Menu
18 / 11 / 2018 - 05:29 am
A Site By Your Side
A+ A A-

karag 9

 

 

Θάνος Καραγκούνης

Εισαγωγή

Αποκαλείται ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού.

Είναι εκ των κορυφαίων στην ιστορία της φιλοσοφίας και σίγουρα ο σημαντικότερος του 18ου αιώνα. Ενίοτε ταυτίζεται με τον γερμανικό ιδεαλισμό, την υπερβατολογική φιλοσοφία [11] και την μεταφυσική. Τα έργα του είναι πολυδιάστατα και εντρυφούν σε πολλές γνωστικές περιοχές και ενδιαφέροντα. Οι πρώτες του ενασχολήσεις εκκινούν από την φυσική και την γεωγραφία, αλλά ο συλλογισμός του κορυφώνεται και ολοκληρώνεται με τις λεγόμενες και τρεις Κριτικές (Κριτική του Καθαρού Λόγου, Κριτική του Πρακτικού Λόγου και Κριτική της κριτικής Δύναμης).

Ο Καντ γεννήθηκε στην ανατολική Πρωσσία, στην πόλη Καινιξβέργη, το 1724. Πέθανε το 1804. Η μεταφυσική και η κριτική του σκέψη αποτέλεσαν μια γόνιμη ευκαιρία αντιπαράθεσης μεταξύ των φιλοσόφων, με την Νέο-καντιανή στροφή να τονίζει ως σημαντικότερη την κριτική διάσταση της σκέψης του, υποβαθμίζοντας τη μεταφυσική του αγωνία.

Κριτική και μεταφυσική είναι δύο διαφορετικά, αλλά διαπλεκόμενα σημεία στη σκέψη του Καντ, με την πρώτη, απλουστεύοντας αρκετά, να ερωτά και να ερευνά περί των δυνατοτήτων της γνώσης και τη δεύτερη να αγωνιά περί της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο.

Για τον Δανό φιλόσοφο, Soren Kierkegaard, στο βιβλίο του, Η Έννοια της Αγωνίας [12] η αγωνία δεν είναι εξαίρεση, παρέκκλιση ή αδυναμία, αλλά ψυχολογική κατηγορία ανάλυσης της ανθρώπινης ύπαρξης και αναδρομική εξήγηση της προέλευσης της αμαρτίας –μη οντολογική εν τούτοις, θα παρατηρήσει ο Χάϊντεγγερ. Για τον Καντ, εν τούτοις, η κριτική ηθική στάση ξεπερνά την αγωνιώδη κατάσταση και την οντολογία (για τον Λεβινάς αυτό είναι ένα σημείο ρήξης με τον Χάϊντεγγερ) [13] εφόσον οδεύει προς το καθήκον και τον νόμο.

karag 10

Η υπερβατολογική μέθοδος, με την οποία ο Καντ ερευνά τις δυνατότητες της γνώσης, εξετάζει τη λογική ικανότητα και τις apriori συνθήκες βάσει των οποίων είναι δυνατή (Θεοδωρακόπουλος, 1974: 166). Δύο είναι οι πηγές γνώσης για τον Καντ. Προέρχονται, η πρώτη από τη λογική και η δεύτερη από την εμπειρία. Την πρώτη την ονομάζει διάνοια, τη δεύτερη εποπτεία. Με τη διάνοια σκεφτόμαστε τα αντικείμενα, με την εποπτεία αισθανόμαστε, αλλά κυριότερα προσλαμβάνουμε τα αντικείμενα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο συνθέτουν την ικανότητα της γνώσης. Και οι δύο έχουν αντιστοίχως δύο πλευρές. Την υπερβατική και την εμπειρική. Η υπερβατική εν τούτοις προηγείται της εμπειρικής (ο.π. 167).

Ομοίως διαιρείται και η κριτική ικανότητα του ανθρώπου. Δηλαδή σε αναλυτική και συνθετική. Η μεν πρώτη αφορά την διαδικασία της κρίσης στο υποκείμενο, η δε δεύτερη τη διαδικασία της κρίσης, κατά την οποία το κατηγορούμενο προσθέτει μια ιδιότητα στην αναλυτική κρίση του υποκειμένου που μέχρι πρότινος δεν ήταν γνωστή (ο.π. 167).

Στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, ο Καντ ισχυρίζεται ότι ο χώρος αποτελεί μια μορφή εποπτείας, η οποία βάζει τάξη στην πληθώρα των ερεθισμάτων που δεχόμαστε από την εμπειρία και με τον τρόπο αυτό τοποθετεί την κατηγορία του χώρου στο πνευματικό πεδίο δια του οποίου το υποκείμενο κατηγοριοποιεί τον κόσμο. Το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο.

karag 11

Προϋποθέτει δε, ότι το υποκείμενο έχει προηγουμένως μια παράσταση του χώρου την οποία επεξεργάζεται διανοητικά, και κατόπιν ότι ο χώρος υφίσταται σαν αντικείμενο στην εμπειρική πραγματικότητα εκεί έξω. Άλλωστε τα πράγματα καθ' εαυτά δεν τα γνωρίζουμε. Για τον Χέγκελ της Επιστήμης της Λογικής αντίθετα, ό,τι είναι 'έλλογο είναι και πραγματικό', παρόλο που συμφωνεί εν μέρει ότι 'άμεση γνώση χωρίς μεσολάβηση' δεν υφίσταται.

Από οντολογική άποψη, ο Χάϊντεγγερ του, Είναι και Χρόνος[14] διαφορετικά από ό,τι ο Καντ και ο Χέγκελ, αναδεικνύει τη χωρικότητα του εδωνά - Είναι με αναφορά στην μέριμνα. Το Dasein, δεν είναι παρευρισκόμενο στο χώρο, αλλά καταλαμβάνει 'νοούμενο χώρο' εφόσον συγκροτείται από 'προσανατολισμό' και 'απομάκρυνση', θα πει ο Χάϊντεγγερ (1985: 612). Αυτό είναι μπορετό λόγω της χρονικότητας, που κάνει δυνατό τον κόσμο, εντός του οποίου ανακαλύπτεται ο χώρος.

Η διανοητικότητα του χώρου της οντολογίας συνεπώς, δεν είναι όμοια με την Καντιανή κριτική, η οποία λαμβάνει το χώρο ως κατηγορία ή καλύτερα εποπτεία. Στην δεύτερη περίπτωση, το να μη γνωρίζει κανείς πώς είναι τα πράγματα στην εμπειρική τους διάσταση (Walker, 2003: 11), δεν κάνει τη διαδικασία της γνώσης λιγότερο ικανή ή αναγκαία. Στην περίπτωση του Χάϊντεγγερ, αντίθετα, η βιομεριμνώδης χρονικότητα διανοίγει στον κόσμο ένα χωρικό εδωνά - Είναι που δεν είναι αυστηρά γνωσιακής φύσης.

karag 12

Η αναγκαιότητα της μη-ταύτισης υποκειμένου και αντικειμένου, συμβαδίζει με την έννοια της ηθικής. Η ηθική για τον Καντ έχει προστακτική και επιτακτική φύση. Η στάση του Καντ απέναντι στην ηθική, κάνει τη δεύτερη Κριτική ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο. Δια του πρακτικού λόγου, εμφανίζεται ως νόμος ένα αντικειμενικό και καθολικό πανανθρώπινο καθήκον με ιδιαίτερη, αυτόβουλη και εσωτερική προέλευση που είναι συνάμα αυτοσκοπός και ίδιον της ανθρώπινης ύπαρξης (Walker, 2003: 26).

Υφίσταται παραδεκτά μια αντινομία, μεταξύ της λογικής επεξεργασίας του καθαρού λόγου, των κατηγοριών του νου δηλαδή, που είναι περιορισμένη και νομοτελειακή και του πρακτικού καθήκοντος του ανθρώπου που πηγάζει και αναβλύζει από μια εσωτερική αναγκαιότητα η οποία αποτελεί ένα σκοπό που είναι από μόνος του επιτακτικής φύσης, αλλά σχετικά ελεύθερος. Η κριτική της καλαισθησίας και της σκοπιμότητας της φύσης, η τρίτη Κριτική του Καντ, γεφυρώνει το χάσμα.

Θα επιχειρήσουμε να δούμε αν όντως ο χώρος ανήκει στις καθαρές έννοιες, καθώς και τον τρόπο δια του οποίου ο Καντ εκδιπλώνει αυτήν τη δυναμική, εξετάζοντας εν τέλει αν στοιχειώνει κάποια αμφισημία την καθαρότητα του χώρου: ήτοι ένα υλικό, εμπειρικό ή αισθητικό μίασμα ή κατάλοιπο.

karag 13

Αν ο Καντ το γνωρίζει ή όχι είναι αναπόσπαστο τμήμα της αμφισημίας (όχι όμως, λιγότερο ενδιαφέρον για αυτό).
Καθώς η εξονυχιστική και λεπτομερής ανάλυση του Καντ, οι 'σχολές' του, οι 'ακόλουθοι' και 'επικριτές' του δεν απασχολούν σοβαρά το κείμενο, θα προβούμε σε μια λαθροχειρία, ξεκινώντας από την κριτική του πρακτικού λόγου για να καταλήξουμε σε αυτήν του καθαρού, δια μιας σύντομης παράκαμψης και επίσκεψης, προς την πληρέστερη κριτική του Καντ, αυτή της κριτικής δύναμης.

Το παρόν είναι απόσπασμα του δοκίμιου:

Η έννοια του χώρου στη Δυτική Φιλοσοφία

Καντ, Φουκώ, Ντεριντά

από τον απόλυτο χώρο, στο χώρο-κατασκευή και από εκεί στο χώρο

-υλοποίηση αμφισημίες, παλινωδίες και προοπτικές

Αθήνα, 2013

ebook- www.24grammata.gr
Σειρά : εν καινώ
Αθήνα, 2013
Αριθμός σειράς: 43
ISBN: 978-960-93-5019-8

Σελ: 53 - 58

Σημειώσεις

[11] Η έννοια του υπερβατολογικού κατέχει σημαντική θέση στη δυτική φιλοσοφία, αλλά σημαίνει πολλά και διαφορετικά πράγματα για πολλούς θεωρητικούς. Για τον θεωρούμενο και ιδρυτή της φαινομενολογίας, Γερμανό φιλόσοφο Edmund Husserl, στο βιβλίο του, Καρτεσιανοί Στοχασμοί, η έννοια του υπερβατολογικού συμπίπτει με την ανάγκη αναγέννησης και θεμελίωσης της φιλοσοφίας ως αυστηρής επιστήμης, υπό την ανοχή και το βλέμμα του Καρτέσιου (Rene Descartes), ο οποίος στο επίσης διάσημο βιβλίο του, Λόγος περί Μεθόδου, είχε αναζητήσει τα θεμέλια της γνώσης στο υποκείμενο, με την περίφημη ρήση του cogito ergo sum (σκέπτομαι άρα υπάρχω), που παραδόξως θεμελίωνε την ύπαρξη του εαυτού σε μια σκέψη, και την υποστήριξη της ύπαρξης δια της διατύπωσης μιας αμφιβολίας που οδηγεί με τη σειρά της σε μια βεβαιότητα. 'Εφόσον αμφιβάλλω [...] δεν μπορεί παρά'.. θα πει ο Ντεκάρτ. Ο Χούσσερλ επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στους Καρτεσιανούς Στοχασμούς, εισάγοντας ανάμεσα σε πολλές άλλες, και σε ένα δυσθεώρητο έργο του οποίου την σημασία και αξία μόνο ακροθιγώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε στην παρούσα σημείωση, την έννοια της αποβλεπτικότητας και της υπερβατολογικής διυποκειμενικότητας. Συνεχίζοντας να επιμένει, όπως ο Καρτέσιος, στην αναγκαιότητα 'απόσυρσης στον εαυτό', 'ριζικής εκκίνησης της φιλοσοφίας' και 'επιστροφής στο καθαρό ego cogito' (Χούσσερλ, 2002: 12), ως προϋπόθεση κατάκτησης της αληθινής γνώσης, o Χούσσερλ, θα ορίσει τελικά την αποβλεπτικότητα ως 'την καθολική θεμελιώδη ιδιότητα της συνείδησης να είναι συνείδηση-τινός, το ότι το cogito φέρει μέσα της το δικό της cogitum' (Χούσσερλ, 2002: 56), μη αποφεύγοντας ουσιαστικά, έναν κίνδυνο που ο ίδιος αρκετά νωρίς είχε διαγνώσει, τον σολιψισμό –από τα λατινικά solusipse που σημαίνει ο ίδιος μόνο, υπαινιγμός που αφορά στην δυνατότητα αλλά και τους περιορισμούς μιας φαινομενολογίας όπως του Husserl, που θέτει ως προϋπόθεση της γνώσης του κόσμου, την απόλυτη και εξαντλητική αυτογνωσία και εαυτότητα.

[12] Για τον Δανό φιλόσοφο Soren Kierkegaard, στο βιβλίο του, Η Έννοια της Αγωνίας, εν αντιθέσει με τον Χέγκελ, η αδυναμία της Λογικής γίνεται περισσότερο φανερή με το πέρασμά της στο πεδίο του γίγνεσθαι. Αυτό είναι και το νόημα, αίτημα, απαίτηση του Κίρκεκωρ, για μια ψυχολογική σύλληψη της αγωνίας και δευτερευόντως της έννοιας της αμαρτίας. Αγωνία που πάει χέρι-χέρι με την αθωότητα. Η αγωνία φαίνεται λοιπόν, να είναι εγγενής στην ανθρώπινη φύση.

[13] Ο Γάλλος φιλόσοφος Εμμανουήλ Λεβινάς στο βιβλίο του, Ολότητα και Άπειρο, είχε διαφωνήσει με την οντολογική προσέγγιση του Χάϊντεγγερ. 'Η αληθινή ζωή είναι αλλού', θα πει χαρακτηριστικά, στις εναρκτήριες σελίδες του βιβλίου του, εννοώντας ότι η μεταφυσική και η ηθική, όχι απαραίτητα ταυτόσημες έννοιες, έχουν στραμμένο το βλέμμα τους όχι στο είναι, στην μέριμνα και τη χρονικότητα, αλλά στον άλλο και το πρόσωπο ειδικότερα. Το ηθικό πρόταγμα δεν απαιτεί, για τον Λεβινάς, την απόλυτη και ανεξάντλητη οντολογική γνώση του είναι, αλλά την ανοχή, την δημιουργία και συνύπαρξη με τον ηθικό άλλο και της ελευθερίας του που συνίσταται και πηγάζει από αυτήν την μη-ανάγκη απόλυτης ταυτοποίησης. Αυτή η σχέση είναι σχέση 'πρόσωπο-με-πρόσωπο' (Λεβινάς, 1989: 103). Αυτό είναι και το νόημα της δήλωσης του Λεβινάς ότι 'το ον είναι 'αυτόνομο' σε σχέση με το είναι' (Λεβινάς, 1989: 143) ή ότι μπορεί να διατυπωθεί και διαφορετικά, 'ότι το πρόσωπο δεν είναι ένας τρόπος του τι είναι, μια απάντηση στην ερώτηση, αλλά το σύστοιχο εκείνου που προηγείται από κάθε ερώτηση' (Λεβινάς, 1989: 224).

[14] Ο Χάϊντεγγερ στο βιβλίο του, Είναι και Χρόνος, επέλεξε τον αντίθετο δρόμο από ό,τι ο Λεβινάς. Το κύριο ερώτημα για τον Χάϊντεγγερ αφορά τη σημασία της έννοιας του είναι. Η οντολογία εδώ προηγείται του όντος, της σημασιολογίας, της αξίας, της μεταφυσικής, της λογικής κτλ. Θα πει χαρακτηριστικά, 'Ο σκοπός της διατριβής που ακολουθεί, είναι η συγκεκριμένη επεξεργασία του ερωτήματος για το νόημα του 'Είναι''' (Χάϊντεγγερ, 1978: 22). Το ερώτημα, εν προκειμένω, τίθεται από ένα ον, το οποίο, εν τούτοις, έχει ή στο οποίο ιδιάζει ήδη μια προκατανόηση του είναι, εφόσον, μπορεί και θέτει την ερώτηση, εφόσον δηλαδή προβληματίζεται για το νόημα του είναι εν γένει. Για τον Χάϊντεγγερ, το όνομα αυτού του όντος είναι Dasein που ετυμολογικά, αν και σχετικώς ελεύθερα, μπορεί να σημαίνει Έδωνα-είναι και υπό μια ευρύτερη έννοια μπορεί να είναι το αντίστοιχο του ανθρώπου στην υπαρκτικό-αναλυτική φιλοσοφία. Εξού και η οντολογική προτεραιότητα του ερωτήματος για το νόημα του είναι. Η χρονικότητα, ως κατηγορία ανάλυσης του είναι του Dasein, είναι καίριας σημασίας. 'Το Είναι' θα πει ο Χάϊντεγγερ, 'μπορεί να συλληφθεί μόνο αν ληφθεί υπόψη ο χρόνος' (Χάϊντεγγερ, 1978: 51). Τόσο ο Χάϊντεγγερ, όσο και ο Χούσσερλ, θέτουν την εξής προτεραιότητα: 'Τα όντα που σκοπεύουμε να αναλύσουμε, είμαστε εκάστοτε εμείς οι ίδιοι' (Χάϊντεγγερ, 1978: 83). Συνοπτικότερα, αν στην μετα-Χουσσερλιανή οντολογία του Χάϊντεγγερ, μπορούσε να δοθεί ένας τίτλος, αυτός θα μπορούσε να εγκλείεται σε ό,τι σημασιοδοτεί μια φράση όπως η ακόλουθη: 'Στο Είναι του εδωνά-Είναι ιδιάζει κατανόηση του Είναι' (Χάϊντεγγερ, 1978: 151).

Πηγή: http://www.24grammata.com/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ