμένη διαθέσιμη πληροφορία, που καθορίζουν τι θα αντιληφθούμε. H αντίληψη είναι πράγματι μια διαδικασία «κατασκευής». Αυτό όμως που πράγματι κατασκευάζει το άτομο δεν είναι μια νοητική εικόνα, που εμφανίζεται στη συνείδηση και θαυμάζεται από έναν εσωτερικό άνθρωπο. Αυτό που πράγματι κάθε στιγμή κατασκευάζει το άτομο είναι οι προβλέψεις για κάθε είδους πληροφορία, οι οποίες το καθιστούν ικανό να την δεχθεί, όταν είναι διαθέσιμη (Neisser, 1976:20). Γι' αυτό λοιπόν «στοχαστική παρατήρηση» και όχι απλά «παρατήρηση».

Tι θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι αυτό που «βλέπω» δεν είναι αθώο, ούτε ουδέτερο· είναι εξ ορισμού μολυσμένο από εκείνο που μέχρι τώρα γνωρίζω. Άλλο τόσο, όμως, είναι μολυσμένο και από εκείνο ακόμη που μέχρι τώρα δε γνωρίζω. Πολλές φορές, ωστόσο, εκείνο που μέχρι τώρα γνωρίζω, αποτελεί και το εμπόδιο για να μη "βλέπω", για να μην "παρατηρώ", για να μη "μαθαίνω" αυτό που δεν γνωρίζω. Εκείνο που γνωρίζω αποτελεί το εμπόδιο· για να μη γνωρίσω το «άλλο».

Η οπτική ως φιλοσοφική προσέγγιση

Φιλοσοφική αφετηρία (ή και καταφυγή) για την υπό διερεύνηση οπτική, η οποία αποπειράται να προσεγγίσει το «άλλο», αποτελεί το αποδομητικό έργο του Derrida. Εμφανιζόμενο στη δεκαετία του '70, εισχωρεί στα περισσότερα επιστημολογικά πεδία. Έκτοτε κάθε ένα από αυτά υιοθετεί καινούριες οπτικές, θέτει καινούρια ερωτήματα, αναδιατυπώνει παλιά, διαμορφώνει και συγκροτεί καινούρια θεωρητικά σώματα. Tο πολυσύνθετο φιλοσοφικό, αποδομητικό έργο του Derrida απορρέει από μια θεμελιώδη κριτική και ερμηνεία του ανθρωπιστικού θεωρητικού λόγου και των αντιλήψεών του για την υποκειμενικότητα και τη γλώσσα. Η πολυπλοκότητα του έργου του έχει προσεγγιστεί κι ερμηνευτεί από πολλές επιστημολογικές απόψεις και πηγές, παρόλο που ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά κάθε ορισμό ή οριοθέτηση του θεωρητικού του λόγου.

archit cho 4

Αποκέντρωση

Ο Derrida, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, διερευνά «το νόμο που κυβερνά την επιθυμία του κέντρου στη συγκρότηση της δομής» (Derrida, 1970:249). Αποσκοπεί στην «αποκέντρωση» του θεωρητικού λόγου, όπως των τριών τύπων «κεντρισμού»: του «φωνοκεντρισμού», του «λογοκεντρισμού» και του «φαλλοκεντρισμού». Αυτοί οι τύποι κεντρισμού συγκροτούνται από δυαδικά συστήματα, ή αλλιώς αντιθετικά ζεύγη, όπως: προφορικός - γραπτός λόγος, πολιτισμός - φύση, πνεύμα - σώμα, μορφή - περιεχόμενο, καλό - κακό, παρουσία - απουσία, άντρας - γυναίκα, ζωή - θάνατος, οντότητα - τίποτα, φως - σκοτάδι, κ.ά.:

Σε αυτά τα παραδοσιακά ζεύγη αντίθεσης δεν υπάρχει συνύπαρξη των αντιθετικών όρων, αλλά μια βίαιη ιεραρχία. Ο πρώτος όρος κυριαρχεί (αξιολογικά, λογικά, κ.λ.π.) πάνω στον άλλο, κατέχει δηλαδή με λίγα λόγια τη δεσπόζουσα θέση. Το να αποδομείς την αντίθεση σημαίνει, πάνω απ' όλα, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να αντιστρέφεις την ιεραρχία. (Derrida, 1981α:41)

Ενώ σύμφωνα με τον στρουκτουραλισμό θεωρείται ικανοποιητικό, εάν ένα κείμενο τεμαχιστεί σε δυαδικές αντιθέσεις, σύμφωνα με τον μετα- στρουκτουραλιστικό λόγο του Derrida το να τεμαχιστεί το κείμενο σε δυαδικές αντιθέσεις δεν είναι αρκετό, εάν αυτές παράλληλα δεν αναιρεθούν. Δεν υποστηρίζεται βέβαια εδώ ότι ο αποδομητικός λόγος του Derrida περιορίζεται στην αναίρεση των δυαδικών αντιθέσεων, αλλά απεναντίας ότι ακόμη και μια προσπάθεια ανάγνωσης, αν όχι ερμηνεία του, συνιστά μια πολύ περίπλοκη και πάντοτε αμφιλεγόμενη επίπονη εργασία.

Διαφωρά

Η αποδομητική κλείδα της σκέψης του Derrida μπορεί να συνοψισθεί στο εξής: σε ένα παραδοσιακό δίπολο, ανάμεσα στους δυο πόλους της αντίθεσης, υπάρχει διαφορά (difference). Μόνο που προκειμένου να αποδώσει τη λέξη διαφορά ο Derrida εισάγει ένα νεολογισμό, μια λέξη που πλάθει ο ίδιος, τη λέξη «differance». Το e το αντικαθιστά με a. «Για τη μεταφορά αυτής της λέξης στα ελληνικά, εμείς αντίστοιχα νομιμοποιούμαστε μέσα στην ίδια λογική να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη 'διαφωρά', αντικαθιστώντας το ο με ω» (Χατζησάββα, 1998). Μ' αυτό το πείραμα λοιπόν ο Derrida θεμελιώνει την άποψή του, σύμφωνα με την οποία, «σε ένα παραδοσιακό ζεύγος αντιθέτων, για παράδειγμα α και β, εκείνο που διαφέρει από το α δεν είναι το διαφορετικό, δηλαδή το β, αλλά αυτό που διαφέρει μέσα στο ίδιο, μέσα στην ίδια τη λέξη του α» (Χατζησάββα, 1998).

Κειμενικότητα

Σύμφωνα με την έννοια της «κειμενικότητας», που εισάγει επίσης ο Derrida, η πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως κείμενο. Ως κείμενο, όμως:

... δε θεωρείται η επέκταση μιας οικείας έννοιας, αλλά η επανατοποθέτησή της. Κείμενο δεν είναι μια διαμεσολάβηση ανάμεσα στη γλώσσα και στον κόσμο, αλλά ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να υπογραμμιστεί μια τέτοια διάκριση. Γενικότερα κείμενο είναι κάθε σύστημα σημείων, ιχνών, αναφορών. Για παράδειγμα, η αντίληψη είναι ένα κείμενο. (Bennington, 1989:84)

archit cho 5

Ανάγνωση

Εάν όμως η πραγματικότητα θεωρείται «κείμενο», τότε ο τρόπος (ή οι τρόποι) προσέγγισης, ανίχνευσης, κατανόησής της μπορεί να συντελεστεί μέσα από την/τις «ανάγνωση (-εις)» της. Διότι για την αποδόμηση, η «ανάγνωση» δεν είναι μια απλή διαδικασία ερμηνείας:

Μια «ανάγνωση» δε δίδει έμφαση μόνο σ' αυτό που είναι παρόν. Δίνει έμφαση εξ ίσου σ' αυτό που δεν είναι παρόν. (Wigley, 1992:329)

Δεν είναι μια διαδικασία αποκρυπτογράφησης. Δεν είναι ούτε αξιοσέβαστη ούτε βάρβαρη. Απλώς είναι η διαβεβαίωση της ανασφάλειας. Ανάγνωση δεν ασκείται από ένα υποκείμενο εναντίον του κειμένου ως αντικειμένου. Απεναντίας, η ανάγνωση επικαλύπτεται από το προς ανάγνωση κείμενο. Άφησε ένα ίχνος στο κείμενο, εάν μπορείς! (Bennington, 1989:84)

Εάν λοιπόν «κάθε τι είναι κείμενο» και εάν επίσης «η ανάγνωση επανεγγράφεται στο υπό ανάγνωση κείμενο», τότε είναι εύκολο να κατανοήσουμε και να υποστηρίξουμε επίσης την ιδέα ότι:

... υπό την επήρεια του μετα-στρουκτουραλισμού, και ειδικά του αποδομητικού λόγου του Derrida, ενώ η φιλοσοφία, η κριτική λογοτεχνίας και η ψυχανάλυση ασχολούνται με την αρχιτεκτονική του κειμένου, η αρχιτεκτονική υιοθετεί φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και ψυχαναλυτικές μεθόδους ή έννοιες. (Tentokali 2001:91)

Η οπτική ως αρχιτεκτονική προσέγγιση

Περιεχόμενο λοιπόν της προτεινόμενης εκπαιδευτικής διαδικασίας συνιστά ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός δια μέσου μιας ευρείας γκάμας προσεγγίσεων «απο-σταθεροποίησης», «απο-διάρθρωσης», «απο-συναρμολόγησης», «απο-γίγνεσθαι», «απο-σύνθεσης», «απο-δόμησης», «διαφοροποίησης». Η προτεινόμενη αυτή διαδικασία, χωρίς να ταυτίζεται κατ' ανάγκη και κατ' αποκλειστικότητα με κάποια από τις ήδη εφαρμοσμένες προσεγγίσεις των πρωτοπόρων αρχιτεκτόνων (B. Tschumi, P. Eisenman, F. Gehry, D. Libeskind, Z. Hadid, Coop Himmelblau, Morphosis, κ.α.), προσβλέπει στο έργο τους θεωρώντας το ως μια ανεξάντλητη πηγή μελέτης, διερεύνησης, κατανόησης, αναφοράς και κριτικής, δίχως όμως να διεκδικεί καμιά από τις διακηρυγμένες ή αδιακήρυχτες θέσεις για «διαχρονική ορθότητα». Αυτή η πλούσια γκάμα προσεγγίσεων βασίζεται σε ένα σύνθετο, ετερογενές, αντιφατικό, χωρίς ιδεολογική συνέπεια, και για αυτό ολισθηρό, υπόβαθρο. Σύνθετο κι ετερογενές, επειδή συντίθεται από παραπάνω από μια οπτικές με διαφορετική καταγωγή και προέλευση. Αντιφατικό και ιδεολογικά ασυνεπές, επειδή μερικές από τις επί μέρους συνιστώσες αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ολισθηρό, όχι ακριβώς με όρους της σκέψης του Deleuze, αλλά με όρους ενδογενούς ασυνέπειας των αντιφατικών μεταξύ τους συνιστωσών. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις, οι οποίες συγκλίνουν μέσα στο ίδιο υπόβαθρο, καθιστώντας το πολλαπλό και πολύχρωμο, ανήκουν ή μάλλον απορρέουν από μια κοινή αφετηρία, του θεωρητικού ρεύματος του «μεταδομισμού».

archit cho 6

Η αρχιτεκτονική ως «γλώσσα»

Στην έρευνά του για τη θεωρία και την εφαρμογή του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ένας από τους πρώτους αποδομιστές αρχιτέκτονες, ο Ρeter Eisenman, προσκαλεί για μια καινούρια προσέγγιση της αρχιτεκτονικής. Όπως ο μέντοράς του ο Derrida εφευρίσκει μια κειμενική αρχιτεκτονική, έτσι και ο Eisenman «διαβάζει το κτίριο ως κείμενο, ενώ ερμηνεύει την αρχιτεκτονική ως γλώσσα και την αρχιτεκτονική πρακτική ως αναπαράσταση ιδεών» (Derrida, 1988:95-101).

Στην ίδια κατεύθυνση, ο Bernard Tschumi φαίνεται πως εξισώνει επίσης την αρχιτεκτονική με τη γλώσσα, με κριτικό όμως τρόπο. Εισάγει μια οπτική, συμφώνα με την οποία ο θεωρητικός λόγος της αρχιτεκτονικής σχετίζεται με θραύσματα της αρχιτεκτονικής πρακτικής. Υποστηρίζει ότι στη διαδρομή για το ασυνείδητο, για την εκσκαφή προς την επιθυμία, ανιχνεύεται η «αρχιτεκτονική της ευχαρίστησης», την οποία, ο ίδιος ξέρει καλά, ότι δεν μπορεί ποτέ να φτάσει. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι:

Τα όνειρα αναλύθηκαν ως γλώσσα και δια μέσου της γλώσσας. H γλώσσα ονομάστηκε «ο κύριος δρόμος προς το ασυνείδητο». Γενικά μιλώντας, η γλώσσα θεωρήθηκε ως μια σειρά από θραύσματα (η Φροϋδική έννοια των θραυσμάτων δεν προϋποθέτει τη θραύση μιας εικόνας ή μιας ολότητας, αλλά τη διαλεκτική πολλαπλότητα μιας διαδικασίας. Αυτό συμβαίνει και με την αρχιτεκτονική, όταν εξισώνεται με τη γλώσσα. Μπορεί να διαβαστεί ως μια σειρά από θραύσματα, τα οποία συγκροτούν μια αρχιτεκτονική πραγματικότητα. Θραύσματα της αρχιτεκτονικής (τμήματα τοίχων, δωματίων, δρόμων,...) είναι όλα όσα μπορεί να δει κανείς. Αυτά τα θραύσματα είναι σαν αρχές χωρίς τέλος. Υπάρχει πάντα ένα χάσμα ανάμεσα σε θραύσματα που είναι πραγματικά, και θραύσματα που είναι φανταστικά, ανάμεσα στην εμπειρία και στην έννοια, ανάμεσα στη μνήμη και στη φαντασία. (Tschumi, 1977:218)

Η αυτονομία της αρχιτεκτονικής

Το ερώτημα για τη σχέση ανάμεσα στις έννοιες της «αυτονομίας της αρχιτεκτονικής από την κοινωνική πραγματικότητα», από τη μια πλευρά, και της «απουσίας αυτονομίας» της, ή πιο σωστά της «κοινωνικής κατασκευής του χώρου», από την άλλη, συνιστά ένα μάλλον πολύπλοκο και αμφιλεγόμενο ζήτημα. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το φιλοσοφικό, επιστημολογικό και αρχιτεκτονικό αυτό ερώτημα συζητιέται, δεν πρόκειται να αναφερθούν εδώ, διότι το παρόν κείμενο δεν αφορά γενικά στη θεωρία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, αλλά περιορίζεται στο εκπαιδευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται. Γι' αυτό και, χωρίς να θεωρεί τη δίχως τέλος αυτή συζήτηση δεδομένη, το παρόν κείμενο εστιάζει στην άποψη των Derrida και Eisenman, κατά την οποία «ο άνθρωπος δε συνιστά πλέον το κέντρο του κόσμου» (Eiseman, 1976:ii-iii) και ότι η αρχιτεκτονική έχει ήδη σπάσει τους δεσμούς της με τον ανθρωπισμό. Κατά συνέπεια, η έννοια της λειτουργίας εξάγεται από το γενεσιουργό μέρος του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και ως εκ τούτου σταδιακά απομυθοποιείται. Επομένως, σκοπός δεν είναι να παρουσιαστεί εδώ μια θεωρητική συζήτηση, αλλά να αναφερθεί εντελώς σχηματικά ένα επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο «ακόμη και όταν ο κοινωνικός παράγων δεν αναφέρεται στη διάρκεια της διαδικασίας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, είναι πάντα παρών» (Tentokali, 2000:89-97).

archit cho 7

Η διεπιστημονική οπτική δια μέσου του φύλου

Καθώς μία από τις πιο «δηλητηριώδεις» ιστορικά δυαδικές αντιθέσεις είναι εκείνη μεταξύ άντρα και γυναίκας, η αποδομητική θεωρία του J. Derrida εφαρμόστηκε και στις θεωρίες του φύλου, στα πεδία της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της κριτικής λογοτεχνίας, της αρχιτεκτονικής, κτλ. Ανάμεσα σ' αυτές τις θεωρίες, οι ψυχαναλυτικές των Η. Cixous, L. Irigaray, και J. Kristeva, συγκροτώντας το λεγόμενο «γαλλικό φεμινισμό», αναδείχθηκαν πρωτοπόρες επηρεάζοντας και άλλα πεδία πέρα από τα στενά επιστημολογικά τους όρια. Αντί να ισχυροποιούν τα όρια ανάμεσα στα προαναφερόμενα πεδία, αποπειρώνται την αποσταθεροποίησή τους με έναν διεπιστημονικό τρόπο. Συγκροτείται μ' αυτόν τον τρόπο ένα νέο θεωρητικό σώμα το οποίο, διαπερνώντας και διατρέχοντας τα προαναφερόμενα επιστημολογικά πεδία χωρίς να σφραγίζει τα μεταξύ τους όρια, εισχωρεί στον επιστημολογικό τους πυρήνα και αναταράσσει το περιεχόμενό τους. Δεν προσφέρουν, επομένως, αυτές οι ψυχαναλυτικές θεωρίες μια ενοποιητική θεωρία για το φύλο ως άμεση συνέπεια του αποδομιστικού λόγου του Derrida, αλλά ερμηνεύουν και διερευνούν αυτόν το λόγο επανατοποθετώντας το ρόλο του υποκειμένου.

Για παράδειγμα, η εφαρμογή της έννοιας της «διαφωράς» στο αντιθετικό ζεύγος «άνδρας-γυναίκα», το οποίο στην πραγματικότητα δε συνιστά αντίθεση, έχει διερευνηθεί στο έργο των Cixous, Kristeva και Irigaray. Από το συνολικό αυτό έργο θα περιοριστώ μόνο εντελώς συνοπτικά στο έργο της Kristeva και της Cixous, και μάλιστα μόνο σε κείνα τα σημεία του, τα οποία με τον έναν η τον άλλο τρόπο επηρέασαν τη συγκεκριμένη εκπαιδευτική διαδικασία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.

Julia Kristeva

archit cho 8Από το φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό λόγο της Kristeva επιλέγω την άποψή της για τη σχέση ανάμεσα στις έννοιες του χώρου και του χρόνου ως προς τον παράγοντα του φύλου. Στο θαυμάσιο άρθρο της "Women's Time", ξεκινώντας με τη φράση του James Joyce: «Ο χρόνος του πατέρα, τα είδη της μητέρας» (Kristeva, 1981:15), υποστηρίζει ότι, όταν η συζήτηση φθάνει στη σχέση του άνδρα και της γυναίκας, με τις έννοιες του χρόνου και του χώρου, ασυνείδητα κανείς σκέφτεται ότι ο χώρος προσιδιάζει στη γυναίκα, ενώ ο χρόνος στον άνδρα:

Όταν εγείρεται το θέμα του ονόματος και του πεπρωμένου της γυναίκας, κανείς σκέφτεται περισσότερο το χώρο που γεννά και διαμορφώνει τα ανθρώπινα είδη, παρά το χρόνο, ο οποίος ταυτίζεται με την ιστορία. Οι σύγχρονες θεωρίες της υποκειμενικότητας, της γενεαλογίας της και των συμβάντων της, διαβεβαιώνουν με τον τρόπο τους αυτή τη διαίσθηση, η οποία πιθανόν να προέρχεται ως αποτέλεσμα μιας κοινωνικο-ιστορικής συνθήκης. (ό.π.)

Αλλά στο φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό της λόγο θα επανέλθω στη συνέχεια, μέσα από το παράδειγμα της χώρας.

Helene Cixous

archit cho 9H Helene Cixous μελετά τη «διαφωρά» ανάμεσα στα φύλα, μέσα από τα κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνίας και της μυθολογίας διαφόρων πολιτισμών, εφαρμόζοντας το «λογοκεντρισμό» του Derrida. «Διαβάζοντας» τη Βίβλο με τη διεισδυτική της μάτια, εστιάζει την προσοχή της στη «διαφωρά» ανάμεσα στον Αδάμ και την Εύα και μας παρέχει μια καινούρια, ρηξικέλευθη ερμηνεία. Είναι γνωστό ότι για την απώλεια του Παραδείσου, οι Βιβλικοί πατριάρχες κατηγόρησαν ευθέως την Εύα, η οποία ακολούθησε την επιθυμία της και μάλιστα αντιδρώντας στο Νόμο του Πατέρα. Η ερμηνεία της Cixous συνοψίζεται στα εξής: Θεωρεί τη συγκεκριμένη αντίδραση της Εύας στο νόμο του Πατέρα, ως αντίσταση στην απαγόρευση, και γι' αυτό την χαρακτηρίζει «γυναικεία». Την διακρίνει μάλιστα από τη στάση του Αδάμ, την οποία θεωρεί ως υπακοή στην απαγόρευση, και γι' αυτό την χαρακτηρίζει «ανδρική».

Υποστηρίζει ότι όλοι μας συμμορφωνόμαστε στους κοινωνικούς σχηματισμούς σύμφωνα με τους δυο αυτούς τρόπους συμβολισμού. «Μπορούμε να επιλέξουμε είτε την υπακοή στην απαγόρευση, όπως έπραξε ο Αδάμ, είτε την αψήφηση της απαγόρευσης, ακολουθώντας τρόπους διαφυγής και υπονόμευσης από τη δύναμή της, όπως έπραξε η Εύα» (Sellers, 1988:2).

Η Cixous δεν αποδίδει τις διαφορές ανάμεσα στα φύλα στο βιολογικό τους προσδιορισμό, αλλά αντιθέτως υποστηρίζει ότι «η δυνατότητα για γυναικείες και ανδρικές ιδιότητες είναι παρούσα και στα δυο φύλα. Δείχνει πως οι έμφυλές μας ταυτότητες δεν είναι σταθεροποιημένες στον έναν ή στον άλλο πόλο, αλλά πως ανάμεσά τους μεσολαβεί ένα ευρύ πεδίο κυμαινόμενων δυνατοτήτων» (Sellers, 1988: 2). Η Cixous υποστηρίζει ότι οι βιολογικές διαφορές ανάμεσα στα φύλα προκαλούν διαφορετικές σωματικές εμπειρίες και ότι αυτές με τη σειρά τους δημιουργούν διαφορετικές πηγές γνώσης.

Παρόλο, λοιπόν, που αυτές οι διαφορές καταλαμβάνουν ένα μικρό μέρος από την εμπειρία του ανθρώπινου είδους, η Cixous μας δείχνει ότι η επιρροή τους ασκείται σε πολλαπλάσιο βαθμό στις διαφορετικές αντιλήψεις και στις διαφορετικές μεταφορές κατανόησης. Η επιμονή της στη διαφορά των φύλων είναι ενδεικτική μιας εκτίμησης των διαφορών όλων των ειδών. Αυτή η αξιολόγηση πηγάζει από την αναγνώριση του θεμελιώδους ρόλου της «διαφωράς» στη γλώσσα, στη σκέψη και στην κατασκευή ομαδικής και ατομικής ταυτότητας. (ό.π.)

Η Cixous, εν κατακλείδι, μας καλεί προς έναν καινούριο προσανατολισμό απέναντι στη «διαφωρά», η οποία συνεπάγεται τη «γυναικεία αποδοχή προς οτιδήποτε αναγνωρίζεται ως 'άλλο'» (ό.π.:3).

Μια έμφυλη αρχιτεκτονική οπτική

Μιλώντας όμως για το «άλλο», για να μη μακρηγορώ, προσεγγίζεται αναπόφευκτα το αντικείμενο της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας, το οποίο συνοψίζεται στη διαμόρφωση μιας οπτικής (ή και περισσοτέρων) έρευνας για τον εντοπισμό ιχνών του φύλου, ή πιο σωστά αναπαραστάσεών του, στη θεωρία και πρακτική του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Διότι είναι κοινός τόπος ότι στον αρχιτεκτονικό λόγο, όπως σχεδόν και σε κάθε άλλο επιστημολογικό λόγο, παρατηρείται ιστορικά μια «απουσία ουδετερότητας» ως προς την έμφυλη οπτική. Πιο συγκεκριμένα, όπως καταδεικνύει η D. Agrest (1988:29-41) «...επειδή η λογική του συστήματος της αρχιτεκτονικής καταπιέζει το φύλο με δυο τρόπους, το φύλο αντιμετωπίζεται με θετικούς και αρνητικούς όρους, με τη γυναίκα να καταλαμβάνει τον αρνητικό όρο (φαλλο-λογοκεντρισμός)».

archit cho 10

Το φύλο, κατά συνέπεια, από μια αποδομιστική οπτική (ή και από περισσότερες), εισάγεται σ' όλα τα επιστημολογικά πεδία που σχετίζονται με το χώρο, δηλαδή τη γεωγραφία, τον αστικό σχεδιασμό, τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική τοπίου, την ιστορία της αρχιτεκτονικής, την κοινωνιολογία του χώρου, την περιβαλλοντική ψυχολογία, κτλ., και συντελεί στη δημιουργία καινούριων προσεγγίσεων. Οι προσεγγίσεις αυτές δεν αλλάζουν τα θεωρητικά σώματα των παραπάνω επιστημολογικών πεδίων ως προς τον κεντρικό τους πυρήνα. Δημιουργούν καινούρια θεωρητικά ερωτήματα, μετακινούν οπτικές γωνίες και αποκαλύπτουν καινούρια σημεία αφετηρίας επανατοποθετώντας, ή πιο σωστά αποκαθιστώντας, μακραίωνες προκαταλήψεις. Μερικές απ' αυτές τις προσεγγίσεις έχουν ήδη εισαχθεί στη θεωρία και πρακτική του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και έχουν δημιουργήσει υψηλού βαθμού διερεύνησης εννοιολογικές οπτικές για τον εντοπισμό των αναπαραστάσεων του φύλου στον αρχιτεκτονικό λόγο. Στο όνομα της μετα-δομηστικής διεπιστημονικότητάς του, λοιπόν, ο αρχιτεκτονικός αυτός λόγος προσδιορίζεται περισσότερο από εκείνο που δε λέει παρά από αυτό που λέει. Ως εκ τούτου, νομιμοποιείται να φέρει στην επιφάνεια εκείνο που μέχρι τώρα έμενε άρρητο, που έμενε «ερμητικά κλειστό» και έξω από τον επιστημολογικό του πυρήνα. Εξάλλου, η «έμφυλη διαφωρά», ακόμη και όταν δεν καθίσταται εκ πρώτης όψεως ορατή, συνιστά πάντοτε ένα μέρος της φωτογραφικής αναπαράστασης του δομημένου χώρου.

Μέχρι τώρα έχουν εντοπιστεί μια σειρά αποδομιστικών προσεγγίσεων μέσα από τις οποίες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η έμφυλη διάφορα είναι ανιχνεύσιμη (Cixous, Kristeva). Είναι πλέον φανερό ότι μία οπτική (ή και περισσότερες) δεν μπορεί να διεκδικήσει «επιστημονική ορθότητα». Γι' αυτό και η παρούσα εκπαιδευτική διαδικασία δεν καταφεύγει στην υιοθέτηση μίας οπτικής (ή και περισσοτέρων), αλλά στη διατύπωση μιας σειράς ερωτημάτων, ή μάλλον «προϋποθέσεων για τις ερωτήσεις». Αυτές οι ερωτήσεις ή προϋποθέσεις για τις ερωτήσεις θεωρούνται θεμελιώδεις, διότι οδηγούν σε μια «στοχαστική παρατήρηση». Όπως είδαμε στην αρχή, η «στοχαστική παρατήρηση» μας επιτρέπει να δούμε εκείνο μόνο το οποίο ξέρουμε πώς να ψάξουμε να το βρούμε. Επίσης μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό που στην πραγματικότητα κάθε στιγμή κατασκευάζουμε είναι οι προβλέψεις για κάθε είδους πληροφορία, οι οποίες μας παρέχουν τη δυνατότητα να την δεχθούμε, όταν είναι διαθέσιμη. Γι' αυτό λοιπόν κατασκευάζουμε προβλέψεις που εμπεριέχουν το φύλο, ώστε να είμαστε σε θέση να το εντοπίσουμε ως ίχνος, ως αναπαράσταση, όπου και όταν υπάρχει. Γι' αυτό λοιπόν «στοχαστική παρατήρηση» και όχι απλά «παρατήρηση». Στη συνέχεια θα διατυπωθούν οι «δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις» και οι «δυο θεμελιώδεις ερωτήσεις» για το εγχείρημα αυτό.

archit cho 11

Οι δυο θεμελιώδεις προϋποθέσεις

1. Tόσο το φύλο όσο και το χωρικό αντικείμενο, το κτίριο, εκλαμβάνονται ως κείμενα, και η διαδικασία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού ως διαδικασία σύνταξής τους.
2. Ο χώρος, τόσο ως θεωρητική σύλληψη όσο και ως σχεδιαστική εφαρμογή, αλλά και η ταυτότητα των δυο φύλων, δομούνται (κατασκευάζονται) κοινωνικά και πολιτισμικά.

Οι δυο θεμελιώδεις ερωτήσεις

1. Η έμφαση στον παράγοντα του φύλου είναι δυνατό να αλλάξει τη φύση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και κατά πόσο άλλα επιστημολογικά πεδία προσανατολισμένα στη δόμηση και αποδόμηση των φύλων, όπως η φιλοσοφία, η κριτική λογοτεχνίας, η ψυχανάλυση, έχουν τη δυνατότητα να παράσχουν μοντέλα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού;
2. Υπάρχει ένα πιθανό σημείο συνάντησης, και εάν ναι πού, μεταξύ των θεωριών του φύλου κι εκείνων του χώρου; Ένα από τα πιθανά σημεία συνάντησης ορισμένων εκ των θεωριών αυτών εντοπίζεται στη λέξη «χώρα» (Kristeva, Eisenman, Derrida), στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω.

Το παράδειγμα της «χώρας»

Στην πληθώρα των θεωριών της αποδόμησης, οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς την επιστημολογική αφετηρία, αλλά και ως προς το βαθμό εστίασης στο θέμα που διερευνάται κάθε φορά, εντοπίζεται κατά καιρούς σειρά από κοινά σημεία. Τα σημεία αυτά είναι λέξεις, των οποίων το μεν σημαίνον είναι κοινό, το δε σημαινόμενο όχι απαραίτητα. Το νόημα ή τα νοήματά τους δεν είναι, επομένως, εξ ορισμού κοινά. Αντικείμενο μελέτης αποτελεί κάθε φορά η καταγραφή, διερεύνηση κι ερμηνεία του νοήματος ή των νοημάτων της εκάστοτε λέξης και του πλαισίου στο οποίο αναφέρεται.

Από τις λέξεις αυτές επιλέγω απομονώνοντας τη λέξη «χώρα», όχι βέβαια με αξιολογικά κριτήρια, τα οποία λίγο ως πολύ κάθε θεωρία της αποδόμησης μετά βδελυγμίας απορρίπτει, αλλά γιατί η λέξη αυτή καθαυτή φαίνεται να έχει τη μεγαλύτερη συμμετοχή όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πρακτική του σχεδιασμού. Τουλάχιστον τρεις θεωρητικοί της αποδόμησης έχουν γοητευθεί από τη λέξη χώρα. Συγκεκριμένα, εντοπίζεται τόσο στην αγόρευση –φιλοσοφική του Jacques Derrida, ψυχαναλυτική της Julia Kristeva, θεωρητική του σχεδιασμού του Peter Eisenman–, όσο και στην πρακτική του σχεδιασμού του τελευταίου. Όλοι φαίνεται ότι συμφωνούν πως η «χώρα σχετίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με την εκ μητρός καταγωγή του χώρου» (Tentokali, 2003α:406-417).

archit cho 12

Από το θεωρητικό λόγο των Derrida, Eisenman και Kristeva που αναφέρεται στη «χώρα» θα περιοριστώ μόνο στον ψυχαναλυτικό λόγο της Kristeva, διότι μέσα απ' αυτόν συγκροτείται η διεπιστημονική αφετηρία για την έμφυλη οπτική της διαδικασίας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, που προτείνεται εδώ[1]. Με την ψυχαναλυτική της θεωρία για την απόκτηση της γλώσσας, η Kristeva καινοτομεί στη γλωσσολογική και σημειολογική παράδοση της θεωρίας του ασυνείδητου. Η Kristeva θεωρεί την ιδεολογική και φιλοσοφική βάση της Γλωσσολογίας ως θεμελιακά αυταρχική και καταπιεστική. Έχοντας ως αφετηρία τον Freud, στη θεωρία του ασυνείδητου, αναθεωρεί τον Lacan, στη διάκρισή του μεταξύ φαντασιακού και συμβολικού, και την ερμηνεύει ως διαφορά ανάμεσα στο μητρικό και το πατρικό. Χαρακτηρίζει δε το μοντέλο του Lacan ως διακατεχόμενο από ανδρική προκατάληψη, επειδή ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως ένα ενοποιητικό φαινόμενο που περιορίζεται στο συμβολικό, του οποίου όμως τα χαρακτηριστικά είναι αναντίρρητα ανδρικά.

H κριτική της στάση μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα: Η γλώσσα που αποκτούμε εισερχόμενοι στο συμβολικό και που ενθαρρυνόμαστε να ακολουθούμε όταν μεγαλώνουμε, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο μας φύλο, είναι ανδρική. Γι' αυτόν το λόγο, πολλές γυναίκες την αντιμετωπίζουν ως ξένη ή αποξενωτική. H άλλη δε γλώσσα, την οποία αποβάλλουμε όταν εξερχόμαστε από το συμβολικό, είναι η μη δυιστική, φυσική γλώσσα του μητρικού φαντασιακού. Είναι μια ρυθμική φούσκα που συνδέει τη μητέρα με το παιδί και η οποία, μάλιστα, θεωρείται ως το πλαίσιο για τη γλώσσα των γυναικών, που έχει καταπιεσθεί και γι' αυτό γελοιοποιηθεί ως γλώσσα μωρού. Η ρηξικέλευθη καινοτομία της επομένως έγκειται ακριβώς στο σημείο αυτό: επαναπροσδιορίζει το φαντασιακό, δηλαδή τους γυναικείους τρόπους σημασιοδότησης, ως σημειωτικό (le semiotique, semiotic) και το αντιπαραβάλλει με το συμβολικό (le symbolique), υποστηρίζοντας ότι:

O όρος του συμβολικού δηλώνει την αντικειμενική διάσταση της γλώσσας, με την οποία υποχρεωτικά βρίσκεται αντιμέτωπο το άτομο. O όρος του σημειωτικού, το οποίο καθοδηγεί τη σκέψη και την πράξη μας, είναι μια άγνωστη αλλά και πρόσφορη πτυχή του ασυνείδητου. Το σημειωτικό είναι η περιοχή στην οποία διαρθρώνονται οι ενορμήσεις, δηλαδή οι ενεργειακές φορτίσεις, η κινητικότητα, οι πιέσεις, οι εντάσεις, οι σωματικές διεγέρσεις, οι οποίες τείνουν σε έναν σκοπό, σε ένα αντικείμενο. (Kristeva, 1985:9-28)

H συνάρθρωση του συμβολικού με το σημειωτικό συντελείται σ' αυτό που η Kristeva ονομάζει «σημειωτική χώρα». Η Kristeva δανείζεται τη λέξη «χώρα» από τον Πλάτωνα, για να καταδείξει, όπως υποστηρίζει, ότι η χώρα είναι:

• Ένας προ-γλωσσικός, προ-οιδιπόδειος τόπος, στον οποίο το υποκείμενο γεννιέται και απορρίπτεται:

H χώρα είναι κάτι το μητρικό, είναι ο τόπος της γέννησης, της παραγωγής του υποκειμένου και των προγλωσσικών προοιδιπόδειων λειτουργιών του. Η σημειωτική χώρα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τόπος, όπου το υποκείμενο γεννιέται και απορρίπτεται. Είναι ένας τόπος του οποίου η ενότητα υποτάσσεται πριν από τη διαδικασία των στάσεων, από τις οποίες γεννιέται. H χώρα είναι ο τόπος και το σώμα που θα εγκαταλείψει το υποκείμενο, για να μπορεί να μιλήσει από την θέση μιας απουσίας, ενός αποχωρισμού. Μιλώ, έχω λόγο, όταν αποκτήσω την έννοια του αντικειμένου, η οποία ισοδυναμεί με την υλική, τη σωματική απουσία του πράγματος ή του προσώπου. (Kristeva, 1985:20-21)

archit cho 13

• Μια ανέκφραστη συνολικότητα που διαμορφώνεται απ' τις ενορμήσεις και τις στάσεις τους σε μια κατάσταση η οποία καθώς διευθετείται είναι γεμάτη από κινήσεις:

Μια ουσιαστικά ευμετάβλητη και εξαιρετικά προσωρινή διευθέτηση, που αποτελείται από κινήσεις και τις εφήμερές τους στάσεις. Διαφοροποιούμε αυτήν την αβέβαιη και ακαθόριστη διευθέτηση από την ψυχική διάθεση, η οποία ήδη εξαρτάται από την αναπαράσταση, η οποία ήδη προσφέρει τον εαυτό της στη φαινομενολογική, χωρική διαίσθηση και η οποία τέλος προκαλεί τη γεωμετρία. Χώρα είναι μια ανέκφραστη συνολικότητα που διαμορφώνεται απ' τις ενορμήσεις και τις στάσεις τους σε μια κατάσταση η οποία καθώς διευθετείται είναι γεμάτη από κινήσεις. (Kristeva, 1984:25-26)

Η Kristeva, επίσης, υπογραμμίζει το συμβολικό ρόλο της κοινωνικής οργάνωσης και πώς αυτή εναποθέτει τα αποτυπώματά της ως εμπόδια στην οργάνωση της χώρας:

Δίνουμε έμφαση στη διευθετημένη πλευρά της χώρας. H οργάνωση της φωνής και της χειρονομίας είναι υποκείμενο σ' αυτό που θα ονομάσουμε αντικειμενική ρύθμιση, η οποία υπαγορεύεται από φυσικά και κοινωνικο-ιστορικά εμπόδια. Τέτοια είναι η βιολογική διαφορά ανάμεσα στα φύλα ή η δομή της οικογένειας. Στην περίπτωση αυτή μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η κοινωνική οργάνωση, πάντα συμβολική, εντυπώνει τα εμπόδιά της σε μια ενδιάμεση μορφή, η οποία οργανώνει τη χώρα, όχι σύμφωνα με κάποιο νόμο (τον όρο αυτόν τον διαφυλάσσουμε για το συμβολικό), αλλά σύμφωνα με κάποια ρύθμιση. (Kristeva, 1984:26-27)

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ για λίγο. Βλέπουμε τελικά πως η Kristeva δεν αποποιείται το ρόλο της κοινωνικής οργάνωσης, την οποία μάλιστα θεωρεί συμβολική. Απεναντίας την αντιλαμβάνεται ως φορέα που εντυπώνει εμπόδια. Μόνο που τα εμπόδια αυτά δεν τα εντυπώνει σύμφωνα με εκείνο που θα ονομάζαμε νόμο, τον οποίο διαφυλάσσει για το πεδίο του συμβολικού, αλλά τα εντυπώνει ως μια συνιστώσα σημειωτικής ρύθμισης.

archit cho 14

Μιλώντας, όμως, για την κοινωνική οργάνωση ως ένα όχημα που εντυπώνει εμπόδια, όχι αναφορικά με το νόμο, αλλά αναφορικά με τη συνιστώσα μιας σημειωτικής ρύθμισης, το μυαλό αναπόφευκτα κατευθύνεται στη γλώσσα. Σε μια γλώσσα, ωστόσο, που δεν είναι βιολογικά προσδιορισμένη, αλλά κοινωνικά. Αυτή η κοινωνικά προσδιορισμένη γλώσσα είναι που αποτελεί μέρος του στόχου του παρόντος κειμένου. Ενός στόχου, ο οποίος ακόμη φαντάζει μακρινός, ιδεατός, άπιαστος· που ακόμη δεν έχει καταστήσει έμφυλη την οπτική μας για το χώρο. Να μετασχηματίζει τον μέχρι τώρα οικείο μας τρόπο να «βλέπουμε» τα πράγματα, να τα «διαβάζουμε», να τα «κατανοούμε». Να υιοθετεί «διαφορετικές μεταφορές κατανόησης». Να αναγνωρίζει το θεμελιώδη ρόλο της «διαφωράς» στη γλώσσα, η οποία θα ενσωμάτωνε ως γυναικεία ιδιότητα εκείνη «την ιδιότητα που αποδέχεται οτιδήποτε αναγνωρίζεται ως 'άλλο'». Το «άλλο» λοιπόν συνιστά το άπιαστο όνειρο. Το «άλλο» λοιπόν παραμένει ο στόχος του παρόντος αρχιτεκτονικού κειμένου.

Το παρόν αποτελεί τμήμα των πρακτικών του συνεδρίου «Έμφυλοι Μετασχηματισμοί», που πραγματοποιήθηκε στις 13-15 Μαΐου του 2005 στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ρέθυμνο). Επιμέλεια Γιώτα Παπαγεωργίου. Σελ. 152-164

Υποσημείωση

[1] Αναφέρομαι στη μελέτη μου "Chora: Understanding the origin of space" (2003), της οποίας μόνο ένα μέρος παρουσιάστηκε εδώ (βλ. βιβλιογραφία). Βασικός σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να ανιχνεύσει σε ποιο βαθμό η πολλαπλή χρήση του όρου σε μια σειρά από κείμενα, τα οποία διαφέρουν ως προς την αρχική υπόθεση, την οπτική ή τα τελικά συμπεράσματα, συνιστούν μια συμπτωματική συνθήκη ή όχι.

Βιβλιογραφία

Agrest, D. (1988). Architecture from Without: Body, Logic and Sex. Assemblage, 7:29-41.

Bennington G. (1989). Deconstruction is not what you think. Στο A. Papadakis, C. Cook και A. Benjamin (Επιμ.), Deconstruction. Omnibus Volume (σελ. 84). London: Academy.

Colomina, B. (Επιμ.). (1992). Sexuality and Space. Princeton, NJ: Princeton Papers on Architecture.

Culler, J. (1989). On deconstruction. Theory and criticism after structuralism. London: Routledge.

Derrida, J. (1970). Structure, Sign and Play in the Discourse of the Human Sciences. Στο R. Macksey και E. Donato (Επιμ.), The Language of Criticism and the Sciences of Man: the Structuralist Controversy. Baltimore Maryland: The John Hopkins Press.

——— (1981α). Dissemination. Chicago: The University of Chicago Press.

——— (1981β). Positions. London: The Athlon Press.

——— (1988). Why Peter Eisenman writes such good books. Στο J. Kipnis και T. Leeser (Επιμ.), Chora L Works. Jacques Derrida and Peter Eisenman. New York, N.Y.: The Monacelli Press.

Eisenman, P. (1976). Post-Functionalism. Oppositions, 6, Fall:ii-iii.

Kristeva, J. (1981). Women's time. Στο M. Toril (Επιμ.), The Kristeva Reader (σελ. 13-34). New York, NY: Blackwell.

Kristeva, J. (1984). Revolution in poetic language. New York, N.Y.: Columbia University Press.

——— (1985). Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και πίστη. Αθήνα: Άγρα. Neisser, U. (1976). Cognition and reality. New York, NY: Freeman. Sellers, S. (1988). Writing differences. Readings from the seminar of Helene Cixous. Oxford: Oxford University Press.

Tεντοκάλη, B. (1991). H κοινωνική δόμηση της ταυτότητας των δύο φύλων. Σύγχρονα θέματα, 45, Ιούνιος: 101-106.

Tentokali, V. (1996). Feminist approaches to built environment. Στο Ch. Kramarae και D. Spender (Επιμ.), Routledge International Encyclopedia of Women (σελ. 126-127). New York, NY: Routledge.

——— (1999). A Play with the Architecture of the Social 'Absence'. Στο L. Kaiji, Q. Youguo και Z. Lingling (Επιμ.), Architecture in the 21st Century. Academic Treatises, τ. 2 (σελ. 307-311). Proceedings of The XXth UIA Congress Beijing '99, The Architectural Society of China. Beijing: Baihua, June 23-26.

——— (2000). H διεπιστημονικότητα και η αυτονομία της αρχιτεκτονικής: Mια ακόμη αντίφαση; Στο Γ. Συνεφάκης, Σ. Tσιτιρίδου, B. Xασταογλου και A. Kοσκινά (Επιμ.), Πρακτικά του Συνεδρίου: H εκπαίδευση του αρχιτέκτονα στον 21ο αιώνα, Tμήμα Aρχιτεκτόνων, A.Π.Θ., 1998, 10-12 Δεκεμβρίου, Θεσσαλονίκη: Kυριακίδη.

——— (2003α). Chora: Understanding the origin of space. Στο E. Tarasti (Επιμ.), Understanding/Misunderstanding. Contributions to the study of the hermeneutics of signs (σελ. 406-417). ACTA Semiotica Fennica XVI. Helsinki: Hakapaino.

——— (2003β). Understanding the city through the self-understanding of gender. Στο E. Tarasti (Επιμ.), Understanding / Misunderstanding. Contributions to the study of the hermeneutics of signs (σελ. 418-429). ACTA Semiotica Fennica XVI. Helsinki: Hakapaino.

——— (2004). A play with the architectural textuality.Στο C. Spiridonidis (Επιμ.), Monitoring architectural design. Education in European schools of architecture (σελ. 265-275). Thessaloniki: Art of Text.

Toril, M. (1985). Sexual Textual Politics. Feminist literary theory. New York, NY: Methuen.

Tschumi, B. (1977). The Pleasure of Architecture. AD, 3:214-218.

Wigley, M. (1992). Untitled: The Housing of Gender. Στο B. Colomina (Επιμ.), Sexuality and Space (σελ. 327-389). Princeton, NJ: Princeton Papers on Architecture.

Χατζησάββα, Δ. (1998). Μια συνέντευξη του J. Derrida στον Γ. Βέλτσο (Από ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα της ET1). Στο Β. Τεντοκάλη, Θεωρίες αποδόμησης του χώρου και του φύλου. Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (Διδακτικές σημειώσεις).

Πηγή: http://www.soc.uoc.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ