Menu
16 / 11 / 2018 - 12:47 am
A Site By Your Side
A+ A A-

tzavaras d1

Περίληψη

Αναφερόμαστε στην ιστορία μιας άτυπης ψυχοθεραπείας, που κρατάει περίπου δεκαεφτά χρόνια, με μια κυρία που σήμερα είναι 72 ετών.

Έμπλεος άγχους και φοβιών, πολύ δραστήρια και δημιουργική, όμως, εις τα του νοικοκυριού, σαγήνευε τη ζωή, την οικογένειά της και τους πελάτες της (ήταν πλασιέ) φτιάχνοντας με τα χεράκια της πότε κέικ, πότε πίτες, κυρίως χορτόπιτες. Προερχόταν από μια οικογένεια προσφύγων αλλά και εσωτερικών μεταναστών του εμφυλίου πολέμου. Έζησε μέσα στην ανασφάλεια και στην επαπειλούμενη εξαφάνιση. Με τον άντρα της και τα δυο της παιδιά, η φροντίδα της καθημερινότητας στηριζόταν κυρίως σε ένα συμβιωτικό δίδυμο με τη μητέρα της. Όταν τελικά αυτή πέθανε, το 1992, νόμισε ότι ήρθε το τέλος της. Με υπομονετική διεργασία και με παρότρυνση από τη μεριά του θεραπευτή, τελικά η θεραπευόμενη κατάφερε να τιθασεύσει τον φόβο θανάτου και καταστροφής, δημιουργώντας ένα τρισχαριτωμένο διήγημα, ο τίτλος του οποίου είναι και ο τίτλος αυτής της παρέμβασης «Είναι κι έτσι ο θάνατος». Απορίας και θαυμασμού άξιον είναι, ότι απέστειλε το διήγημα σε σοβαρό λογοτεχνικό περιοδικό, το οποίο το δέχθηκε προς δημοσίευση. Τούτο ήταν η κατακλείδα μιας προσπάθειας ετών.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι,

Ο Φρόιντ, στο δοκίμιό του Επίκαιρες παρατηρήσεις για τον πόλεμο και το θάνατο –ένα κείμενο γραμμένο το 1915, στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου– και κυρίως στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Η σχέση μας με το θάνατο», καταγράφει μια σειρά από σκέψεις για αυτή τη σχέση που αξίζουν τον κόπο να μας απασχολήσουν για λίγο.

«Αισθανόμαστε τόσο αποξενωμένοι σε αυτόν τον άλλοτε τόσο όμορφο και γνώριμο κόσμο, είναι η διαταραχή της σχέσης που είχαμε μέχρι τώρα με τον θάνατο. Αυτή η σχέση δεν ήταν ειλικρινής. Όταν μας άκουγε κανείς να μιλούμε για το θάνατο, ήμασταν φυσικά πρόθυμοι να υποστηρίξουμε ότι ο θάνατος είναι το αναγκαίο τέλος κάθε ζωής, ότι ο καθένας μας χρωστάει στη φύση έναν θάνατο (ή όπως έλεγε ο Σαίξπηρ «χρωστάς του Θεού έναν θάνατο») και πρέπει να είναι προετοιμασμένος να εξοφλήσει το χρέος, με λίγα λόγια ότι ο θάνατος είναι φυσικός, αναμφισβήτητος και αναπόφευκτος. Στην πραγματικότητα, όμως, συμπεριφερόμαστε σα να μην ήταν έτσι. Δείχναμε την απαραγνώριστη τάση να παραμερίσουμε το θάνατο, να τον εξαλείψουμε από τη ζωή. Προσπαθούσαμε να τον αποσιωπήσουμε, έτσι έχουμε και την παροιμία «το σκέφτεται, όσο και τον θάνατο». Τον δικό του θάνατο, φυσικά. Ο προσωπικός θάνατος είναι βέβαια αδιανόητος, και όσες προσπάθειες και αν κάνουμε, παρατηρούμε ότι εξακολουθούμε να είμαστε σαν απλοί θεατές...στο ασυνείδητό του ο καθένας είναι πεπεισμένος για την αθανασία του. Όσον αφορά το θάνατο ενός άλλου, ο πολιτισμένος άνθρωπος αποφεύγει επιμελώς να μιλήσει για αυτό το ενδεχόμενο, όταν ο μελλοθάνατος μπορεί να το ακούσει. Μόνο τα παιδιά αγνοούν αυτόν τον φραγμό, το ένα απειλεί το άλλο χωρίς φόβο ότι θα πεθάνει και μάλιστα είναι σε θέση να πουν σε ένα αγαπημένο άνθρωπο κατά πρόσωπο, λόγου χάρη: «μανούλα, όταν δυστυχώς θα έχεις πεθάνει, θα κάνω αυτό ή εκείνο». [...] Αυτή η στάση απέναντι στον θάνατο, που υπαγορεύεται από τον πολιτισμό και τη συμβατικότητα, συμπληρώνεται με την πλήρη κατάρρευσή μας όταν ο θάνατος πλήττει έναν δικό μας άνθρωπο, σύζυγο, αδελφό, παιδί ή έναν ακριβό φίλο. Μαζί με το νεκρό θάβουμε και τις ελπίδες μας, τις απαιτήσεις, τις απολαύσεις, είμαστε απαρηγόρητοι και τον θεωρούμε αναντικατάστατο». [Μετάφραση Λευτέρης Οικονόμου, Αθήνα, Επίκουρος, 1998].

tzavaras d3

Θα αναφερθούμε με τον πιο σύντομο δυνατό τρόπο στην ιστορία της Θάλειας, που γεννήθηκε το 1937. Ο πατέρας της ήταν Μικρασιάτης και είχε σωθεί από τα γεγονότα του 1922 έχοντας πάει να βρει στην παραθαλάσσια πόλη που ζούσε με τους γονείς του, μια βάρκα για να φύγουν από τον τόπο και να σωθούν. Όταν γύρισε να τους παραλάβει, βρήκε και τους δυο γονείς και τα αδέλφια του σφαγμένα. Κατάφερε και ήρθε πρόσφυγας στη Μακεδονία, όπου άρχισε να κάνει διάφορες εμπορικές δουλειές, κυρίως όμως να γίνει έμπορος δερμάτων. Στη Δράμα τού γνώρισαν τη μητέρα της Θάλειας και έγινε ένας γάμος, όπως είναι φυσικό, από συνοικέσιο. Η μητέρα της Θάλειας ήταν γεννημένη στην ανατολική Θράκη, αλλά μωρό ακόμη μαζί με ένα άλλο ξένο μωρό [δηλαδή από άλλη μητέρα] υιοθετήθηκαν από τη θετή μητέρα τους και μετακόμισαν στην Κωνσταντινούπολη. Όταν τελικά γύρισαν στην ανατολική Μακεδονία έγινε ο σχετικός γάμος και αποκτήσανε τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Η κα Θάλεια είναι η πρωτότοκη.

Όταν ήταν περίπου δέκα με δώδεκα χρονών, η οικογένεια των προσφύγων υποχρεώνεται να ακολουθήσει μια επιπλέον εσωτερική μετανάστευση, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας με τον εμφύλιο πόλεμο. Ήρθαν, λοιπόν, στην Αθήνα, όπου στριμώχτηκαν σε ένα σχετικά μικρό μέρος οικήματος, που είχε επιτάξει η ελληνική κυβέρνηση για να στεγάζει τους επονομαζόμενους συμμοριόπληκτους. Ο πατέρας συνέχισε την εμπορία δερμάτων, ταξιδεύοντας σε όλο τον χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, απουσιάζοντας μεγάλες χρονικές περιόδους και χωρίς ποτέ κανένας να ξέρει αν ζει ή αν πέθανε. Σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα, περί το 1955, αρρώστησε και νοσηλεύτηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια αυτής της νοσηλείας, ο πονηρός έμπορος έψαξε στο γραφείο των γιατρών και βρήκε μια γνωμάτευση, προφανώς όχι δικιά του, που έλεγε ότι πάσχει από καρκίνο.

Στο σπίτι έμεναν η γιαγιά, η θετή μάνα και η κόρη της, μητέρα της Θάλειας, τα τρία παιδιά, και όταν ήταν στην Αθήνα, και ο πατέρας. Μετά από αυτή τη γνωμάτευση, ο πατέρας έπιασε την πρωτότοκό του και της είπε ότι «σου αναθέτω την ευθύνη όλης της οικογένειας». Η Θάλεια, η οποία είχε ζήσει επί σειρά ετών τους αποχωρισμούς και τις αβεβαιότητες του αν ζει ή δε ζει ο πατέρας ή αν γλιτώνουν ή δε γλιτώνουν από τους ποικίλους κινδύνους -Τούρκους, Βουλγάρους κομμουνιστές κλπ.- πήρε πάρα πολύ σοβαρά το ρόλο της και μόλις τέλειωσε το γυμνάσιο, όπου ήταν άριστη μαθήτρια, έπιασε δουλειά σε ένα συγγενικό τους φωτογραφείο, όπου με την εργατικότητά της και τις ικανότητές της έγινε ο στυλοβάτης αυτού του ατελιέ (να θυμίσουμε ότι εκείνη την εποχή οι γαμπροί και οι νύφες, αφού βγαίνανε από την εκκλησία, πηγαίνανε στα καλλιτεχνικά φωτογραφεία και φωτογραφιζόντουσαν καταλλήλως).

tzavaras d4

Δεν είχε Κυριακές και γιορτές, οι δε συγγενείς, τα αφεντικά, τσιγκούνηδες και σφιχτοί, της δίνανε ένα σχετικά μικρό μισθό ακόμη και για την εποχή. Η ευφυΐα της να βρίσκει πλάγιες λύσεις για τα προβλήματά της και μέσα στον καημό της για μόρφωση, παρακολουθούσε κάθε φορά που μπορούσε κάτι συγκεντρώσεις που έκανε ένας ιεροκήρυκας της περιοχής του φωτογραφείου. Αλλά, επειδή δεν μπορούσε να διεκδικήσει τη μόρφωσή της, γράφτηκε συνδρομήτρια στο περιοδικό της οργάνωσης εκείνης και έκανε την «αμαρτία» να κλέβει τα λεφτά της συνδρομής από το ταμείο του φωτογραφείου.

Τελικά παντρεύεται με συνοικέσιο φυσικά, έναν πολύ εργατικό, και αυτός προσφυγικής καταγωγής, και αποκτά δυο παιδιά. Έζησε μέσα στην ανασφάλεια και στην επαπειλούμενη εξαφάνιση. Με τον άντρα της και τα δυο της παιδιά, η φροντίδα της καθημερινότητας στηριζόταν κυρίως σε ένα συμβιωτικό δίδυμο με τη μητέρα της. [Η γιαγιά είχε πεθάνει]

Η ζωή σε συμβιωτικό δίδυμο είχε πάρα πολλές ψυχικές συνέπειες, καθότι αυτή η μητέρα, που όπως έμαθε όταν ήταν είκοσι χρονών, ήταν υιοθετημένη, ζούσε στην απόλυτη ανασφάλεια, μετά από μια φαντασιωσική πρώτη εγκατάλειψη από τη βιολογική της μητέρα και στη συνέχεια από τον φόβο να μην την εγκαταλείψει ο συχνά απουσιάζων άντρας της. Η μητέρα ήταν έμπλεος προκαταλήψεων και προλήψεων και η διαχείριση των νοημάτων μέσα στο σπίτι είχε μόνο μια σταθερά, τη μόρφωση και την καταξίωση των δυο μικρότερων παιδιών. Έτσι, η Θάλεια, δουλεύοντας διηνεκώς μπόρεσε και σπούδασε και τα δυο της αδέλφια και όντας πολύ οικονόμα και νοικοκυρά κατάφερε να τα βγάζει πέρα με τα περιορισμένα οικονομικά του ζευγαριού. Είχε εγκαταλείψει το φωτογραφείο και έκανε τη δουλειά του πλασιέ. Η δουλειά του πλασιέ είναι από τα πιο αβέβαια επαγγέλματα, γιατί γυρνάς σαν την άδικη κατάρα, πηγαίνεις στα διάφορα μαγαζιά και ζεις πάντα με το άγχος ότι θα σε διώξουν και θα εγκαταλείψουν. Έτσι, ανέπτυξε μια στρατηγική αναπλήρωσης του άγχους αποχωρισμού και απόρριψης, με το ακόλουθο στρατήγημα. Είχε λεπτομερώς καταγράψει τα γενέθλια ή και τις γιορτές των συνεργατών της και πάντα στις επετείους προσέφερε κάτι φτιαγμένο από τα χέρια της, πότε κέικ και κυρίως πίτες, χορτόπιτες κατά βάση.

tzavaras d5

Ο συντονισμός σε διάφορα πεδία αρνητικών γεγονότων -ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, ατυχία στον επαγγελματικό χώρο και το ατύχημα μιας κλοπής στο σπίτι-, θα αποσταθεροποιήσουν τη Θάλεια. Είναι τότε, λοιπόν, το 1991, που η αδελφή της, που είχε τύχει να με γνωρίσει από επαγγελματικούς λόγους, παρεμβαίνει και της λέει να έρθει να με συμβουλευτεί. Η αδελφή και η παρέα της, προσπαθώντας να την ενισχύσουν να τολμήσει την επίσκεψη, παρουσίασαν το πρόσωπό μου σε έναν υπερθετικό βαθμό, κάτι σαν ο μάγος-θεραπευτής.

Ήρθε και με συνάντησε για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1991, με μια πολύ έντονη εκ προοιμίου μεταβίβαση. Η θετική συναισθηματική της μεταβίβαση θα υπάρξει, κατά κάποια άποψη, η πιο έντονη θεραπευτική της επιτυχία, γιατί κάθε φορά που έπαιρνε τηλέφωνο για να κλείσει ραντεβού –η συνεργασία μας υπήρξε σπάνια συστηματική- με την πρόταση του ραντεβού, ένοιωθε πολύ καλύτερα.

Το 1992 η μητέρα της πεθαίνει απότομα από καρδιακή προσβολή και, όπως θα έλεγε και ο Φρόιντ, η Θάλεια είναι εντελώς πεπεισμένη ότι πρόκειται και η ίδια να εξαφανιστεί. Την περίοδο αυτή πυκνώνουν τα ραντεβού μας και, έξω από τις όποιες ψυχοθεραπευτικές ενέργειες, χρειάζεται να πάρει και αγχολυτικά φάρμακα. Το σκηνικό του αποχωρισμού θα επαναληφθεί με την αναχώρηση του γιου της, μετά το πτυχίο, για το στρατιωτικό. Παρόλα αυτά, καταφέρνει και τα βγάζει πέρα μέσα στην καθημερινότητα και με τις αντιξοότητες της βαριάς δουλειάς του πλασιέ.

Είναι εκείνη την εποχή που με τον τρόπο τον χαρακτηριστικό που διηγείται τα καθέκαστα, καθώς και τα βιώματά της γύρω από τον αποχωρισμό και το θάνατο, που συνειρμικά μου έρχεται η ιδέα να της πω ότι, «γιατί αυτά τα πράγματα που λέτε τόσο ωραία, δεν τα γράφετε;». Σκανδαλισμένη η κυρία με τις πίτες, διέρρηξε τα ιμάτιά της, λέγοντας ότι αυτό είναι αδύνατο, για ανθρώπους της δικιάς της μόρφωσης. Και όμως ο πειρασμός υπήρξε, φαίνεται, μεγάλος και άρχισε να καταγράφει στο χαρτί τις σκέψεις της γύρω από το θάνατο. Μετά από κάποια χρόνια ήρθε και μου παρουσίασε ένα κείμενο, το οποίο είχε τίτλο τον τίτλο αυτής εδώ της εισήγησης.

tzavaras d6

Το κείμενο αρχίζει: «Η συμφιλίωση της ζωής με το θάνατο είναι σημαντικό πράγμα, και τα δύο είναι ένα μεγαλείο. Το ένιωσα με το θάνατο της κυρίας Ευθυμίας, της Μίγιας. Με έκανε να καταλάβω τι είναι φυσιολογικός θάνατος. Τον θάνατο τον φοβάμαι, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι και το να πάω σε μια κηδεία το αντιμετωπίζω με φόβο [...]. Όλα αυτά είναι φοβερά για μένα. Χάνομαι, νομίζω πως ο εγκέφαλός μου δε λειτουργεί. Οι κτύποι της καρδιάς μου λιγοστεύουν, τα πόδια μου λυγίζουν και θυμάμαι τη μαμά μου που μού ‘λεγε «μην πας στην κηδεία του τάδε δεν πειράζει, σε παρακαλώ και στη δική μου κηδεία ας μην έρθει κανείς». Γι’ αυτό όταν πέθανε η μαμά μου δεν ήθελα να καλέσω κανέναν. Να είμαστε μόνον εμείς. [...] Τις τελευταίες μέρες πήγαινα κάθε μέρα σχεδόν. Άλλωστε με ήθελε. Την καταλάβαινα από το χαμόγελο που μου χάριζε κάθε φορά που με έβλεπε. Τη μέρα που θα έφευγε, 30 Ιουνίου, θαρρείς μου έστειλε ένα μήνυμα και πήγα το πρωί στις δέκα, ενώ άλλοτε πήγαινα το απόγευμα και έτσι βρέθηκα κοντά της. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το μεγαλείο. Να δω εγώ άνθρωπο να πεθαίνει! Από φυσιολογικό θάνατο, βέβαια. Ήδη είχε συμπληρώσει τα ενενήντα πέντε».

Στη συνέχεια περιγράφει τα περιστατικά της ζωής της Μίγιας και τα γεγονότα γύρω από την τελική κατάληξη της φίλης της. Το κείμενό της το έγραψε και το περιποιήθηκε, όπως περιποιείτο τα κέικ και τις πίτες της. Το έδωσε και στην κόρη της και το δακτυλογράφησε, βάζοντας από πάνω την εξής αφιέρωση: «Το κείμενο αυτό γράφτηκε μετά από μια εμπειρία μου και το αφιερώνω στο Θ[ανάση] Τ[ζαβάρα]». Έκπληκτος από την λογοτεχνική ποιότητα του κειμένου, της πρότεινα να το στείλει σε ένα σοβαρό λογοτεχνικό περιοδικό. Και όντως, έγινε ενθουσιωδώς δεκτό και δημοσιεύτηκε. Μου έφερε το τυπωμένο κείμενο με την εξής αφιέρωση: «Σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε, όχι μόνο να ξεπεράσω τον θάνατο, αλλά και να τον περιγράψω. Θ.».

Ο Φρόιντ και πάλι «Επόμενο είναι τότε να αναζητούμε για τις απώλειες της ζωής ένα υποκατάστατο στον κόσμο της μυθοπλασίας, στη λογοτεχνία, στο θέατρο. Εκεί βρίσκουμε ακόμη ανθρώπους που ξέρουν να πεθαίνουν, ακόμη και τέτοιους που καταφέρνουν μάλιστα να σκοτώσουν έναν άλλο. Μόνον εκεί εκπληρώνεται για μας η προϋπόθεση υπό την οποία θα μπορούσαμε να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, αν δηλαδή παρ΄ όλες τις μεταπτώσεις της ζωής η δική μας ζωή παρέμενε ανέπαφη».

tzavaras d7

Αυτό που μας ενδιαφέρει σε αυτή την περίπτωση είναι ότι καίτοι η Θάλεια δεν έχει τελείως τιθασεύσει το άγχος αποχωρισμού και απώλειας, χωρίς να έχει απόλυτα συμφιλιωθεί με το θάνατο, ωστόσο υπήρξε μια διπλή μετακίνηση που της επέτρεψε να ξανοιχτεί στη ζωή και παρόλες τις δυσκολίες της ηλικίας να χαίρεται τη ζωή μέσα από ενέργειες, οι οποίες ξεπερνάνε είτε την απλή σαγηνευτική στρατηγική με τις πίτες και τα κέικ, είτε την παραδοσιακή λειτουργία της φροντίδας και του καθήκοντος. Η προτροπή του θεραπευτή «και γιατί αυτά τα πράγματα που λέτε τόσο ωραία δεν τα γράφετε;», αντιρρόπησε την πατρική ρήση «σου αναθέτω την ευθύνη όλης της οικογένειας» και επέτρεψε σε αυτή τη φιλόδοξη και προφανώς προικισμένη γυναίκα να μετακινηθεί από τη θέση του βιοπαλαιστή πάτερ φαμίλιας, θέση φροντίδα την οποία έλαβε και για τα μικρότερα αδέρφια και αργότερα τα παιδιά της, προς έναν χώρο δημιουργικότητας και ευχαρίστησης. Δεν είναι μόνο το σκηνικό που κατασκεύασε, καταγράφοντας τον «φυσιολογικό» θάνατο της φίλης της και που έχει σταθεί κορώνα στο κεφάλι της, αναφορά θετική μπρος στο φόβο του θανάτου, αλλά και η απόφασή της να μάθει παραδοσιακούς χορούς στο κέντρο του δήμου της γειτονιάς της. Θα πρέπει να δείτε την έκφρασή της όταν μια μέρα ήρθε και μου έδειξε υπερήφανη μια έγχρωμη φωτογραφία, όπου ντυμένη καραγκούνα χόρευε δημόσια ένα συρτό της Θεσσαλίας.

Ας μου επιτρέψετε να κλείσω όχι με δικά μου λόγια, αλλά με τα λόγια του ποιητή «Στην οδό των Φιλελλήνων»:

«Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξει τέτοιο φως! Το φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνει μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί στον κόσμο εδώ κάτω έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

Σας ευχαριστώ

Θανάσης Τζαβάρας

29 Νοεμβρίου 2008

Θανάσης Τζαβάρας, «Είναι κι έτσι ο θάνατος», Διεθνές Συνέδριο Ψυχανάλυσης: Ο θάνατος επί τω έργω: ετερότητα και μνήμη πένθους, Αθήνα, Δεκέμβριος 2008, τομέας Ψυχολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και τμήμα Ψυχαναλυτικών ερευνών Πανεπιστημίου Paris Diderot, Paris-7

Πηγή: https://pangelopoulos.wordpress.com/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ