Menu
23 / 02 / 2019 - 03:08 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

tsiganoi 1

Είμαστε τα ζωντανά σύμβολα ενός κόσμου χωρίς σύνορα, ενός κόσμου ελευθερίας, χωρίς όπλα, όπου ο καθένας θα μπορούσε να ταξιδεύσει χωρίς άδεια ή εμπόδιο από τις στέπες της κεντρικής Ασίας ως τις ακτές του Ατλαντικού, από τα υψίπεδα της Νότιας Αφρικής ως τα δάση της Φιλανδίας.

Vaida Voivod ΙΙΙ, Πρόεδρος της Παγκόσμιας Κοινότητας των Τσιγγάνων
(απόσπασμα από μια συνέντευξη δημοσιευμένη στο Algemeen Handelsblad, Άμστερνταμ, 18 Μάη 1963)

Οι τσιγγάνοι που σταματούσαν για λίγο στη μικρή πόλη Άλμπα του Πιεμόντε συνήθιζαν πολλές φορές το χρόνο να κατασκηνώνουν κάτω από το στέγαστρο που, μια φορά τη βδομάδα, το Σάββατο, στέγαζε την αγορά εκτρεφόμενων ζώων. Άναβαν τις φωτιές τους, κρεμούσαν τις σκηνές τους από τις κολώνες για να προστατευθούν και να απομονωθούν, αυτοσχεδίαζαν καταφύγια με κούτες και μαδέρια που άφηναν πίσω τους οι έμποροι. Η ανάγκη να καθαρίζεται η αγορά κάθε φορά που περνούσαν οι Τσιγγάνοι οδήγησε το δημοτικό συμβούλιο στο να τους απαγορεύσει την πρόσβαση. Σαν ανταπόδοση, τους παραχωρήθηκε ένα μικρό λιβάδι στις όχθες του Tamaro, του μικρού ποταμιού που διασχίζει την πόλη: το πιο μίζερο κομμάτι γης! Εκεί πήγα να τους δω το Δεκέμβριο του 1956, παρέα με τον ζωγράφο Pinot Gallizio, τον ιδιοκτήτη αυτού του ανώμαλου, λασπώδους, έρημου εδάφους, ο οποίος τους το είχε δώσει. Είχαν κλείσει το χώρο ανάμεσα σε μερικά τροχόσπιτα με μαδέρια και μπιτόνια βενζίνης, είχαν δημιουργήσει ένα θύλακα, μια «Τσιγγάνικη Πόλη».

Αυτή ήταν η μέρα που συνέλαβα το σχέδιο για μια μόνιμη κατασκήνωση για τους τσιγγάνους της Άλμπα και αυτό το project ήταν η αρχή για τη σειρά μακετών της Νέας Βαβυλώνας. Μιας Νέας Βαβυλώνας όπου, κάτω από μία στέγη, με τη βοήθεια κινούμενων στοιχείων, χτίζεται μια συλλογική κατοικία˙ μια προσωρινή, συνεχώς επανασχεδιαζόμενη περιοχή διαβίωσης˙ μια κατασκήνωση για νομάδες σε πλανητική κλίμακα.

Ορισμοί

Κοινωνία της χρησιμότητας[1]

Ο όρος αναφέρεται σε όλες τις γνωστές μορφές κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του σύγχρονου καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού Κράτους. Διατρανώνει μια θεμελιακή αλήθεια, την ίδια για όλες αυτές τις μορφές κοινοτικής ζωής, παλιές και νέες, δηλαδή την εκμετάλλευση της ανθρώπινης ικανότητας για εργασία. Η «χρησιμότητα» είναι το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση του ανθρώπου και της δραστηριότητάς του. Ο δημιουργικός άνθρωπος, ο Homo Ludens, μπορεί να αξιώσει τα δικαιώματά του σε σπάνιες περιπτώσεις.

Το αντίθετο της κοινωνίας της χρησιμότητας είναι η παιχνιδίστικη (ludic) κοινωνία, στην οποία η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, απελευθερωμένη μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγικής εργασίας, είναι τουλάχιστον σε θέση να αναπτύξει τη δημιουργικότητά της. Οι όροι «ταξική κοινωνία» και «αταξική κοινωνία» δεν εκφράζουν, ή το κάνουν μερικώς, αυτή τη διαμάχη. Αλλά είναι σαφές πως μια ludic κοινωνία μπορεί να είναι μόνο μια αταξική κοινωνία. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι εγγύηση για την ελευθερία ή τη δημιουργικότητα, η οποία είναι η πραγματοποίηση της ελευθερίας. Η ελευθερία δεν εξαρτάται μόνο από την κοινωνική δομή, αλλά και από την παραγωγικότητα˙ και η αύξηση της παραγωγικότητας εξαρτάται από την τεχνολογία. Η ludic κοινωνία είναι με αυτή την έννοια μια καινούρια σύλληψη.

 tsiganoi 2

Homo Ludens

Όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Johan Huizinga σε ένα βιβλίο με αυτό τον τίτλο, που υποτιτλίζεται: «μια μελέτη για το στοιχείο του παιχνιδιού στον πολιτισμό».[2] Στον πρόλογό του ο Huizinga μιλάει για τον άνθρωπο που παίζει με μετρήσιμους ακόμα όρους. «Στην πορεία του χρόνου καταλήξαμε να αναγνωρίσουμε πως δεν είμαστε τελικά τόσο λογικοί όσο μας φαντάσθηκε ο 18ος αιώνας με τη λατρεία του για το Λόγο και την αφελή του αισιοδοξία˙ ως εκ τούτου η νεότερη συνήθεια κλίνει να ορίζει το είδος μας ως Homo Faber: Άνθρωπο Κατασκευαστή. Αλλά μολονότι το faber ενδέχεται να μην είναι τόσο αμφίβολο όσο το sapiens, είναι, ως χαρακτηριστική ονομασία της ανθρώπινης ύπαρξης, ακόμη πιο ακατάλληλη, όταν βλέπουμε πως πολλά ζώα είναι και αυτά κατασκευαστές. Υπάρχει, ωστόσο, μια Τρίτη λειτουργία, εφαρμόσιμη τόσο στην ανθρώπινη ζωή όσο και στη ζωή των ζώων και εξ ίσου σπουδαία όσο το λογίζεσθαι και το κατασκευάζειν – δηλαδή το παίζειν. Νομίζω πως μετά τον Homo Faber, και στο ίδιο επίπεδο με τον Homo Sapiens, ο Homo Ludens, ο Παίζων Άνθρωπος, αξίζει μια θέση στην ονοματολογία μας».[3]

Αυτή η σύνεση στη χρήση του όρου μπορεί ίσως να εξηγηθεί από τη μικρή σημασία που δίνει η κοινωνία της χρησιμότητας στο παιχνίδι. Ο Homo Ludens υπήρξε πάντα μόνο μια σπανίως εκφρασμένη τροπικότητα του Homo Sapiens, μια κατάσταση που σε αντίθεση με την κατάσταση του Homo Faber, περνάει σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητη. Ο Huizinga για τον οποίο το παιχνίδι είναι μια φυγή από την «αληθινή» ζωή, δεν αποστασιοποιείται στην ερμηνεία του από τα πρότυπα της κοινωνίας της χρησιμότητας. Και στην ιστορική του ανάλυση του θέματος, τοποθετεί, αρκετά σωστά, τον Homo Ludens στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα στην αργόσχολη ευκατάστατη τάξη και όχι τις εργαζόμενες μάζες. Ωστόσο, διαχωρίζοντας την ικανότητα της εργασίας από την παραγωγή, ο αυτοματισμός άνοιξε το δρόμο για μια μαζική αύξηση του αριθμού των Homo Ludens. Παρ' όλα αυτά, ο Huizinga είχε την ικανότητα να αναδείξει τον λανθάνοντα Homo Ludens μέσα στον καθένα από εμάς. Η απελευθέρωση του ανθρώπινου παιχνιδίστικου δυναμικού συνδέεται άμεσα με την απελευθέρωσή του ως κοινωνικού όντος.

Κοινωνικός χώρος

Οι κοινωνιολόγοι επεκτείνουν αυτή την έννοια στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών που καθορίζουν την ελευθερία κίνησης του ανθρώπου στην κοινωνία και επίσης, και πάνω από όλα, τα όριά της. Δεν συμμεριζόμαστε αυτή τη συμβολική ερμηνεία. Για εμάς, ο κοινωνικός χώρος είναι όντως ο υλικός χώρος των συναντήσεων, των επαφών μεταξύ υπάρξεων. Η χωρικότητα είναι κοινωνική. Στη Νέα Βαβυλώνα, ο κοινωνικός χώρος είναι κοινωνική χωρικότητα. Ο χώρος ως ψυχική διάσταση (αφηρημένος χώρος) δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον χώρο της δράσης (υλικός χώρος). Ο διαχωρισμός τους δικαιολογείται μόνο σε μια κοινωνία της χρησιμότητας με ακινητοποιημένες κοινωνικές σχέσεις, όπου ο υλικός χώρος έχει αναγκαία έναν αντι-κοινωνικό χαρακτήρα.

Νέα Βαβυλώνα: Περίγραμμα ενός πολιτισμού

Το κοινωνικό μοντέλο

Το ζήτημα της γνώσης του πώς θα ζούσε κάποιος σε μια κοινωνία που δε γνωρίζει ούτε πείνα, ούτε εκμετάλλευση, ούτε εργασία, σε μια κοινωνία όπου ο καθένας, χωρίς εξαίρεση, θα μπορούσε να δώσει την απόλυτη πρωτοβουλία στη δημιουργικότητά του -αυτό το βασανιστικό, θεμελιώδες ζήτημα ξυπνά μέσα μας την εικόνα ενός περιβάλλοντος ριζικά διαφορετικού από οποιοδήποτε μέχρι στιγμής γνωστό, από οποιοδήποτε έχει πραγματοποιηθεί στο πεδίο της αρχιτεκτονικής ή της πολεοδομίας. Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει κάποιο προηγούμενο να μας προσφέρει σαν παράδειγμα, επειδή οι μάζες δεν υπήρξαν ποτέ ελεύθερες, που σημαίνει, ελεύθερα δημιουργικές. Όσο για τη δημιουργικότητα, τι σήμαινε μέχρι στιγμής εκτός από το προϊόν ενός ανθρώπου;

Παρ' όλα αυτά ας υποθέσουμε πως όλη η μη δημιουργική εργασία μπορεί να αυτοματοποιηθεί πλήρως˙ ότι η παραγωγικότητα αυξάνει έως ότου ο κόσμος δεν γνωρίζει πλέον την έλλειψη˙ ότι η γη και τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται και σαν αποτέλεσμα, η παγκόσμια παραγωγή ορθολογικοποιείται˙ ότι, σαν συνέπεια αυτού, η μειοψηφία παύει να ασκεί την εξουσία της στην πλειοψηφία˙ ας υποθέσουμε, με άλλα λόγια, ότι το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας είναι πραγματοποιήσιμο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσαμε πλέον να ρωτάμε την ίδια ερώτηση χωρίς αμέσως να προσπαθήσουμε να την απαντήσουμε και να φανταστούμε, μολονότι με τον πιο σχηματικό τρόπο, ένα κοινωνικό μοντέλο όπου η ιδέα της ελευθερίας θα γινόταν η αληθινή εφαρμογή της ελευθερίας στην πράξη – μιας «ελευθερίας» που για εμάς δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε πολλές εναλλακτικές αλλά η βέλτιστη ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων του κάθε ανθρώπου˙ επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ελευθερία χωρίς δημιουργικότητα.

Αν τοποθετήσουμε όλες τις γνωστές μορφές κοινωνίας κάτω από έναν κοινό παρονομαστή, τη «χρησιμοθηρία», το μοντέλο που πρέπει να επινοηθεί είναι αυτό της ludic κοινωνίας – με τον όρο αυτό να καθορίζει τις δραστηριότητες, που απαλλαγμένες από όλη τη χρησιμότητα όπως επίσης και απ' όλη τη λειτουργικότητα, είναι καθαρά προϊόντα της δημιουργικής φαντασίας. Τώρα, είναι που ο άνθρωπος σαν δημιουργός, και μόνο σαν δημιουργός, μπορεί να εκπληρώσει και να κατακτήσει το ανώτερο υπαρξιακό του επίπεδο.

Για να φανταστούμε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δημιουργήσει τη ζωή του, να της δώσει σχήμα σύμφωνα με τις βαθύτερες φιλοδοξίες του, δεν θα καταφύγουμε σε μορφές και εικόνες αυτής της μακράς περιόδου της ιστορίας στην οποία ο άνθρωπος έπρεπε να θυσιάσει το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του ενέργειας σε έναν ακατάπαυστο αγώνα για την επιβίωση. Το δικό μας κοινωνικό μοντέλο θα είναι, όντως, θεμελιακά διαφορετικό από προηγούμενα μοντέλα˙ θα είναι επίσης ποιοτικά ανώτερο.

Ας ξεκινήσουμε με μερικά βασικά:

– Η αυτοματοποίηση όλων των «χρήσιμων» επαναληπτικών δραστηριοτήτων απελευθερώνει, σε μαζικό επίπεδο, ενέργεια που μπορεί στο εξής να προσανατολιστεί σε άλλες δραστηριότητες.

– Η συλλογική ιδιοκτησία της γης και των μέσων παραγωγής και η ορθολογικοποίηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, διευκολύνει τον μετασχηματισμό της ενέργειας αυτής εντός της δημιουργικής δραστηριότητας.

– Με την εξαφάνιση της παραγωγικής εργασίας, η συλλογική χρονική συνέπεια δεν έχει λόγο ύπαρξης˙ οι μάζες, αντίθετα, έχουν ένα σημαντικό ποσό ελεύθερου χρόνου.

tsiganoi 3

Το δίκτυο

Είναι προφανές ότι ένα άτομο ελεύθερο να χρησιμοποιήσει το χρόνο του για όλη του τη ζωή, ελεύθερο να πάει όπου θέλει, όποτε θέλει, δεν μπορεί να κάνει τη μέγιστη χρήση της ελευθερίας του σε έναν κόσμο που κυβερνιέται από το ρολόι και την επιβολή μιας μόνιμης κατοικίας. Σαν τρόπο ζωής ο Homo Ludens θα απαιτήσει, πρωτίστως, να ανταποκριθεί στην ανάγκη του για παιχνίδι, για περιπέτεια, για κινητικότητα, όπως επίσης σε όλες τις συνθήκες που διευκολύνουν την ελεύθερη δημιουργία της δικής του ζωής. Μέχρι τότε, η κύρια δραστηριότητα του ανθρώπου ήταν η εξερεύνηση του φυσικού του περιβάλλοντος. Ο Homo Ludens θα επιδιώκει να μετασχηματίσει, να αναδημιουργήσει αυτό το περιβάλλον, αυτόν τον κόσμο, σύμφωνα με τις νέες του ανάγκες. Τότε, η εξερεύνηση και η δημιουργία του περιβάλλοντος θα τυγχάνει να συμπίπτουν επειδή, δημιουργώντας τους τομείς προς εξερεύνηση, ο Homo Ludens θα συγκεντρωθεί στην εξερεύνηση της ίδιας του της δημιουργίας. Έτσι, θα είμαστε παρόντες σε μια αδιάκοπη διαδικασία δημιουργίας και επαναδημιουργίας, η οποία θα συντηρείται από μια γενικευμένη δημιουργικότητα η οποία εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας.

Ξεκινώντας από αυτή την ελευθερία σε χρόνο και χώρο, θα φτάναμε σε ένα νέο είδος αστικοποίησης. Η κινητικότητα, η ακατάπαυστη διακύμανση[4] του πληθυσμού –μια λογική συνέπεια αυτής της νέας ελευθερίας– δημιουργεί μια διαφορετική σχέση μεταξύ πόλης και εγκατάστασης. Χωρίς χρονοδιάγραμμα να σεβαστεί, χωρίς μόνιμη κατοικία, ο άνθρωπος θα εξοικειωθεί από αναγκαιότητα με ένα νομαδικό τρόπο ζωής σε ένα τεχνητό, πλήρως «κατασκευασμένο» περιβάλλον. Ας ονομάσουμε αυτό το περιβάλλον Νέα Βαβυλώνα και ας προσθέσουμε πως δεν έχει να κάνει καθόλου, ή σχεδόν καθόλου, με «πόλη», με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Η πόλη είναι μια μορφή αστικοποίησης χαρακτηριστική της κοινωνίας της χρησιμότητας: ένα οχυρωμένο μέρος για προστασία από έναν εχθρικό εξωτερικό κόσμο, γίνεται, σαν κέντρο εμπορίου, μια «ανοιχτή πόλη»˙ έπειτα, με την έλευση της μηχανοποίησης, ένα κέντρο παραγωγής – και σε όλα αυτά τα διαφορετικά στάδια είναι ένα μέρος όπου ζει ένας μόνιμος πληθυσμός, ριζωμένος εκεί από έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Υπάρχουν, φυσικά, εξαιρέσεις στον κανόνα: ορισμένες σχέσεις μεταξύ πόλεων δίνουν τη δυνατότητα σε ένα μικρό αριθμό ατόμων να αλλάζουν τον τόπο κατοικίας τους, και κάνοντάς το αυτό πυροδοτούν μια διαδικασία πολιτιστικής ανταλλαγής όπου η πόλη αποκτά, εκτός από τη λειτουργία της χρησιμότητας, τη λειτουργία του πολιτιστικού κέντρου. Αλλά αυτό το φαινόμενο είναι σχετικά σπάνιο και ο αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτό δεν είναι μεγάλος.

Ο πολιτισμός της Νέας Βαβυλώνας δεν έρχεται ως αποτέλεσμα απομονωμένων δραστηριοτήτων, από εξαιρετικές καταστάσεις, αλλά από την παγκόσμια δραστηριότητα του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού, από κάθε άνθρωπο που εμπλέκεται σε μια δυναμική σχέση με το περιβάλλον του. Δεν υπάρχουν a priori δεσμοί μεταξύ κανενός. Η συχνότητα των κινήσεων του κάθε ανθρώπου και οι αποστάσεις που θα καλύπτει βασίζονται σε αποφάσεις που θα παίρνει αυθόρμητα, και τις οποίες θα μπορεί να απορρίψει την ίδια στιγμή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική κινητικότητα συνιστά την εικόνα ενός καλειδοσκοπικού όλου, τονίζοντας τις ξαφνικές αναπάντεχες αλλαγές – μια εικόνα που δεν φέρει πλέον καμία ομοιότητα με τις δομές κοινοτικής ζωής που κυριαρχούνται από την αρχή της χρησιμότητας, των οποίων τα μοντέλα συμπεριφοράς είναι πάντα τα ίδια. Στην περίπτωσή μας, το αστικό θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην κοινωνική κινητικότητα, πράγμα που συνεπάγεται, σε σχέση με μία σταθερή πόλη, μια αυστηρή οργάνωση στο μακροσκοπικό επίπεδο και την ίδια στιγμή, μεγαλύτερη ευελιξία στο μικροσκοπικό, δηλαδή την ευελιξία μιας άπειρης πολυπλοκότητας. Η ελευθερία της δημιουργίας απαιτεί σε κάθε περίπτωση ότι εξαρτιόμαστε όσο το δυνατό λιγότερο από την υλική αβεβαιότητα. Προϋποθέτει, έπειτα, ένα τεράστιο δίκτυο συλλογικών υπηρεσιών, περισσότερο απαραίτητων στον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνηση παρά στο σταθερό πληθυσμό των λειτουργικών πόλεων. Από την άλλη, η αυτοματοποίηση οδηγεί σε τεράστιες συγκεντρώσεις της παραγωγής σε γιγαντιαία κέντρα, τα οποία βρίσκονται έξω από τον χώρο της καθημερινής ζωής.

Τα κέντρα παραγωγής έξω από αυτό το χώρο και οι συλλογικές εγκαταστάσεις μέσα του προσδιορίζουν τις γενικές γραμμές της μακρο-δομής στην οποία, κάτω από την επίδραση των απροσδιόριστων κινήσεων, θα καθοριστεί μια περισσότερο διαφοροποιημένη και, αναγκαία, πιο ευέλικτη μικρο-δομή.

tsiganoi 4

Από αυτές τις προϋποθέσεις –τη βέλτιστη οργάνωση των υλικών συνθηκών και τη μέγιστη ανάπτυξη της αίσθησης της πρωτοβουλίας του κάθε ατόμου– μπορούμε να συνάγουμε τα βασικά χαρακτηριστικά μιας δομής που δεν αποτελείται πλέον από πυρήνες, όπως στον παραδοσιακό οικισμό, αλλά οργανώνεται σύμφωνα με την ατομική και συλλογική κάλυψη της απόστασης, την περιπλάνηση: ένα δίκτυο μονάδων, συνδεδεμένες η μία με την άλλη, και σχηματίζοντας έτσι αλυσίδες που μπορούν να αναπτυχθούν και να επεκταθούν προς κάθε κατεύθυνση. Μέσα σε αυτές τις αλυσίδες βρίσκονται οι υπηρεσίες και ό,τι σχετίζεται με την οργάνωση της κοινωνικής ζωής˙ στους «συνδέσμους» του δικτύου, οι πλήρως αυτοματοποιημένες μονάδες παραγωγής, από τις οποίες ο άνθρωπος είναι απών.

Τα βασικά στοιχεία του δικτύου, οι ΤΟΜΕΙΣ, είναι αυτόνομες μονάδες κατασκευών, οι οποίες παρ' όλα αυτά επικοινωνούν μεταξύ τους. Το δίκτυο των τομέων εκλαμβάνεται από τα μέσα σαν ένας συνεχής χώρος.

Η Νέα Βαβυλώνα δεν τελειώνει πουθενά (αφού η γη είναι στρόγγυλη)˙ δεν γνωρίζει σύνορα (αφού δεν υπάρχουν πλέον εθνικές οικονομίες) ή συλλογικότητες (αφού η ανθρωπότητα διακυμαίνεται). Κάθε τόπος είναι προσβάσιμος στον καθένα και σε όλους. Ολόκληρη η γη γίνεται το σπίτι των ιδιοκτητών της. Η ζωή είναι ένα ατελείωτο ταξίδι σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα που πάντα μοιάζει άλλος.

Πραγματοποίηση

Το χτίσιμο της Νέας Βαβυλώνας μπορεί να ξεκινήσει μόνο όταν η οικονομία αποσκοπεί αποκλειστικά στην ικανοποίηση των αναγκών μας, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Μόνο μια τέτοια οικονομία επιτρέπει την πλήρη αυτοματοποίηση των μη-δημιουργικών δραστηριοτήτων, και επομένως την ελεύθερη ανάπτυξη της δημιουργικότητας.

Η πραγματοποίηση της Νέας Βαβυλώνας είναι μια αργή διαδικασία ανάπτυξης του τομεακού κόσμου ο οποίος προοδευτικά αντικαθιστά τις προϋπάρχουσες αστικές δομές. Αρχικά βλέπει κανείς, ανάμεσα στα συγκροτήματα, να εμφανίζονται απομονωμένοι τομείς που γίνονται πόλοι έλξης για τα προηγούμενα στο βαθμό που, όσο ο χρόνος που καταναλώνεται στην εργασία μειώνεται, η εγκατάσταση αποδιοργανώνεται. Κατά το διάστημα αυτό, οι τομείς είναι σημεία συνάντησης, ένα είδος κοινωνικο-πολιτιστικών κέντρων˙ έπειτα, όσο ο αριθμός τους μεγαλώνει και οι σύνδεσμοι που τους ενώνουν αυξάνονται, η δραστηριότητα εντός των τομέων γίνεται πιο εξειδικευμένη και αυξανόμενα αυτόνομη σε σχέση με τις περιοχές κατοικίας.

Ένας Νέο-Βαβυλωνιακός τρόπος ζωής αρχίζει τότε να προσδιορίζεται, ο οποίος απογειώνεται όταν επανομαδοποιημένοι τομείς σχηματίσουν ένα δίκτυο: μια δομή που μπορεί να ανταγωνιστεί τις δομές εγκατάστασης, των οποίων η σημασία μειώνεται σταδιακά όσο ο άνθρωπος παύει να λαμβάνει μέρος στην παραγωγική διαδικασία. Αφού το ίδιο φαινόμενο παράγεται σε πολλά μέρη, θα βλέπει κανείς πολλούς τομείς να ομαδοποιούνται, να ενώνονται και να σχηματίζουν ένα όλον. Από τότε και ύστερα, η διακύμανση θα αυξάνεται.

Στην πρώτη φάση, η απόσταση μεταξύ τομέων και ομάδων τομέων αυξάνει την ανάγκη για ταχεία μέσα μεταφοράς. Η διάσχιση των περιοχών κατοικίας από τον ένα τομέα στον άλλο πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομότερη. Αργότερα, όταν ο τομεακός κόσμος ενοποιηθεί και η διακύμανση ενταθεί, δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη να κινούμαστε γρήγορα για να αλλάζουμε κοινωνικό περιβάλλον. Η ευελιξία του εσωτερικού χώρου εντός των τομέων επιτρέπει πολλαπλές παραλλαγές στο περιβάλλον και την ατμόσφαιρα μέσα σε σχετικά περιορισμένη έκταση. Όσο για τα μέσα μεταφοράς, δεν θα είναι τόσο αναγκαία για την κίνηση. Μια νέα λειτουργία αναδύεται για να επεκτείνει την αρχική τους λειτουργία: από το να είναι εργαλεία για δουλειά γίνονται εργαλεία για παιχνίδι.

tsiganoi 5

Τοπογραφία

Δεδομένης της κλίμακας του κοινωνικού χώρου στο τομεακό δίκτυο και της συνέχειάς του, ο χώρος της ταχείας κίνησης δεν ταιριάζει στο νεοβαβυλωνιακό τρόπο ζωής. Αυτός (ο τρόπος ζωής) διατρέχεται από μια αργή και συνεχή αλληλουχία αλλαγών, με την μετακίνηση να είναι μόνο μία από τις μορφές δραστηριότητας εντός των τομέων. Όμως, αναμφίβολα, κάποιος θα επιδιώκει ακόμα να μετακινηθεί γρήγορα από καιρό σε καιρό, στο έδαφος για μικρότερες αποστάσεις, ή στον αέρα. Για τις αεροπορικές μεταφορές κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί, στις ταράτσες, διαδρόμους προσγείωσης και ελικοδρόμια. Όσο για τη γρήγορη κυκλοφορία στο έδαφος, πρέπει να φανταστούμε ένα οδικό δίκτυο όσο το δυνατό πιο ανεξάρτητο από το δίκτυο των τομέων. Μια πολυεπίπεδη διάταξη θα εγγυόταν την αυτονομία των δικτύων και των οδικών αρτηριών. Η καλύτερη λύση για την αποσυμφόρηση του εδάφους συνίσταται στην ανέγερση των τομέων σε πιλοτές, διατεταγμένες όσο το δυνατό πιο αραιά. Ένα πλεονέκτημα αυτής της κατασκευής είναι ότι επιτρέπει την ανάπτυξη μιας συνεχούς διάταξης ταρατσών. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ένα δεύτερο υπαίθριο επίπεδο, ένα δεύτερο τεχνητό τοπίο πάνω από το φυσικό τοπίο.

Δεδομένου του τεράστιου μεγέθους τους, τα εσωτερικά των τομέων εξαρτώνται από τα συστήματα διανομής ενέργειας που είναι απαραίτητα για τον φωτισμό, τον αερισμό και τον κλιματισμό, αλλά αυτή η «εξάρτηση» συνεπάγεται μια συγκεκριμένη ελευθερία: ελευθερία από την μονότονη εναλλαγή μέρας και νύχτας, την οποία αναζητούσε η ανθρωπότητα από την αυγή του χρόνου.

Αν ληφθεί ως σύνολο, η Νέα Βαβυλώνα παρουσιάζεται σαν ένα δίκτυο τεράστιων συνδέσμων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχουν ανεγερθεί πάνω από το έδαφος. Πάνω στο έδαφος, ένα δεύτερο δίκτυο, της κυκλοφορίας. Οι «σύνδεσμοι» είναι περιοχές γενικά απαλλαγμένες από κτίρια, με την εξαίρεση παρ' όλα αυτά, των κέντρων παραγωγής και των εγκαταστάσεων που δεν έχουν θέση στον κοινωνικό χώρο των τομέων, όπως, για παράδειγμα, κεραιών και ίσως πύργων γεώτρησης, ιστορικών μνημείων, παρατηρητηρίων και άλλων εγκαταστάσεων για επιστημονική έρευνα. Μέρος αυτών των κενών περιοχών παραδίδεται σε διάφορες καλλιέργειες της ίδιας της γης και στην εκτροφή ζώων˙ ένα άλλο μέρος στα φυσικά αποθέματα, κατάφυτα πάρκα. Η δικτυακή δομή διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτά, με τις ενδιάμεσες αποστάσεις να είναι κάθε φορά σχετικά μικρές.

Η τοπογραφική διερεύνηση της Νέας Βαβυλώνας θέτει προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν με τη χρήση των παραδοσιακών μέσων χαρτογράφησης. Δεδομένης, από τη μια, της οργάνωσης σε πολλά επίπεδα (έδαφος, εσωτερικό του τομεακού όγκου, ταράτσες), οι συνδέσεις μεταξύ των επιπέδων, η φύση των επικοινωνιών και οι λύσεις συνέχειας που δημιουργούνται μεταξύ των επιπέδων, μπορούν να αναδυθούν μόνο σε μορφή μακέτας. Από την άλλη, οι δομές είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μόνιμες. Σαν αποτέλεσμα, είναι περισσότερο ένα πρόβλημα μικρο-δομής σε διαρκή μετασχηματισμό, στον οποίο ο παράγοντας του χρόνου, η τέταρτη διάσταση, παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Συνεπώς, κάθε τρισδιάστατη αναπαράσταση θα είχε, από μόνη της, μόνο την αξία ενός στιγμιότυπου: ακόμη και αν παραδεχθούμε πως το μοντέλο του κάθε τομέα θα μπορούσε να αναχθεί σε διάφορα επίπεδα και τμήματα των διαφορετικών ορόφων και κάποιος θα μπορούσε έτσι να συντάξει ένα είδος λεπτομερούς άτλαντα των τομέων, θα ήταν ακόμη απαραίτητο, από τη μια στιγμή στην άλλη, να καταγράψει, χρησιμοποιώντας σύμβολα όλες τις τοπογραφικές μετατροπές που παράγονται, όπως σε ένα ημερολόγιο σκάφους. Η προσφυγή σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή θα είναι αναμφίβολα απαραίτητη για να λυθεί ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα.

tsiganoi 6

Ο τομέας

Ο τομέας είναι το μικρότερο στοιχείο, η βασική μονάδα του νεοβαβυλωνιακού δικτύου, ένας από τους «συνδέσμους» της αλυσίδας που το απαρτίζουν. Όπως θα περίμενε κανείς, οι διαστάσεις του είναι αισθητά μεγαλύτερες από τις διαστάσεις των στοιχείων (κτιρίων) που απαρτίζουν τις πόλεις, όπως είναι γνωστές. Η κλίμακα των στοιχείων αυτών εξαρτάται από το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων. Στις αγροτικές κοινότητες όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και οι οικογενειακοί δεσμοί εμπλέκονται σφιχτά, το βασικό στοιχείο είναι η ανεξαρτησία της οικογενειακής κατοικίας. Στις βιομηχανικές πόλεις, δεδομένου του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγικής εργασίας, οι σχέσεις εμπεδώνονται στο σχολείο, στο χώρο εργασίας ή σχόλης, σε πολιτικές και σε άλλες συναντήσεις – οι οποίες προστίθενται στους οικογενειακούς δεσμούς. Έτσι κάθε μέλος της οικογένειας δημιουργεί προσωπικούς δεσμούς έξω από αυτήν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, εμφανίζονται μεγαλύτερες μονάδες κατοικίας, συγκροτήματα για πολλές οικογένειες, που κάποιες φορές είναι εξοπλισμένα με κοινόχρηστες υπηρεσίες. Αλλά εκεί, όπως και στις αγροτικές κοινότητες, έχει να κάνει κανείς με έναν καθηλωμένο πληθυσμό, με έναν κανονικό τρόπο ζωής.

Όταν η οικογενειακή ομάδα αποσυντίθεται και η διαίρεση του χρόνου και του χώρου δεν καθορίζεται πλέον κοινωνικά από την παραγωγική εργασία, όταν κάποιος μπορεί να αποφασίσει τον τόπο και τη διάρκεια της διαμονής του, οι έσχατοι δεσμοί διαρρηγνύονται. Παρ' όλα αυτά, οι λίγο πολύ διαρκείς σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν θα έχουν εξαφανιστεί, αλλά οι περιοριστικές κοινωνικές σχέσεις θα έχουν αντικατασταθεί από πιο ποικίλους και μεταβαλλόμενους συναισθηματικούς δεσμούς. Περισσότερο από ότι σε σταθερές κοινότητες, η διακυμαινόμενη κοινωνία ευνοεί τυχαίες επαφές και συναντήσεις.

Ο τομέας είναι μια βασική δομή (μακρο-δομή) στην οποία κατασκευάζεται ένα περιβάλλον. Σαν βάση, η μακρο-δομή πρέπει να επιτρέπει τη μεγαλύτερη ελευθερία στην μόνιμη κατασκευή (μικρο-δομή) του εσωτερικού χώρου. Στην απλούστερη μορφή του, ο τομέας ενσωματώνει έναν αριθμό οριζόντιων χώρων τοποθετημένων ο ένας πάνω στον άλλο, ενωμένων μεταξύ τους και με το έδαφος με κατακόρυφα στοιχεία, και έναν ή περισσότερους σταθερούς πυρήνες για υπηρεσίες. Αυτός ο χώρος θα μπορούσε να καταληφθεί από μια πιο πολύπλοκη δομή, αποτέλεσμα της άρθρωσης ποικίλων μικρότερων χώρων. Σαν εναλλακτική στην υποστηρικτική δομή, κάποιος μπορεί επίσης να φανταστεί μια «πλωτή» δομή, έναν κρεμάμενο τομέα σε ένα ή περισσότερους ιστούς. Μια άλλη πιθανή εναλλακτική, η αυτοφερόμενη δομή, απαιτεί έναν περιορισμένο αριθμό σημείων στήριξης, το οποίο είναι ένα πλεονέκτημα, όμως, από τη στιγμή που η μονάδα και οι διαστάσεις της μικρο-δομής εξαρτώνται περισσότερο άμεσα από την μακρο-δομή, η οργάνωση του εσωτερικού χώρου δεν είναι πλέον τόσο ελεύθερη. Η επιλογή της μίας ή της άλλης λύσης – τομέας σε πιλοτή, κρεμάμενος ή αυτοφερόμενος τομέας – εξαρτάται επίσης σε κάποιο βαθμό από τη γεωγραφική θέση.

Η μακρο-δομή, συνεπώς, στεγάζει μια κινούμενη εσωτερική δομή. Αφού οι διαστάσεις του τομέα είναι σημαντικές, κάθε κατεδάφιση ή μετασχηματισμός της βασικής δομής είναι αναγκαστικά ένα φιλόδοξο εγχείρημα. Ωστόσο, η παιχνιδίστικη ζωή των κατοίκων της Νέας Βαβυλώνας προϋποθέτει συχνό μετασχηματισμό του εσωτερικού των τομέων. Για να συμβεί αυτό χωρίς προβλήματα, η περιέχουσα δομή θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατό πιο ουδέτερη και, από κατασκευαστική άποψη, η ευμετάβλητη περιεχόμενη δομή πλήρως ανεξάρτητη από αυτή.

Η ευμετάβλητη δομή αναπτύσσεται μέσα από τα ελαφρά και άρα εύκολα στη μεταφορά μετακινούμενα συστήματα συναρμολόγησης (τοίχους, οροφές, σταθμούς επιβίβασης, γέφυρες κλπ), τα οποία μπορούν το ίδιο εύκολα να στηθούν και να ξεστηθούν, και έτσι να είναι επαναχρησιμοποιήσιμα. Κάθε σχέδιο συναρμολόγησης απαιτεί και κανονικοποίηση της μονάδας και προτυποποίηση της παραγωγής. Οι διαστάσεις της μακρο-δομής καθορίζονται από τις μονάδες των βασικών στοιχείων. Αυτό όμως, δε σημαίνει, φυσικά, περιορισμό των πιθανών συνδυασμών ή απλοποίηση των μορφών, αφού ένας μεγάλος αριθμός πρότυπων τύπων συναρμολόγησης και συστημάτων μπορούν να συνδυαστούν με πολλαπλούς τρόπους.

Με αυτά τα λίγα δεδομένα, μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια σχηματική ιδέα του τομέα. Είναι ένας κυρίως οριζόντιος σκελετός, που εκτείνεται πάνω από 10 ή 20 εκτάρια[5] περίπου 15-20 μέτρα πάνω από το έδαφος: το μέγιστο ύψος είναι κάπου ανάμεσα στα 30 και τα 60 μέτρα. Μέσα, ένας ή περισσότεροι πυρήνες περιέχουν ένα τεχνικό κέντρο και ένα κέντρο υπηρεσιών το οποίο είναι επίσης και ένα κέντρο υποδοχής με ατομικά δωμάτια. Κάποιοι από τους τομείς είναι εφοδιασμένοι με εγκαταστάσεις υγείας και εκπαίδευσης, εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διανομής για αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Άλλοι με βιβλιοθήκες, κέντρα επιστημονικής έρευνας και ότι άλλο μπορεί να είναι απαραίτητο. Οι πυρήνες καταλαμβάνουν μέρος του τομέα˙ το υπόλοιπο, το πιο σημαντικό τμήμα της Νέας Βαβυλώνας, είναι ένας κοινωνικός χώρος με κινούμενες αρθρώσεις: ο παιχνιδότοπος του Homo Ludens.

Ένας όγκος με το ανάπτυγμα ενός τομέα της Νέας Βαβυλώνας, είναι πιο ανεξάρτητος από τον εξωτερικό κόσμο από μια κατασκευή που χτίζεται σε μικρότερη κλίμακα. Το φως της ημέρας, για παράδειγμα, εισχωρεί μόνο λίγα μέτρα, με το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού να φωτίζεται τεχνητά. Η συσσώρευση της θερμότητας του ήλιου και η απώλεια θερμότητας τον κρύο καιρό συμβαίνουν τόσο αργά που οι αλλαγές της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας μόλις που επηρεάζει την εσωτερική θερμοκρασία. Οι κλιματικές συνθήκες (η ένταση του φωτισμού, η θερμοκρασία, οι υγρομετρικές συνθήκες, ο εξαερισμός) βρίσκονται όλα κάτω από τεχνικό έλεγχο. Μέσα, ένα μεταβαλλόμενο εύρος κλιμάτων μπορεί να δημιουργηθεί και να τροποποιηθεί κατά βούληση. Το κλίμα γίνεται ένα σημαντικό στοιχείο στο παιχνίδι της «ατμόσφαιρας», από τη στιγμή ειδικά, που ο τεχνικός εξοπλισμός είναι προσβάσιμος στον καθένα και η αποκέντρωση (της διανομής) ενθαρρύνει μια ορισμένη αυτονομία του τομέα ή της ομάδας των τομέων. Μικρότερα κέντρα είναι προτιμότερα από ένα μοναδικό κέντρο, πράγμα που διευκολύνει την αναπαραγωγή πιο ποικίλων κλιμάτων και, γιατί όχι, την επινόηση νέων ως αντιπαραβολή, αλλάζοντας τις εποχές, μετασχηματίζοντάς τες σύμφωνα με έναν απείρως διαφοροποιημένο συγχρονισμό, εναρμονισμένο με τη μεταμόρφωση του χώρου.

Τα οπτικοακουστικά μέσα θα χρησιμοποιούνται στο ίδιο πνεύμα. Ο κυμαινόμενος κόσμος των τομέων απαιτεί εγκαταστάσεις (ένα δίκτυο εκπομπής και λήψης) που είναι ταυτόχρονα αποκεντρωμένες και δημόσιες. Δεδομένης της συμμετοχής μεγάλου αριθμού ανθρώπων στην εκπομπή και τη λήψη εικόνων και ήχων, οι τελειοποιημένες τηλεπικοινωνίες γίνονται ένας σημαντικός παράγοντας της ludic κοινωνικής συμπεριφοράς.

Σημειώσεις

[1] ΣτΜ. Utilitarian society: κυριολεκτικά θα μεταφραζόταν χρησιμοθηρική κοινωνία.

[2] Johan Hizinga – Ο Άνθρωπος και το Παιχνίδι, Γνώση, Ιανουάριος 2010, Μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης.

[3] ό.π.: σελ. 9

[4] ΣτΜ. με την έννοια του πήγαινε-έλα. Η διακύμανση έχει αυτή την έννοια σε όλο το κείμενο.

[5] 1 εκτάριο = 10 στρέμματα

Πηγή: http://kompreser.espivblogs.net/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ