Menu
14 / 08 / 2018 - 08:16 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

emfiles-logo

Γκασούκα Μαρία

Ο Μαξίμ Γκόρκυ χαρακτήρισε τη λογοτεχνία ως «καλλιτεχνική έρευνα» ή «μελέτη του ανθρώπου». Η ποιοτική αυτή μοναδικότητα του αντικείμενου της λογοτεχνίας έχει από πολύ νωρίς επισημανθεί από τον Αριστοτέλη, που πίστευε ότι η πλοκή των ποιητικών έργων έχει σχέση με τις σκέψεις, την προσωπικότητα και τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά στην ολότητά της έγινε αντιληπτή και αποδεκτή κατά τον 19ο αιώνα.

Δεν είναι τυχαίο ωστόσο που από τον 19ο αιώνα η ποίηση υποχωρεί έναντι του μυθιστορήματος -μπορούμε να πούμε πως ο αιώνας αυτός είναι κατεξοχήν ο αιώνας του μυθιστορήματος- του μυθιστορήματος που δενόταν όλο και πιο πολύ με την πραγματικότητα. Κι έτσι είναι ευεξήγητο το γεγονός ότι και η σχέση ανάμεσα στις ιδεολογίες και στη λογοτεχνία γινόταν όλο και λιγότερο περιφερειακή και τυχαία. Οι άμεσοι ή έμμεσοι επηρεασμοί του με κριτική έννοια κοινωνικού δεδομένου πάνω στο καθαρά αισθητικό στοιχείο -έστω και μέσα από αντιφάσεις και αποχρώσεις - είναι από πολύ νωρίς ορατοί στη μεγάλη πλειοψηφία των «δημιουργικών» συγγραφέων[1].

cristinde

Προκάλεσε και προκαλεί συζητήσεις ο τρόπος που το κοινωνικό περιβάλλον επιδρά στη δημιουργία του λογοτεχνικού έργου ή ακόμα και στην εμφάνιση και ανάπτυξη ενός λογοτεχνικού ρεύματος[2] και για το ότι ωθεί σε αναζητήσεις της «συσκοτισμένης» πραγματικότητας. Για παράδειγμα, ποια είναι η ιστορική πορεία της λογοτεχνικής δημιουργίας των γυναικών έστω και διακεκομμένη κι έπειτα από σιωπές; Τι είδους έργα δημιούργησαν οι γυναίκες; Ποια είναι η εικόνα του εαυτού τους; Ποια είναι, εντέλει, η μητρική γραμμή που ενώνει το παρελθόν και το παρόν της γυναικείας λογοτεχνικής παράδοσης σε μια εποχή που η «πατρότητα» του κάθε έργου αποτελεί απαραίτητη συνισταμένη της καλλιτεχνικής και οικονομικής του αξίας; Στα ρήγματα αυτής της σκοτεινής πραγματικότητας, όσον αφορά τις γυναίκες, ανακαλύπτουμε περιπτώσεις όπως αυτής της Κριστίν ντε Πιζάν, που ήδη το 1405 θα γράψει την αλληγορία της «Η πόλη των Γυναικών» -μια πόλη με αντεστραμμένους κοινωνικά ρόλους, όπου οι γυναίκες διαθέτουν δημόσιο κύρος και εξουσία- προκειμένου να υπερασπίσει το φύλο της από τις επιθέσεις του Βοκάκιου και όχι μόνο. Οι αναζητήσεις αυτές αποτέλεσαν το έναυσμα για την -σχετικά πρόσφατη- ανάπτυξη ενός κλάδου της κοινωνιολογικής επιστήμης γνωστού ως Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας[3] και την εξέταση της λογοτεχνίας σε σχέση με τα ιστορικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα. Έτσι κι αλλιώς «οι κοινωνίες και η λογοτεχνία έχουν μια ενεργό ιστορία που είναι πάντοτε αναπόσπαστα δεμένη με τις επιδράσεις ενεργών ηθικών αξιών»[4]. Πρόκειται για συζητήσεις εξαιρετικού ενδιαφέροντος που οδήγησαν συχνά σε προβληματισμούς, οι οποίοι κάθε φορά και σε σχέση με τις συγκυρίες εμφανίζουν επικαιρότητα και ξανανοίγουν ζητήματα που φαίνονταν πως είχαν κλείσει τον κύκλο τους. Αναφέρω ενδεικτικά τις απόψεις λ.χ. του Eagleton για την υφισταμένη συστοιχεία «ανάμεσα στις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις για την εξουσία και το κείμενο»[5], που μας γνώρισε στην Ελλάδα ο Δημήτρης Τζιόβας ή τη συζήτηση για τη σχέση λογοτεχνίας και μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, σχέση μεταβλητή, διαλεκτική, διαφορετικών επιπτώσεων ανάλογα με την εποχή και τις περιστάσεις. Ο Αντρέ Μπρετόν για παράδειγμα διεκδικεί για την ποίηση και για την πολιτική κίνητρα παρόμοια αλλά αυτόνομα και παράλληλα, που μετατρέπουν το δημιουργικό έργο σ' ένα είδος διαρκούς επανάστασης ακόμα και στο εσωτερικό μιας κοινωνικής δομής τελικά ικανοποιητικής[6].

Βεβαίως δεν θα πρέπει να μας διαφύγει πως η πνευματική διάσταση των λογοτεχνικών έργων επιτρέπει έναν ισχυρό βαθμό αυτονομίας τους σ' αυτή την αμφίδρομη σχέση απέναντι στις κοινωνικοοικονομικές δομές, αυτονομίας σε ό,τι αφορά την πνευματική δράση ανθρώπων και ομάδων, ωστόσο παρουσιάζει ενδιαφέρον το κοινωνικό και πνευματικό πλαίσιο «μέσα στο οποίο ξετυλίγεται το αέναο παιχνίδι της κοινωνικής δυναμικής και της πνευματικής δημιουργικότητας»[7].

sapfo cri

Μέχρι πρόσφατα στο παιχνίδι αυτό δεν συμμετείχαν οι γυναίκες. Διαμορφώνονταν και καθορίζονταν -και σ' ένα βαθμό αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε μεγάλο μέρος του πλανήτη μας- με όρους ανδρικούς, ως φυσική προέκταση της ιεραρχημένης σχέσης αρσενικού - θηλυκού, που εκκινεί από τον ιδιωτικό χώρο και την δυτικοκεντρική κατασκευή της ταύτισης των ανδρών με τον πολιτισμό και τα παράγωγά του και των γυναικών με την φύση, λόγω των αναπαραγωγικών τους δυνατοτήτων[8]. Οι γυναίκες για ένα απίστευτα μακρύ χρονικό διαστημα στερηθηκαν την κουλτούρα ως βιωμένη πραγματικότητα και δεν απόλαυσαν τη συμμετοχή τους σε μια ενεργητική διαμόρφωση αξιών, στα πολιτιστικά υποδείγματα και μάλιστα οχι μόνο στην πολιτιστική δράση, αλλά και στα αποτελέσματα (στο πεδίο τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής συνείδησης)[9]. Κι αυτό γιατί το πολιτιστικό πλέγμα βασίζεται σε συλλογικές νοοτροπίες, στον απατηλό χαρακτήρα χιλιάδων απεικονίσεων, σε πρακτικές όπου οι ιδέες συμβαδίζουν με την ηθική, τους νόμους, τις κοινωνικές συμβάσεις, καθώς και σχέσεις που αναπαράγουν και τονώνουν τις κυρίαρχες κοινωνικές και ατομικές συνήθειες, οι οποίες με τη σειρά τους διέπονται από σεξισμό και ρατσισμό[10]. Η λογοτεχνία, μέρος αυτού του οικοδομήματος, δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι γυναίκες σπρωγμένες στην περιφέρειά της -στη χώρα της σιωπής- αναγκάζονται να εσωτερικεύσουν μια ανδρική ενόραση του κόσμου και οι όποιες προσπάθειές τους να διαμορφώσουν με σύμβολα και σημεία ένα λόγο έκφρασης της υποκειμενικότητάς τους και της επιθυμίας τους, ενα "γυναικείο αλφαβητάρι", "χάνονται σε διάφορα «ατυχήματα» μιας πολιτιστικής παραδοσης -όπως συμβαίνει με τα κείμενα της Σαπφούς και της Κόρινας λ.χ. - που όμως άφησε άθικτα τα ομηρικά έπη", όπως επισημαίνει εύστοχα η Αικατερίνη Δούκα - Καμπίτογλου[11].

Οι προσπάθειες των γυναικών της Δύσης τουλάχιστον, ως κοινωνικής κατηγορίας και όχι ως «εξαιρέσεων», να φύγουν από την «περιφέρεια» της λογοτεχνίας και να διεκδικήσουν το κέντρο της, αρχίζουν να διαμορφώνονται ουσιαστικά τον 19° αιώνα -αυτόν τον αιώνα του μυθιστορήματος όπως προαναφέραμε- όπου γίνεται πλέον ορατή η διττή σχέση τους με τα λογοτεχνικά κείμενα: ως αναγνωστριών -καθώς όλο και πιο μεγάλος αριθμός γυναικών αποκτά πρόσβαση στη γνώση- και ως συγγραφέων. Οι συνθήκες είναι εκ προοιμίου εξαιρετικά δύσκολες γι' αυτές: Αφενός αμφισβητείται τόσο η δυνατότητά τους στην καλλιτεχνική δημιουργία (δηλαδή το όποιο ταλέντο τους) όσο και το δικαίωμά τους στην τεχνική δραστηριότητα, καθώς μια τέτοια ενασχόληση, τις αποσπούσε απο τον "φυσικό" τους προορισμό δηλ. τη μητρότητα και την προσφορά υπηρεσιών προς την οικογένεια[12]. Αφετέρου, το περίφημο «οικουμενικό ισοδύναμο», δηλαδή η γλώσσα, είναι βαθύτατα ανδροκεντρική, διαμορφωμένη έτσι που να αναδεικνύει τις ποικίλες έμφυλες και όχι μόνο, κοινωνικές ασυμμετρίες, ενώ συχνά καθιστά το γυναικείο φύλο αόρατο.

woulfcri

Οι δυτικές γυναίκες θα κάνουν, ωστόσο, πραγματικότητα τη δυναμική τους παρουσία στη λογοτεχνία και θα διατυπώσουν τις αμφισβητήσεις τους, τις αμφιβολίες τους και εντέλει θα υπονομεύσουν τον κυρίαρχο ανδρικό λογοτεχνικό λόγο μόλις τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και σε άμεση σχέση με σημαντικά ιστορικά γεγονότα του αιώνα αυτού όπως η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση ή ο Μάης του '68, αλλά και σε σχέση με την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων και αγώνων, ιδιαίτερα των φεμινιστικών. Παράλληλα, όσον αφορά στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας -που και στον δικό της λόγο αναπαράγεται με τη μία ή την άλλη μορφή ένα απ' τα μεγάλα επιστημονικά προβλήματα, η συνάρθρωση δηλ, του βιολογικού με το κοινωνικό, του οποίου ο ιδεολογικός χαρακτήρας τροποποιείται σε λειτουργική σχέση με τις ποικιλίες της αντίληψης για τη φύση -οι φεμινίστριες θεωρητικοί της λογοτεχνίας αλλά και αρκετές λογοτέχνιδες -λχ. η Βιρτζίνια Γούλφ στο «Δικό μου δωμάτιο»- θέτουν ερωτήματα που για να απαντηθούν χρειάζεται και αυτός ο επιστημονικός κλάδος να προσδιορίσει τα δεδομένα αλλά κάποτε και το ύφος του. Η υιοθέτηση του κοινωνικού φύλου (gender) ως αναλυτικού εργαλείου επέτρεψε νέες σύγχρονες προσεγγίσεις, άνοιξε δρόμους σε αδιέξοδα.

Η παραδοχή πως και οι άνδρες αποτελούν κοινωνικό φύλο, πως δεν βρίσκονται πάνω από φύλα, πως δεν εκφράζουν μόνον αυτοί το σύνολο της ανθρωπότητας, προσέφερε τη δυνατότητα επανεξέτασης και επανερμηνείας των ιστορικών και κοινωνικών δεδομένων από τα οποία προκύπτουν νέα συμπεράσματα βασιζόμενα τόσο στις σχέσεις μεταξύ των φύλων όσο και στο εσωτερικό των φύλων[13]. Το κοινωνικό φύλο (gender) αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο άνδρες και γυναίκες συγγραφείς, αναγνώστες/στριες, θεωρητικοί κ.λπ καθορίζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία και το σύνολο των εκφάνσεών της (έμφυλων ταξικών ηλικιακών κλπ).

Ιδιαίτερα, σε ό,τι αφορά στην καλλιτεχνική δημιουργία ευρύτερα -και την λογοτεχνική ειδικότερα- καταρρίπτει μύθους, όπως αυτόν τον τόσο διαδεδομένο περί του αρσενικού χαρακτήρα της μεγαλοφυίας. (Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Γέρφανς Καρλ Σέφλερ το 1908 στο βιβλίο του «οι Γυναίκες και οι Τέχνες», οι γυναίκες στερούνται αυτής της δυνατότητας εξαιτίας ακριβώς της αναπαραγωγικής τους λειτουργίας)[14].

cezanne cri

Τα ερωτήματα που θέτει η έμφυλη θεωρητική προσέγγιση της λογοτεχνίας, άπτονται των κοινωνικών σχέσεων που προκύπτουν από το τρίγωνο χρήστρια (αναγνώστρια - συγγραφέας) - κείμενο - κουλτούρα και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες παραγωγής του κειμένου και τη διερεύνηση αυτών των σχέσεων[15].

Πιο συγκεκριμένα: Το πώς η πατριαρχία έχει αλλοτριώσει τη συνείδηση του φύλου των γυναικών διαμορφώνοντας την πιο έκδηλη «ψευδή» συνείδηση και πώς αυτό επιδρά στη γυναικεία καλλιτεχνική και εν προκειμένω λογοτεχνική δημιουργία. Το ποιοι μηχανισμοί χάριν ποιων σκοπών έσπρωξαν τις γυναίκες στην περιφέρεια της γνώσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας[16]. Ποιοι μηχανισμοί περιορίζουν ασφυκτικά τη λογοτεχνική έκφραση μειονοτικών ομάδων και ιδιαίτερα των γυναικών των ομάδων αυτών[17] (πολύτιμη σχετικά η εμπειρία, της έμφυλης νέγρικης γραφής). Το εάν ο τρόπος χάραξης στην «εχθρική» γλώσσα των ανέκφραστων ως σήμερα εμπειριών, των επιθυμιών και των φαντασιώσεων των γυναικών ως «άλλων» είναι ανετρεπτικός και σε ποιο βαθμό υπονομεύει βεβαιότητες ανδροκεντρικές και προσδιορισμένα έμφυλα όρια στο χώρο της λογοτεχνίας[18]. (Ο Eagleton κάνει στο σημείο αυτό πολύ σημαντικές επισημάνσεις αναγνωρίζοντας τη συμβολή της φεμινιστικής σκέψης στη λογοτεχνική θεωρία: «Ο λόγος σε όλες τις μορφές του είναι προφανής έγνοια των φεμινιστριών είτε ως τόπος όπου μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί η καταπίεση των γυναικών είτε ως τόπος όπου αυτή η καταπίεση είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση»)[19]. Το γιατί ένας μεγάλος αριθμός γυναικών εμμένει στις ανδροκεντρικές προσλήψεις της λογοτεχνίας και της κοινωνιολογικής της προσέγγισης. Το πόσο τα φεμινιστικά ρεύματα και η έμφυλη διάσταση θεωριών όπως ο Μαρξισμός και η Ψυχανάλυση επέδρασαν στη διαμόρφωση μιας συνείδησης του φύλου και μιας γυναικείας οπτικής στη λογοτεχνική παραγωγή και θεωρία. Το εάν η διαμεσολάβηση του φύλου διαφοροποιεί τις γυναίκες αναγνώστριες από τους άνδρες αναγνώστες. Εάν λειτουργούν διαφορετικά ως αναγνώστριες οι γυναίκες. Το γιατί οι γυναίκες διαβάζουν τόσο μυθιστορήματα. Και τέλος το μεγάλο ερώτημα που τόσες συζητήσεις και εντάσεις προκαλεί ακόμα και σήμερα και στο φεμινιστικό κίνημα: Υπάρχει μια «ιδιαίτερη» γυναικεία γραφή, μια γυναικεία «ουσία» στη λογοτεχνία; Συνδέεται αυτή και σε ποιο βαθμό με τη βιωματική εμπειρία του φύλου λ.χ. την εμπειρία της μητρότητας; Υπερβαίνει τον δυϊσμό της αρσενικής γλώσσας/γυναικείου σώματος; Υπάρχουν ειδικοί ψυχολογικοί και κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες που συμπράττουν στην παραγωγή της γυναικείας αυτής γραφής; Αποτελεί εξόχου ενδιαφέροντος θέμα, που η οικονομία του χρόνου δεν επιτρέπει να επεκταθούμε. Θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει το αντικείμενο ενός επόμενου συνεδρίου.

adrienne cri

Στη διερεύνησή του πάντως αντλούμε στοιχεία πολύτιμα από περιοχές όπως η νέγρικη γυναικεία κουλτούρα, ιδιαίτερα η ποίηση που είναι άγνωστη ακόμα στην Ελλάδα. Η λεσβιακή γραφή, κι αναφέρομαι σε δημιουργούς όπως η σπουδαία ποιήτρια και συγγραφέας Αντριέν Ριτς [20]. Η περιοχή της ψυχανάλυσης και κυρίως το έργο της Kristeva και της Irigaray[21], αλλά και περιοχές που αναδεικνύουν τη λαϊκή κουλτούρα και τον γυναικείο λόγο στο πλαίσιό της έστω και προφορικό, λ,χ. το «σκούξιμο» των μοιρολογιστριών της Μάνης, όπως επισημαίνει η Νάντια Σερεμετάκη[22]. Παράλληλα όμως λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη τα επιχειρήματα που επικαλείται η ομάδα των φεμινιστριών θεωρητικών που αρνείται την ύπαρξη αυτής «της γυναικείας ουσίας», με επικεφαλής την κριτικό της λογοτεχνίας Elaine Showalter[23].

Οι γυναικείες αναζητήσεις στο χώρο της λογοτεχνίας, θεωρητικές και καλλιτεχνικές, η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας «άλλης» συμβολιστικής τάξης, η διεκδίκηση ενός γυναικείου λόγου που υπονομεύει κυρίαρχες συμβάσεις πρόσληψης του κόσμου και μεθόδους σκέψης, ενός «ανατρεπτικού» άρα βαθύτατα πολιτικού λόγου, αυτή η προσπάθεια γυναικών με συνείδηση του φύλου «να κατονομάσουν από την αρχή τον κόσμο και τον εαυτό τους κατασκευάζοντας καινούρια πρότυπα και νέους μύθους, ή ξαναγράφοντας τους παλιούς από γυναικεία σκοπιά, επιχειρώντας μία ριζική επέμβαση στο σημασιολογικό σύμπαν που είναι απόλυτα ανδρικό, μ' άλλα λόγια ζητώντας να μετατρέψουν τον εαυτό τους από αντικείμενα συναλλαγής σε ομιλούντα υποκείμενα» όπως αναφέρει η Καμπίτογλου[24], αποτελεί λογοτεχνική πρωτοπορία της εποχής μας και μπορούμε να διακρίνουμε αναλογικά πολλά κοινά σημεία με τη ρώσικη πρωτοπορία των πρώτων συναρπαστικών χρόνων της επανάστασης και κυρίως στο βασικό σύνθημά της «Νέα κοινωνία - Νέα Τέχνη».

Η γυναικεία πρωτοπορία στη λογοτεχνία αρνείται μια δημιουργία σιωπηλή ή ιδιωτική και επιδιώκει μια επαναδιατύπωση από την οπτική του φύλου της σχέσης μεταξύ πολιτικής και καλλιτεχνικής παραγωγής. Η τέχνη, έτσι και αλλιώς, μοιάζει με μια συμφωνία που υπογράφηκε αλλά τίθεται αδιάκοπα υπό συζήτηση. Η τέχνη εκδηλώνεται σα δυναμική θέληση να προκαλέσει πάντα κι από την αρχή στο εσωτερικό της ιστορίας -παράγοντας η ίδια της ιστορίας- μια πραγματική αλλαγή, αλλαγή της οποίας και θέλει να δώσει ταυτόχρονα τη μαρτυρία. Οι γυναίκες προσδοκούν αυτή την αλλαγή προς όφελός τους. Διεκδικούν αυτή την αλλαγή και η λογοτεχνία με την ομορφιά της αποτελεί προνομιακό πεδίο αυτής της διεκδίκησης που μοιάζει επαναστατική με τον τρόπο της. Και νομίζω πως θα συμφωνήσουμε με τον Καμύ ότι ίσως η ομορφιά δεν μπορεί να κάνει επαναστάσεις, αλλά ότι έρχεται πάντοτε η μέρα που οι επαναστάσεις την χρειάζονται.

Σημειώσεις

[1] Όπως παρατηρεί ο Williams R. «εκείνα που στις αρχές του 19ου αιώνα θεωρούνταν ανόμοια παραδείγματα, ανάμεσα στα οποία έπρεπε να επιλέξει ένας άνθρωπος και αργότερα να τοποθετηθεί ως ποιητής ή κοινωνιολόγος, στο τέλος αντιμετωπίζονταν από όλους σαν αλληλένδετα ενδιαφέροντα: μια απόφαση γύρω από ένα προσωπικό συναίσθημα μεταμορφώνονταν σε απόφαση συνδεδεμένη με την κοινωνία και μια παρατήρηση πάνω στη φυσική ομορφιά συνεπάγονταν αναγκαστικά και μια ηθική αναφορά στην ολότητα της ζωής του ανθρώπου» (Williams R, Draw from Ibsen to Brecht, London, Photo Press 1968, p. 106)

[2] Δες σχ. Williams R, Culture and Society, London, Chatto and Windus, 1971. Η συζήτηση θα κορυφωθεί χαρακτηριστικά στα πρώτα χρόνια της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης όπου συναντήθηκαν, συνυπήρξαν, συγκρούστηκαν συγγραφείς από διαφορετικές και ποικίλες - συχνά αντιφατικές εμπειρίες και θέσεις: από το ρεαλισμό, από το συμβολισμό, από τις πρωτοπορίες.

[3] Δες σχ. Α) Escarpit R., Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας, Αθήναι, Ζαχαρόπουλος 1972, β) Lauvenson D., Swingewood A., The Sociology of Literature, Paladin, London, 1972.

[4] Ήγκλετον Τ, Εισαγωγή στη θεωρία της Λογοτεχνίας, εισαγ. -επιμ. - -μετ. Τζιόβας Δ., Αθήνα, Οδυσσέας 1989, σ. 16.

[5] Ήγκλετον Τ, Εισαγωγή στη θεωρία της Λογοτεχνίας, ο.π. σ.12 (πρόλογος) Δες σχ. Και Νorris Ch., William Empson and the Philosophy of Literary, London 1978 καθώς και Frye Ν., Anatomy of Critism, New Jersey, Princeton University Press, 1957.

[6] Δες σχ. Μπρετόν Α., Τα Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού, Αθήνα, Δωδώνη 1972.

Δες σχ. Ρομάνο Ρ. (επ), Ιστορία των επαναστάσεων, μετ. Σλάγκος Α. - Σόκου P., τ.4, Ακμή 1973, σ. 75.

[7] Νικολόπουλος Φ, Κοινωνιολογική προσέγγιση του Λογοτεχνκού Έργου, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1995, σ.23.

[8] Δες σχ. Ortner Sh.- Whitehead (eds), Sexual Meaning. The Cultural Construction of Gender and Sexuality, Cambridge, Cambridge University Press 1981.

[9] Γκασούκα Μ, Κοινωνικές προσεγγίσεις του Φύλου. Ζητήματα Εξουσίας και Ιεραρχίας, Αθήνα 1998, 2002, σ. 71.

[10] Γκολντμάν Λ, Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος, μετ. Βέλτσσυ Ε, Ρυλμόν Π, Αθήνα, Πλέθρον 1979, σ.16.

[11] Δούκα - Καμπίτογλου Α., «Κόρες της Σαπφώς: Ποίηση, Γλώσσα, Επιθυμία» στο συλλ- τόμο. Οι Γυναικείες Σπουδές στην Ελλάδα και η ευρωπαϊκή εμπειρία, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής 1996, σ.58- 62.

[12] Van der Linden R., «Κενά στην Ιστορία της Τέχνης - γυναίκες καλλιτέχνιδες» στο συλλ. τόμο Κενά στην Ιστορία της Τέχνης Αθήνα, Γκοβόστη 1993, σ.49-60.

[13] Γκασούκα Μ., Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις του Φύλου. Ζητήματα εξουσίας και ιεραρχίας, ο.π. σ.73.

[14] Αναφέρεται απο την Van der Linden R., ο.π.

[15] Δες σχ. Gilbert S.- Gubar S., The Madwoman in the artic, Vale University, Press 1979

[16] Δες σχ. Donovan J., Feminist Literary Criticism, Kentucky, Lexington 1975.

[17] Bank Μ., Anonymous was a Woman, New York, Delta, 1979.

[18] Δες σχ. Mc Connel G„ Borker R., Furman N., (eds), Women and Language in Literature and Society, New York, Penguin, 1980.

[19] Ήγκλετσν Τ, Εισαγωγή στη θεωρία της Λογοτεχνίας, ο.π. σ. 316.

[20] Στην Ελλάδα είναι γνωστή από το έργο της «Γέννημα Γυναίκας», Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1983.

[21] Δες σχ. Kristeva J., About Chinese Women, New York, Delta 1977 και Iragaray L., Speculum de l' autre Femme, Paris, Plon 1974.

[22] Σερεμετάκη K.N., «Φύλο, Πολιτισμός και Ιστορία Η ανθρωπολογία της αρχαίας και Σύγχρονης Ελλάδος», Διασχίζοντας το σώμα, επ. Σερεμετάκη Κ. Ν., Αθήνα, Νέα Σύνορα, σ. 15-42.

[23] Showalter Ε., Feminist Criticism in the Wilderness, New York, Random Hall and Consor 1985.

[24] Δούκα- Καμπίτογλου Α., «Κόρες της Σαπφώς: Ποίηση, Γλώσσα, Επιθυμία» ο.π.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Γκόλντμαν Λ, Tux μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος μετ. Βέλτσου Ε., Ρυλμόν Π., Αθήνα, Πλέθρον 1979.

2. Γκασούκα Μ., Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις του Φύλου - Ζητήματα εξουσίας και ιεραρχίας, Αθήνα 1998.

3. Δούκα - Καμπίτογλου Α., «Κόρες της Σαπφώς: Ποίηση, Γλώσσα, Επιθυμία», στο Οι Γυναικείες Σπουδές στην Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Εμπειρία, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής 1996.

4. Donovan J., Feminist Literary Criticism, Kentucky, Lexington 1975.

5. Escarpit R, Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας, Αθήναι, Ζαχαρόπουλος 1972.

6. Ήγκλετον Τ, Εισαγωγή στη θεωρία της Λογοτεχνίας, εισαγ.-επιμ.- μετ. Τζιόβας Δ, Αθήνα, Οδυσσέας 1989.

7. Iragaray L., Speculum de l' autre Femme, Paris, Plon 1974.

8. Kristeva J., Le Texte du Roman, Menton, Hague, 1976. , About Chinese Women, New York, 1977.

9. Laurenson D., Swingewood Α., The Sociology of Literature, Paladin, London 1972.

10. Λούκατς Σ., Επιλογή Κειμένων, Αθήνα, Πλέθρον 1987.

11. Mc Connel G„ Borker R., Furman N., (eds), Women and Language in Literature and Society, New York, Penguin, 1980.

12. Μπρετόν Α.,Τα Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού, Αθήνα, Δωδώνη 1972.

13. Νικολόπουλος Φ, Κοινωνιολογική προσέγγιση του Λογοτεχνκού Έργου, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1995

14. Norris Ch., Williams R, Empson and the Philosophy of Literary, London 1978

15. Ortner Sh.- Whitehead (eds),Sexual Meaning. The Cultural Construction of Gender and Sexuality, Cambridge, Cambridge University Press 1981.

16. Ρομανό P. (επ), Ιστορία των επαναστάσεων, μετ. Σλάγκος Α. - Σόκον P., τ.4, Ακμή 1973, σ.75.

17. Ρίτς Α Γέννημα Γυναίκας, μετ. Βερικοκάκη - Αρτεμη Α Αθήνα, Νέα Σύνορα 1983.

18. Σερεμετάκη Κ.Ν., «Φύλο, Πολιτισμός και Ιστορία. Η ανθρωπολογία της αρχαίας και Σύγχρονης Ελλάδος», Διασχίζοντας το σώμα, επ. Σερεμετάκη Κ. Ν., Αθήνα, Νέα Σύνορα, σ. 15-42

19. Swingewood A The Novel and the Revolution, Macmillan, London 1976.

20. Van der Linden R, «Κενά στην Ιστορία της Τέχνης - γυναίκες καλλιτέχνιδες» στο συλλ. τόμο κενά στην Ιστορία της Τέχνης, Αθήνα, Γκοβόστη 1993, σ.49-60.

21. Williams R, Draw from Ibsen to Brecht, London, Photo Press 1968

22 . , Culture and Society, London, Chatto and Windus 1971.

23 . Politics and letters, London 1979

Περίληψη

(Στα Ελληνικά)

Οι γυναίκες για ένα μακρύ χρονικό διάστημα βρίσκονται σπρωγμένες στην «περιφέρεια» της λογοτεχνικής δημιουργίας αλλά και θεωρίας. Από τον 19° αιώνα καθώς η πρόσβασή τους στη γνώση διευκολύνεται, επιδιώκουν να κάνουν ορατή την παρουσία τους, γεγονός που για τις δυτικές τουλάχιστον γυναίκες επιτυγχάνεται στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όχι άσχετα από σημαντικά κοινωνικοοικονομικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα και από την επίδραση του φεμινισμού. Η ανάπτυξη της φεμινιστικής επιστήμης και σκέψης και η χρήση του gender, η διαμόρφωση μιας συνείδησης του φύλου που αρνείται την ανδρική ερμηνεία του κόσμου, επιτρέπει σε σημαντικό αριθμό γυναικών λογοτέχνιδων αλλά και θεωρητικών της λογοτεχνίας να αρθρώνουν λόγο γυναικείο, συχνά ανατρεπτικό, που αναδεικνύει τη γυναικεία υποκειμενικότητα και εμπειρία.

Ταυτόχρονα όμως, θέτει και μια σειρά προβληματισμών στους οποίους οι γυναίκες πρέπει να απαντήσουν από τη σκοπιά τους με κυριότερο αυτόν περί της ύπαρξης ή μη «γυναικείας, ιδιαίτερης γραφής, περί της ύπαρξης μιας γυναικείας ουσίας» στη λογοτεχνία.

Παιδαγωγικό Τμήμα ΔΕ Πανεπιστημίου Αθηνών, Κέντρο Έρευνας Επιστήμης και Εκπαίδευσης, Η Λογοτεχνία Σήμερα: Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, Γ' Πανελλήνιο Συνέδριο με Διεθνή Συμμετοχή, Αθήνα 2002 (Πρακτικά).

Πηγή: http://repository.edulll.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ