Menu
19 / 10 / 2018 - 03:06 am
A Site By Your Side
A+ A A-

slums 1

Άφησε το μυαλό του να ταξιδέψει καθώς ατένιζε την πόλη, μισή παραγκούπολη, μισή παράδεισος. Πώς μπορούσε ένα μέρος να είναι τόσο άσχημο και βίαιο, αλλά ταυτόχρονα όμορφο;

Cris Abani [1]

Η εκπληκτική εξάπλωση των φτωχογειτονιών[2] είναι το βασικό θέμα του Τhe Challenge of Slums (Η πρόκληση των φτωχογειτονιών), μια ιστορική και νηφάλια αναφορά που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2003 από το Πρόγραμμα Ανθρωπίνων Οικισμών του ΟΗΕ (UN-HABITAT). Αυτή η πρώτη παγκόσμια καταγραφή της αστικής φτώχιας, που ακολουθεί τα ίδια (διάσημα) βήματα των Friedrich Engels, Henry Mayhew, Charles Booth, και Jacob Riis, κορυφώνει δύο αιώνες επιστημονικής έρευνας της ζωής των φτωχογειτονιών, που ξεκίνησε με το βιβλίο Survey of Poverty in Dublin (Έρευνα της Φτώχειας στο Δουβλίνο) του James Whitelaw το 1805. Είναι επίσης το πολυαναμενόμενο εμπειρικό αντίστοιχο των προειδοποιήσεων της Παγκόσμιας Τράπεζας τη δεκαετία του ’90, ότι η αστική φτώχεια θα γινόταν το «πιο σημαντικό και πολιτικά εκρηκτικό πρόβλημα του επόμενου αιώνα».[3]

Το Τhe Challenge of Slums, η συνεργασία παραπάνω από 100 ερευνητών, ενσωματώνει τρεις νέες πηγές ανάλυσης και δεδομένων. Αρχικά, βασίζεται σε συνοπτικές μελέτες περιπτώσεων φτώχειας, κατάστασης της φτωχογειτονιάς και πολιτικής κατοικίας σε 34 μητροπόλεις, από το Abidjan στο Σύδνεϋ· το πρόγραμμα αυτό συντονίστηκε για την UN-HABITAT από τη Μονάδα Αναπτυξιακού Σχεδιασμού (Development Planning Unit) του University College του Λονδίνου. Δεύτερον, χρησιμοποιεί μια μοναδική συγκριτική βάση δεδομένων για 237 πόλεις παγκοσμίως, που δημιουργήθηκε από το πρόγραμμα Αστικοί Δείκτες της UN-HABITAT (Development planning Unit) για τη Σύνοδο Κορυφής της Κωνσταντινούπολης το 2001 (2001 Istanbul + 5 Urban Summit).[4] Και τρίτον, ενσωματώνει δεδομένα παγκόσμιας έρευνας νοικοκυριών, πράγμα που ανοίγει νέους δρόμους συμπεριλαμβάνοντας την Κίνα και την πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι συγγραφείς του ΟΗΕ αναγνωρίζουν την εργασία του Branko Milanovic, του οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, που πρωτοπορώντας έκανε αυτές τις έρευνες σαν δυναμικό μικροσκόπιο για τη μελέτη της παγκόσμιας ανισότητας. (Σε ένα από αυτά τα άρθρα, ο Milanovic εξηγεί: «για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, ερευνητές εξακρίβωσαν δεδομένα πάνω στη διανομή του εισοδήματος ή του πλούτου [δαπάνες ή κατανάλωση] μεταξύ του 90%, ή και παραπάνω, του παγκόσμιου πληθυσμού».[5]) Αν οι αναφορές της Διακυβερνητικής Επιτροπής της Κλιματικής Αλλαγής αντιπροσωπεύουν μια πρωτοφανή επιστημονική συναίνεση πάνω στους κινδύνους της υπερθέρμανσης του πλανήτη, τότε το Τhe Challenge of Slums φαίνεται να είναι μια το ίδιο έγκυρη προειδοποίηση για την παγκόσμια καταστροφή λόγω της αστικής φτώχειας.

slums 2

Αλλά τι είναι μια «φτωχογειτονιά»; Ο πρώτος δημοσιευμένος ορισμός φέρεται να συναντάται το 1812 στο Vocabulary of the Flash Language (Λεξικό της Αργκό) του κατάδικου συγγραφέα James Hardy Vaux, όπου είναι συνώνυμη με “racket” ή «εμπόριο εγκληματικότητας».[6] Ωστόσο, μέχρι τα χρόνια της χολέρας των δεκαετιών του 1830 και του 1840, οι φτωχοί έμεναν σε φτωχογειτονιές αντί να τις κατασκευάζουν. Ο Cardinal Wiseman, στα γραπτά του σχετικά με την αστική μεταρρύθμιση, μερικές φορές μετατρέπει τη λέξη slum («χώρος όπου συμβαίνουν ακολασίες») από αργκό του δρόμου σε ορισμό που άνετα θα χρησιμοποιούνταν από ευγενείς συγγραφείς.[7] Μέχρι τα μέσα του αιώνα φτωχογειτονιές εμφανίστηκαν στη Γαλλία, την Αμερική και την Ινδία και γενικά αναγνωρίστηκαν σαν διεθνές φαινόμενο. Ειδήμονες και περιηγητές συζητούσαν για το πού ήταν χειρότερη η ανθρώπινη υποβάθμιση: Whitechapel ή La Chapelle, Gorbals ή Liberties, Pig Alley ή Mulberry Bend. Σε μια έρευνα του 1895 για «τους φτωχούς στις μεγάλες πόλεις», το Scribner’s Magazine ψήφισε τα Fondaci της Νάπολης σαν τις «πιο φρικαλέες ανθρώπινες κατοικίες στο πρόσωπο της γης», αλλά ο Gorky ήταν σίγουρος ότι η ονομαστή περιοχή Khitrov της Μόσχας ήταν στην πραγματικότητα «το κατώτατο βάθος», ενώ ο Kipling γελούσε και παρέσυρε τους αναγνώστες του «βαθύτερα και βαθύτερα ακόμα», στην Colootollah, «το χαμηλότερο βόθρο απ’ όλους» στην «πόλη της φρικτής νύχτας» της Καλκούτα.[8]

Αυτές οι κλασσικές φτωχογειτονιές ήταν διαβόητοι γραφικοί τόποι, αλλά οι μεταρρυθμιστές γενικά συμφωνούσαν με τον Charles Booth –τον Dr. Livingston των παριών του Λονδίνου- ότι όλες οι φτωχογειτονιές χαρακτηρίζονταν από ένα αμάλγαμα ετοιμόρροπης κατοικίας, υπερπληθυσμού, ασθενειών, φτώχειας και εξαχρείωσης. Για τους φιλελεύθερους του 19ου αιώνα, φυσικά, η ηθική διάσταση ήταν καθοριστική και η φτωχογειτονιά ήταν γι’ αυτούς πρώτα και πάνω απ’ όλα ένα μέρος όπου ένα αδιόρθωτο και άγριο κοινωνικό «υπόλειμμα» σάπιζε με ανήθικη και συχνά ταραχώδη λαμπρότητα· πράγματι, ευρεία λογοτεχνία «γαργαλούσε» τη βικτωριανή μεσαία τάξη με ζωηρές και μακάβριες ιστορίες από τη σκοτεινή πλευρά της πόλης. Το «Savages» εξύμνησε την Reverend Chapin στο Humanity in the City (Ανθρωπιά στην πόλη) (1854), «όχι σε ζοφερά δάση, αλλά κάτω από τη λάμψη της γκαζόλαμπας και υπό το βλέμμα των αστυνομικών, με πολεμικές ιαχές και clubs πολύ όμοια, και ενδύματα φανταστικά και ψυχές τόσο άγριες όσο οι συγγενείς τους τον αντίποδα».[9] Σαράντα χρόνια μετά, η νέα Διεύθυνση Εργασίας των Η.Π.Α., στην πρώτη «επιστημονική» έρευνα της αμερικάνικης οικιστικής ζωής της εργατικής τάξης (The Slums of Baltimore, Chicago, New York and Philadelphia, 1894 – Οι φτωχογειτονιές της Βαλτιμόρης, του Σικάγο, της Νέας Υόρκης και της Φιλαδέλφεια), ακόμα προσδιόριζε τη φτωχογειτονιά σαν «μια περιοχή με βρώμικους δρόμους, ιδιαίτερα όταν κατοικείται από εξαθλιωμένο και εγκληματικό πληθυσμό».[10]

slums 4

Μια παγκόσμια απογραφή των slums

Οι συγγραφείς του The Challenge of Slums απορρίπτουν αυτές τις βικτωριανές συκοφαντίες αλλά διατηρούν με διαφορετικό τρόπο τον κλασσικό ορισμό της φτωχογειτονιάς που χαρακτηρίζεται από υπερπληθυσμό, φτωχή ή άτυπη κατοικία, ακατάλληλη πρόσβαση σε ασφαλές νερό και αποχέτευση, ανασφάλεια νομής. Αυτός ο λειτουργικός ορισμός, που υιοθετήθηκε επίσημα σε μια συνάντηση των Ηνωμένων Εθνών στο Ναϊρόμπι τον Οκτώβριο του 2002, «περιορίζεται στα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του οικισμού» και αποφεύγει τις πιο δύσκολα μετρήσιμες «κοινωνικές διαστάσεις», αν και εξισώνει στις περισσότερες περιπτώσεις την οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση.[11] Περικλείοντας περιαστικές παραγκουπόλεις καθώς και αρχετυπικούς αστικούς οικισμούς, αυτή η πολυδιάστατη προσέγγιση είναι στην ουσία ένας πολύ συντηρητικός δείκτης αυτού που χαρακτηρίζεται ως φτωχογειτονιά· πολλοί αναγνώστες θα μείνουν έκπληκτοι από το αντί-βιωματικό εύρημα ότι μόνο το 19,6% των μεξικανών που ζουν στις πόλεις, ζουν σε φτωχογειτονιές (είναι γενικά αποδεκτό από ντόπιους ειδικούς ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των μεξικανών ζουν σε colonias populares ή παλαιότερους οικισμούς). Ακόμα και χρησιμοποιώντας αυτόν τον περιορισμένο ορισμό, οι ερευνητές των Ηνωμένων Εθνών υπολογίζουν ότι υπήρχαν τουλάχιστον 921 εκατομμύρια κάτοικοι σε φτωχογειτονιές το 2001 και πάνω από 1 δισεκατομμύριο το 2005: σχεδόν ίσοι με τον πληθυσμό του πλανήτη όταν ο νεαρός Engels για πρώτη φορά τόλμησε να κυκλοφορήσει μέσα στους σκοτεινούς δρόμους του St. Giles και της Old Town Manchester το 1844.[12]

Πράγματι, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός από το 1970 και έπειτα πολλαπλασίασε εκθετικά τη φημισμένη φτωχογειτονιά του Tom-all-Alone στο Bleak House του Dickens. Οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών, ενώ είναι μόνο το 6% του πληθυσμού της πόλης των αναπτυγμένων χωρών, αποτελούν το συγκλονιστικό 78,2% των άστεων στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες· αυτό ισούται ακριβώς με το ένα τρίτο του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού.

Σύμφωνα με την UN-HABITAT, τα μεγαλύτερα παγκόσμια ποσοστά κατοίκων φτωχογειτονιών εντοπίζονται στην Αιθιοπία (ένα εκπληκτικό 99,4%), στο Αφγανιστάν (98,5%) και στο Νεπάλ (92%). Η Βομβάη, με 10 έως 12 εκατομμύρια καταληψίες και κατοίκους παραγκουπόλεων, είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα των φτωχογειτονιών, ακολουθούμενη από το Μεξικό και την Ντάκα (9 έως 10 εκατομμύρια η καθεμία) και έπειτα το Λάγος, το Κάιρο, το Καράτσι, την Κινσάσα- Μπραζαβιλ, το Σάο Πάολο, τη Σανγκάι και το Δελχί (6 έως 8 εκατομμύρια η καθεμία).[13]

slums 5

Οι πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες φτωχογειτονιές βρίσκονται στη Ρωσική Ομοσπονδία (ειδικότερα σε πρώην «σοσιαλιστικές πόλεις εταιριών», εξαρτώμενες από μία, τώρα πια κλειστή, βιομηχανία και στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπου η αστική εγκατάλειψη ήρθε με την ίδια ιλιγγιώδη ταχύτητα της οικονομικής ανισότητας και της δημόσιας αποεπένδυσης). Το 1993 το Πρόγραμμα Αστικών Δεικτών του ΟΗΕ ανάφερε ποσοστό φτώχειας 80% ή και υψηλότερο στο Μπακού (Azerbaijan) και στην Yerevan (Αρμενία).[15] Ομοίως, ο σοβιετικός αστικός πυρήνας από σκυρόδεμα και ατσάλι του Ulaanbaatar είναι περικυκλωμένος από μια θάλασσα 500.000, ή και παραπάνω, εξαθλιωμένων πρώην κτηνοτρόφων, που ζουν σε σκηνές που ονομάζονται gers. Λίγοι από αυτούς καταφέρνουν να φάνε πάνω από μια φορά τη μέρα.[16]

slums 6

Πίνακας 1. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί φτωχογειτονιών ανά χώρα[14]

Οι φτωχότεροι αστικοί πληθυσμοί, ωστόσο, βρίσκονται πιθανότατα στη Λουάντα, στο Μαούτο, στην Κινσάσα και στην Κοτσαμπάμπα (Βολιβία), όπου τα δύο τρίτα των κατοίκων ή παραπάνω κερδίζουν λιγότερα από το κόστος της ελάχιστης αναγκαίας καθημερινής ποσότητας τροφής.[17] Στη Λουάντα, όπου το ένα τέταρτο των νοικοκυριών έχει κατά κεφαλή κατανάλωση λιγότερα από 75 σεντς την ημέρα, η παιδική θνησιμότητα (κάτω από 5 ετών) ήταν στο τρομακτικό ποσοστό 320/1000 το 1993 – το υψηλότερο του κόσμου.[18]

Σίγουρα, δε ζουν όλοι οι φτωχοί των πόλεων σε φτωχογειτονιές, ούτε είναι όλοι οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών φτωχοί· πράγματι, το The Challenge of Slums υπογραμμίζει ότι σε κάποιες πόλεις η πλειοψηφία των φτωχών όντως ζουν έξω από τις φτωχογειτονιές με τη στενή έννοια του όρου.[19] Αν και οι δύο κατηγορίες προφανώς υπερκαλύπτουν η μία την άλλη στην πλειοψηφία τους, ο αριθμός των φτωχών των πόλεων είναι σημαντικά μεγαλύτερος: τουλάχιστον το μισό του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού, όπως προσδιορίζεται από σχετικά εθνικά κατώτερα όρια φτώχειας.[20] Επιπλέον, σχεδόν το ένα τέταρτο των κατοίκων των πόλεων (σύμφωνα με έρευνα του 1988), ζουν σε ακραίες συνθήκες «απόλυτης» φτώχειας- επιβιώνοντας κάπως με ένα δολάριο ή λιγότερο την ημέρα.[21] Αν τα στοιχεία του ΟΗΕ είναι ακριβή, η διαφορά του κατά κεφαλήν εισοδήματος σε κάθε νοικοκυριό μεταξύ μιας πλούσιας πόλης, όπως το Σιάτλ, και μιας πολύ φτωχής, όπως το Ibadan, είναι τόσο μεγάλη όσο 739/1 – απίστευτη ανισότητα.[22]

Ακριβή στατιστικά είναι στην πραγματικότητα δύσκολο να βρεθούν, γιατί οι φτωχοί πληθυσμοί και οι πληθυσμοί των φτωχογειτονιών συχνά υποεκτιμούνται εσκεμμένα και μαζικά από τις αρχές. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 για παράδειγμα, η Μπανγκόκ είχε επίσημο ποσοστό φτώχειας μόνο 5%, αν και έρευνες κατέληξαν ότι περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού (1,15 εκατομμύρια) ζούσαν σε φτωχογειτονιές και κατειλημμένους καταυλισμούς.[23] Ομοίως, η κυβέρνηση του Μεξικό ισχυριζόταν τη δεκαετία του ’90 ότι μόνο ένας στους δέκα κατοίκους των πόλεων ήταν πραγματικά φτωχοί, παρά τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία του ΟΗΕ που έδειχναν το 40% περίπου να ζει με λιγότερο από 2$ τη μέρα.[24] Διαβόητα για τη διαστρέβλωση της φτώχειας στις πόλεις είναι επίσης και τα Ινδονησιακά και τα Μαλαισιανά στατιστικά στοιχεία. Το επίσημο ποσοστό για τη Τζακάρτα, όπου οι περισσότεροι ερευνητές εκτιμούν ότι το ένα τέταρτο του πληθυσμού είναι κάτοικοι φτωχογειτονιών kampung, είναι απλώς παράλογο: λιγότερο από 5%.[25] Στη Μαλαισία, ο γεωγράφος Jonathan Rigg διαμαρτύρεται ότι ο επίσημος υπολογισμός της φτώχειας «δεν παίρνει υπόψη το υψηλότερο κόστος ζωής» και εσκεμμένα υποεκτιμά τους φτωχούς Κινέζους.[26] Ο αστικός κοινωνιολόγος Erhard Berner, εν τω μεταξύ, πιστεύει ότι οι προσεγγιστικοί υπολογισμοί για τη Μανίλα είναι σκοπίμως ασαφείς και ότι τουλάχιστον το 1/8 του πληθυσμού των φτωχογειτονιών δεν έχει καταμετρηθεί.[27]

slums 7

Μια τυπολογία των φτωχογειτονιών

Πιθανόν να υπάρχουν 200.000 φτωχογειτονιές στον πλανήτη, όπου ο πληθυσμός κυμαίνεται από μερικές εκατοντάδες σε περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Μόνο οι πέντε μεγαλύτερες μητροπόλεις της Νότιας Ασίας (Καράτσι, Βομβάη, Δελχί, Καλκούτα και Ντάκα) περιλαμβάνουν 15.000 διακριτές κοινότητες φτωχογειτονιών, των οποίων ο συνολικός πληθυσμός υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια. «Μεγα-φτωχογειτονιές» προκύπτουν όταν παραγκουπόλεις και κοινότητες καταληψιών ενώνονται σε συνεχόμενες ζώνες ανεπίσημης κατοικίας και φτώχειας, συνήθως στην περιφέρεια του άστεως. Στην Πόλη του Μεξικό για παράδειγμα, το 1992 είχε εκτιμηθεί ότι υπήρχαν 6,6 εκατομμύρια ανθρώπων χαμηλού εισοδήματος που ζούσαν σε 248 συνεχόμενα τετραγωνικά χιλιόμετρα ανεπίσημης κατοικίας.[28] Οι περισσότεροι από τους φτωχούς στη Λίμα, ομοίως, ζουν σε τρία μεγάλα περιφερειακά conos ακτινικά προς το κέντρο της πόλης· τόσο τεράστιες χωρικές συγκεντρώσεις αστικής φτώχειας είναι επίσης κοινές στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Στη Νότια Ασία, από την άλλη πλευρά, οι φτωχοί των πόλεων συνηθίζουν να ζουν σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό διακριτών φτωχογειτονιών πιο ευρέως διάσπαρτες στον αστικό ιστό, σε μορφές με πολυπλοκότητα σχεδόν ενός φράκταλ. Στην Καλκούτα, για παράδειγμα, χιλιάδες thika bustees –εννέα καταλύματα από πέντε παράγκες το καθένα, με κοινά δωμάτια 45 τετραγωνικών μέτρων, κατά προσέγγιση, με τον απίστευτο αριθμό των 13,4 ανθρώπων- αναμειγνύονται με μια ποικιλία άλλων συνθηκών κατοικίας και χρήσεων γης.[29] Στη Ντάκα, πιθανόν να έχει περισσότερο νόημα να ληφθούν υπόψη οι περιοχές χωρίς φτωχογειτονιές σαν θύλακες σε ένα εντυπωσιακό matrix ακραίας φτώχειας.

Αν και μερικές φτωχογειτονιές έχουν μεγάλη προϊστορία – η πρώτη φαβέλα του Ρίο Ντε Τζανέιρο, η Morro de Providencia, ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1880 – οι περισσότερες μεγα-φτωχογειτονιές επεκτάθηκαν από το 1960 και μετά. Η Ciudad Nezahualcoyotl, για παράδειγμα, είχε το πολύ 10.000 κατοίκους το 1957· σήμερα αυτό το φτωχό προάστιο της Πόλης του Μεξικό έχει 3 εκατομμύρια κατοίκους. Το εξαπλούμενο Manshiet Nasr έξω από το Κάιρο, ξεκίνησε σαν κατασκήνωση για τους οικοδόμους που έχτιζαν το Nasr City τη δεκαετία του 1960, ενώ η απέραντη φτωχογειτονιά Orangi/Baldi σε λόφο στο Karachi, με τον ανάμεικτο πληθυσμό από μουσουλμάνους πρόσφυγες από την Ινδία και το Panthas των Αφγανικών συνόρων, ιδρύθηκε το 1965. Η Villa El Salvador – μία από τις μεγαλύτερες barriadas της Λίμα – ιδρύθηκε το 1971 με τη χορηγία της στρατιωτικής κυβέρνησης του Περού και μέσα σε μερικά χρόνια είχε πληθυσμό πάνω από 300.000.

slums 8

Παντού στον Τρίτο Κόσμο η επιλογή κατοικίας είναι μια δύσκολη διαφορική εξίσωση μπερδεμένων παραμέτρων. Όπως περίφημα τόνισε ο αναρχικός αρχιτέκτονας Jon Turner, «η κατοικία είναι ρήμα». Οι φτωχοί των πόλεων πρέπει να λύσουν μια πολύπλοκη εξίσωση, καθώς πρέπει να βελτιστοποιήσουν το κόστος, την ασφάλεια της διαμονής, την ποιότητα της στέγασης, τη διαδρομή προς τη δουλειά, και μερικές φορές την προσωπική ασφάλεια. Για μερικούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων πολλών κατοίκων των πεζοδρομίων, ένα μέρος κοντά σε μια δουλειά –ας πούμε σε μια αγορά ή σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό- είναι ακόμα πιο σημαντική από μια στέγη. Για άλλους, δωρεάν η σχεδόν δωρεάν γη αξίζει επικές μετακινήσεις από τα προάστια στο κέντρο. Και για όλους, η χειρότερη περίπτωση είναι ακριβή τοποθεσία χωρίς δημόσιες παροχές ή ασφάλεια διαμονής. Στο διάσημο μοντέλο του Turner, που βασίζεται στη δουλειά του στο Περού τη δεκαετία του 1960, οι αγρότες μετανάστες πρώτα μετακινούνται από την εξοχή στο κέντρο της πόλης –τοποθεσία με κάθε τίμημα- για να βρούνε δουλειά· μετά, με τη σιγουριά της εργασίας μετακινούνται προς την περιφέρεια, όπου είναι εφικτό να αποκτήσουν ιδιοκτησία. Αυτή η μορφή εξέλιξης (σύμφωνα με την ορολογία του) από «μπροστάρης» (“bridgeheader”) σε «εδραιωμένος» (“consolidator”) είναι φυσικά μια εξιδανίκευση που μπορεί να αφορά ιστορικά μια παροδική κατάσταση σε μια ήπειρο ή χώρα.[30]

slums 9

Πίνακας 2: Οι 30 μεγαλύτερες φτωχογειτονιές (2005).

Σε μια πιο εκλεπτυσμένη ανάλυση, ο ειδικός σε θέματα κατοίκησης, ο Ahmed Soliman, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές στρατηγικές εύρεσης στέγης για τους φτωχούς στο Κάιρο. Πρώτον, αν η πρόσβαση σε κεντρικές αγορές εργασίας είναι μια παράμετρος, η οικογένεια μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να νοικιάσει ένα διαμέρισμα· τα κτίσματα προς ενοικίαση προσφέρουν κεντρικότητα και ασφάλεια νομής, αλλά είναι ακριβά και δεν προσφέρουν το ενδεχόμενο ιδιοκτησίας. Η δεύτερη επιλογή είναι κεντρική τοποθεσία αλλά ανεπίσημη στέγαση: μια κατάσταση που περιγράφεται από τον Soliman σαν «ένα πολύ μικρό δωμάτιο ή στέγη με μικρό χώρο, με φτωχής ποιότητας περιβάλλον και φτηνό ενοίκιο, ή και καθόλου, με καλή πρόσβαση σε ευκαιρίες εργασίας, αλλά χωρίς ελπίδα ασφαλούς διαμονής. Τέτοιοι παράνομοι διαμένοντες θα αναγκαστούν να μετακινηθούν σε κατασκηνώσεις καταληψιών ή σε ημι-ανεπίσημες κατοικίες.[31]

Η τρίτη και φτηνότερη λύση είναι η κατάληψη δημόσιας γης, συνήθως στα προάστια της ερήμου του Κάιρο και σχεδόν πάντα με ατμοσφαιρική ρύπανση· το αρνητικό αντάλλαγμα είναι το πολύ υψηλό κόστος της μετακίνησης προς τη δουλειά και η άρνηση της κυβέρνησης να παρέχει υποδομές. «Για παράδειγμα, η κατειλημμένη περιοχή στη συνοικία El Dekhila υπήρξε καταυλισμός για 40 χρόνια χωρίς καμία παρέμβαση ή δράση από την πλευρά της τοπικής αρχής». Η τέταρτη λύση, στην πραγματικότητα αυτή που επιλέγουν οι περισσότεροι φτωχοί του Κάιρο, είναι να αγοράσουν ένα κομμάτι γης σε μία από τις αχανείς ημι-άτυπες επεκτάσεις (συχνά σε γη που αγοράζεται από Βεδουίνους ή από χωριά βοσκών) με νόμιμη διαμονή αλλά χωρίς επίσημη άδεια για χτίσιμο. Παρόλο που είναι μακριά από δουλειές, τέτοια μέρη είναι ασφαλή και, μετά από εκτεταμένη κινητοποίηση της κοινότητας και πολιτικές διαπραγματεύσεις, συνήθως τους παρέχονται τα βασικά δημόσια αγαθά.[32]

slums 10

Πίνακας 3: Τυπολογία φτωχογειτονιάς.

Παρόμοια μοντέλα ορθολογικής επιλογής μπορούν να προσδιοριστούν για όλες τις πόλεις, δημιουργώντας ένα τεράστιο εύρος τοπικά προσδιορισμένων σχέσεων νομής και τύπων εγκατάστασης. Η τυπολογία που φαίνεται στον Πίνακα 8 είναι μια αναλυτική απλοποίηση, που αφαιρεί σημαντικά τοπικά χαρακτηριστικά για χάρη της παγκόσμιας συγκρισιμότητας. Άλλοι αναλυτές μπορεί να δώσουν προτεραιότητα στο νομικό καθεστώς κατοικίας (επίσημο versus άτυπου), αλλά νομίζω ότι η πρώτη απόφαση των νεοαφιχθέντων είναι το αν μπορούν ή όχι να αντέξουν το κόστος να εγκατασταθούν κοντά στις κύριες συγκεντρώσεις εργασίας (πυρήνας versus περιφέρειας).

slums 11

Στον Πρώτο Κόσμο, φυσικά, υπάρχει μια αρχετυπική διαφοροποίηση μεταξύ του σχήματος “donut” των αμερικανικών πόλεων, με φτωχούς ανθρώπους να συγκεντρώνονται σε εγκαταλελειμμένους πυρήνες και κοντινά προάστια, και των ευρωπαϊκών πόλεων «πιάτων», με μεταναστευτικούς και άνεργους πληθυσμούς παγιδευμένους σε ψηλά κτίσματα στα αστικά περίχωρα. Οι Αμερικάνοι φτωχοί, ας το πούμε έτσι, ζουν στον Ερμή· οι Ευρωπαίοι φτωχοί στον Ποσειδώνα ή στον Πλούτωνα. Όπως δείχνει ο Πίνακας 9, οι κάτοικοι φτωχογειτονιών στον Τρίτο Κόσμο – καταλαμβάνουν μια ποικιλία αστικών τροχιών, με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις σε χαμηλού ύψους περιφέρειες. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, η δημόσια κατοικία για τους φτωχούς στο Νότο είναι μια εξαίρεση -Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Κίνα- παρά ο κανόνας. Κάπου μεταξύ στο ένα πέμπτο και στο ένα τρίτο των φτωχών των πόλεων ζουν μέσα ή κοντά στον αστικό πυρήνα, κυρίως σε παλιότερες νοικιασμένες κατοικίες που φιλοξενούν πολλές οικογένειες.

slums 12

Πίνακας 4: Πού ζουν οι φτωχοί (% του φτωχού πληθυσμού)

Σημειώσεις

[1] Chris Abani, Grace /and, New York 2004, σ. 7

[2] Με τη λέξη φτωχογειτονιά στο κείμενο μεταφράζεται ο όρος slum.

[3] Anqing Shi, «How Access to Urban Portable Water and Sewerage Connections Affects Child Mortality,» Finance, Development Research Group, working paper, World Bank, January 2000, p. 14

[4] Δες Challenge, σ. 245.

[5] Branko Milanovic, «True World Income Distribution, 1988 and 1993: First Calculation Based On Household Survey Alone,» working paper, World Bank, New York 1999, n.p.

[6] Prunty, Dublin Slums, σ. 2.

[7] J. A. Yelling, Slums and Slum Clearance in Victorian London, London 1986, σ. 5.

[8] Robert Woods et aI., The Poor in Great Cities: Their Problems and What is Being Done to Solve Them, New York 1895, p_ 305 (Scribners Magazine); Blair Ruble, Second Metropolis: Pragmatic Pluralism in Gilded Age Chicago, Silver Age Moscow, and Meiji Osaka, Cambridge 2001, pp. 266-67 (Khitrov); Rudyard Kipling, The City of Dreadful Night, and Other Poems, London 1891, p. 71.

[9] Rev. Edwin Chapin, Humanity in the City, New York 1854, p. 36

[10] See Carroll D. Wright, The Slums οf Baltimore , Chicago, New York, and Philadelphia, Washington 1894, σ. 11-15

[11] Challenge , σ. 12 -13.

[12] UN-HABITAT εντεταλμένη διευθύντρια Anna Tibaijuka στο «More than One Billion People Call Urban Slums Their Home,» City lvIqyors Report, February 2004: www.citymayors.com/report /slums.html.

[13] UN-HABITAT, «Slums of the World: The Face of Urban Poverty in the New Millennium?,» working paper, Nairobi 2003, annex 3.

[14] Αυτές οι εκτιμήσεις προέρχονται από τις μελέτες περιπτώσεων του UN-HABITAT 2003 και από έναν μέσο όρο δεκάδων διαφορετικών πηγών.

[15] Christiaan Grootaert and Jeanine Braithwaite, «The Determinants of Poverty in Eastern Europe and the Former Soviet Union,» στο Jeanine Braithwaite, Christiaan Grootaert, and Branko Milanovic (eds), Poverty and Social Assistance in Transition Countries, New York 2000, σ. 49; UNCHS Global Indicators Database 1993.

[16] Office of the Mayor, Ulaanbaatar City, «Urban Poverty Profile,» υποβλήθηκε στην Παγκόσμια Τράπεζα, n.d., infocity.org/F2F/poverty/papers2/UB(Mongolia)%20Poverty. pdf.

[17] Simon, ‘Urbanization, Globalization, and Economic Crisis in Africa,» σ. 103; Jean-Luc Piermay, «Kinshasa: A Reprieved Mega-City?,» in Rakodi, σ. 236; and Carmen Ledo Garcia, Urbanization and Poverty in the Cities of the National Economic Corridor in Bolivia, Delft 2002, p. 175 (60% της Cochabamba με ένα δολάριο τη μέρα ή λιγότερο).

[18] Εναλλακτικά, η παιδική θνησιμότητα της Λουάντα είναι 400 φορές υψηλότερη από αυτή στη Rennes, Γαλλία, την πόλη με τη χαμηλότερη κάτω των 5 ετών θνησιμότητα (Shi, «How Access to Urban Portable Water Sewerage Connections Affects Child Mortality,» σ. 2)

[19] Challenge, σ. 28.

[20] Kavita Datta and Gareth A. Jones, «Preface,» in Datta and Jones (eds), Housing and Finance in Developing Countries, London 1999, p. xvi. lΙ στην Καλκούτα, για παράδειγμα, το όριο της φτώχειας καθορίζεται σαν το χρηματικό αντίστοιχο για 2.100 θερμίδες για καθημερινή διατροφή. Έτσι, ο φτωχότερος άνθρωπος στην Ευρώπη το πιο πιθανό είναι ένας πλούσιος άνθρωπος στην Καλκούτα και αντίστροφα.

[21] Αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας στο Ahmed Soliman, A Possible Way Out: Formalizing Housing lnformality in Egyptian Cities, Lanham (md) 2004, σ. 125.

[22] Sbi, «How Access to Urban Portable Water and Sewerage Connections Affects Child Mortality,» Παράρτημα 3, από το UNCHS Global Urban Indicators Database, 1993. (Μια υποδιαστολή μπορεί να είναι λάθος τοποθετημένη)

[23] Jonathan Rigg, Southeast Asia: A Region in Transition, London 1991, σ. 143.

[24] Imparato and Ruster, Slum Upgrading and Participation, σ. 52.

[25] Paul McCarthy, «Ja karta, Indonesia,» UN-HABITAT Case Study, London 2003, σ. 7-8.

[26] Rigg, Southeast Asia, σ. 119.

[27] Erhard Berner, Defending a Place in the City: Localities and the Struggle for Urban Land in Metro Manila, Quezon City 1997, σ. 21, 25, 26

[28] Keith Pezzoli, Human Settlements and Planning for Ecological Sustainability: The Case of Mexico City, Cambridge 1998, σ13.

[29] Nitai Kundu, «Kolkata, India,» UN-HABITAT Case Study, London 2003, σ. 7.

[30] Δες John Turner, «Housing Pri orities, Settlement Patterns and Urban Development in Modernizing Countries,» Journal οf the Amencan Institute 0/ Planners 34 (1968), pp. 354-63; and «Housing as a Verb,» in John Turner and Robert Fichter(eds), Freedom to Build: Dweller Control of the Housing Process, New York 1972.

[31] Soliman, A Possible Way Out, σ. 119-20

[32] Ό.π.

Πηγή: http://kompreser.espivblogs.net/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ