Menu
18 / 08 / 2018 - 03:28 am
A Site By Your Side
A+ A A-

stavridis-horitikotites

Του Σταύρου Σταυρίδη

Η εικόνα που επικρατεί σήμερα σχετικά με τις χειραφετημένες κοινότητες τις παρουσιάζει οχυρωμένες σε έναν τόπο, πάντα έτοιμες να αμυνθούν.

Αυτή η εικόνα, βαθιά ριζωμένη στο συλλογικό φαντασιακό των καταπιεσμένων, τείνει να κατασκευάζει τη γεωγραφία της χειραφέτησης με τη μορφή ενός χάρτη όπου σημαδεύονται με ξεκάθαρο τρόπο κάποιες ελεύθερες περιοχές, προσδιορισμένες από μια αναγνωρίσιμη περίμετρο. Νησίδες περιτριγυρισμένες από μια εχθρική θάλασσα ή ήπειροι αντιμέτωπες με άλλες εχθρικές ηπείρους, οι περιοχές αυτές εμφανίζονται ως ζώνες εύκολα προσδιορίσιμες και ανιχνεύσιμες.

Οι ουτοπίες που περιγράφονται μέσα από τα εκτενή σχέδια των ιδεατών πόλεων, αποτελούν απλά τις πιο συνεπείς εκδοχές μιας τέτοιας φαντασιακής γεωγραφίας της χειραφέτησης. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς χειραφετητικό σε μια συγκεκριμένη περιοχή που ορίζεται ως ελεύθερη. Οι σύγχρονες ουτοπίες, με αφετηρία αυτές των λεγόμενων ουτοπιστών σοσιαλιστών, είχαν συλληφθεί ως αρμονικές κοινότητες, με μηχανισμούς ρύθμισης της παραγωγής και της διανομής των αγαθών. Όπως σημειώνει ο Foucault για το Familistére του Godin, δεν υπάρχει μια αρχιτεκτονική της ελευθερίας, με τον ίδιο τρόπο που δεν υπάρχουν μηχανές απελευθέρωσης (Foucault, 1982). Το Familistére θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα καλής πρόθεσης αλλά με τρομακτικά αποτελέσματα πανοπτικό. Το να αντιλαμβανόμαστε τη χειραφέτηση ως κάτι που εμπεριέχεται σε συγκεκριμένους χώρους και το να προσπαθούμε να φανταστούμε χειραφετητικούς μηχανισμούς μέσω ρυθμιστικών κανόνων που εγγράφονται στον χώρο, καταλήγει να υποβαθμίζει τη χειραφέτηση σε μια εντοπίσιμη ουσία. Είναι αλήθεια πως η χειραφέτηση σχετίζεται με τον ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος κοινωνικού κόσμου.

horitika katoflia1

 Παρόλα αυτά, το να την τοποθετούμε στην εικόνα ενός χώρου απόλυτα απόντος (απόντος, τόσο από χωρική όσο και από χρονική άποψη) σημαίνει ότι αποδεχόμαστε έναν συγκεκριμένο τύπο ηθικής που χωροποιεί: Αυτό που βρίσκεται μακριά από το υπάρχον κακό είναι, εξ ορισμού, αμόλυντο, απόλυτα «άλλο».

Ωστόσο, η χειραφέτηση δεν είναι μια κατάσταση, αλλά μια διαδικασία. Και αυτό είναι σημαντικό αν θεωρούμε απαραίτητη τη διαφοροποίηση της χειραφέτησης από τη θρησκευτική εικόνα μιας ευτυχισμένης μετά θάνατον ζωής. Η χειραφέτηση είναι παρούσα με αμφίσημο τρόπο σε αγώνες σκορπισμένους στο χώρο και το χρόνο. Μπορεί να υπάρξουν πρακτικές που δυνητικά οδηγούν στην ελευθερία, αλλά δεν μπορεί να υπάρξουν δεδομένες περιοχές ελευθερίας.

Μπορούμε, ίσως τότε, να οραματιστούμε τις χωρικότητες της χειραφέτησης λαμβάνοντας υπόψη τις εκκλήσεις για κοινωνική δικαιοσύνη που είναι κεντρικής σημασίας για την χρήση του χώρου; Η χωρική δικαιοσύνη, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να σηματοδοτεί μια αρχή διανομής η οποία τείνει να παρουσιάζει το χώρο ως αγαθό που όλοι πρέπει να απολαμβάνουν. Η προσβασιμότητα θα μπορούσε σύμφωνα μ' αυτή την προοπτική να μετατραπεί σε ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της χωρικής δικαιοσύνης. Μοιάζει, τότε, πως κάθε διαίρεση, κάθε διαχωρισμός ή τεμαχισμός του χώρου εμποδίζει αυτό τον τύπο δικαιοσύνης. Είναι αλήθεια πως η έμφαση στη χωρική δικαιοσύνη θα μπορούσε να θεμελιώσει την σημασία που λαμβάνει η συλλογική λήψη αποφάσεων για τον προσδιορισμό, τόσο τον κοινωνικό όσο και τον φυσικό, του χώρου. Ωστόσο, αυτή η φαντασιακή γεωγραφία της χειραφέτησης οφείλει να κατανοεί το χώρο ως ένα ομοιογενές μέσο που παίρνει μορφή από την κοινή θέληση και όχι σαν μέσο εγγενώς ασυνεχές και διαφοροποιήσιμο που μορφοποιεί τις κοινωνικές πρακτικές. Αν ερμηνευθεί στην πιο απλή εκδοχή του, αυτό το φαντασιακό θα μπορούσε να οδηγήσει στην καθολική υποβάθμιση του χώρου σε ποσότητα που θα έπρεπε να διανέμεται ισότιμα. Και η προσβασιμότητα θα κατέληγε να είναι ένας είδος μηχανισμού διανομής. Πράγματι, μπορούμε να συνδέσουμε αυτόν τον τρόπο κατανόησης των χωρικοτήτων της χειραφέτησης με τους σύγχρονους λόγους (discourse) για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή την ανθρώπινη ικανότητα επικοινωνίας. Στην πλειοψηφία τους, αυτοί οι λόγοι προϋποθέτουν έναν ανθρώπινο τύπο που δεν γνωρίζει ιστορικά και γεωγραφικά όρια. Ο ίδιος ανθρώπινος τύπος μετατρέπεται σε υποκείμενο της κοινωνικής δικαιοσύνης, μόνο που αυτή τη φορά δεν θεωρείται κάτοικος μιας ιδεατής πόλης αλλά ένοικος που μετακινείται ελεύθερα μέσα σε μια ομογενή χωρικότητα.

horitika katoflia2

Ένας διαφορετικός τύπος γεωγραφικού φαντασιακού έχει αναδυθεί από την κριτική απέναντι σε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα μιας δίκαιης πόλης (ή μιας πόλης της δικαιοσύνης). Εμπνεόμενο μερικές φορές από εικόνες της σύγχρονης ζωής στην πόλη, αυτό το φαντασιακό επικεντρώνεται στην πολλαπλότητα και την ποικιλότητα καθώς και σε ενδεχόμενους πολύμορφους χώρους σε συνεχή μετασχηματισμό, επιζητώντας την περιγραφή μιας χωρικότητας της χειραφέτησης. Μια τέτοια θεώρηση έχει βαθιές ρίζες. Η κριτική στην καθημερινή ζωή και την καθημερινότητα, που ήδη έχει συζητηθεί την δεκαετία του '70, μας προτείνει έναν τρόπο να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική εμπειρία του χώρου. Εάν η καθημερινή ζωή δεν είναι μόνο ένας τόπος κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά επιπλέον εμπεριέχει πρακτικές «αυτο-διαφοροποίησης» ή προσωπικής και συλλογικής αντίστασης, τότε είναι δυνατόν να εμφανιστούν μοριακές χωρικότητες της «ετερότητας» διασκορπισμένες στην πόλη. Όπως έγραψε ο De Certeau, «μια πόλη νομαδική, ή μεταφορική, παρεισφρέει στο σαφές κείμενο μιας πόλης σχεδιασμένης και ευανάγνωστης» (De Certeau, 1984: 93).

Είναι φανερό ότι μια τέτοια εικόνα περιέχει την ιδέα μιας χωρικότητας που κατανοείται ως διαδικασία και όχι ως κατάσταση. Οι χώροι της ετερότητας εξαπλώνονται στην πόλη μέσω πρακτικών που διαφοροποιούν και εκτρέπουν. Με αυτόν τον τρόπο, οι χωρικότητες της ετερότητας μετατρέπονται σε κάτι που είναι εγγενώς συνδεδεμένο με τον χρόνο. Αντίστοιχα, ο χώρος δεν υποβαθμίζεται σε απλό δοχείο της ετερότητας (εξιδανικευμένο στις ουτοπικές πόλεις) ούτε επίσης σε ένα αγαθό επιδεκτικό διεκδίκησης ή διανομής. Ο χώρος αποκτά τη σημασία ενός στοιχείου που μορφοποιεί την ανθρώπινη κοινωνική αλληλεπίδραση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο χώρος αποκτά εκφραστικό περιεχόμενο μέσα από τη χρήση του, ή, σωστότερα, επειδή η χρήση του (το «στυλ χρήσης» του, όπως αναφέρει συγκεκριμένα ο De Certeau) παρουσιάζει εκείνους που τον χρησιμοποιούν.

Αν μια εξιδανικευμένη εκδοχή της χωρικής δικαιοσύνης τείνει να επικαλείται τα κοινά δικαιώματα για να ορίσει τον χώρο ως κοινό αγαθό, η έμφαση σε χωρικά εντοπισμένες μοριακές ετερότητες τείνει να ορίζει το χώρο ως διεσπαρμένο και διαφοροποιητικό, ως κάτι που, πάνω απ' όλα, δεν είναι κοινό. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι χειραφετητικές χωρικότητες θα είναι διεσπαρμένες χωρικότητες της ετερότητας. Ο ασυνεχής και εγγενώς διαφοροποιητικός χώρος παρέχει έδαφος σε διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες, οι οποίες μπορούν έτσι να εκδηλώνουν τις ιδιαιτερότητές τους. Αυτό το γεωγραφικό φαντασιακό συνδεδεμένο κατά ουσιώδη τρόπο με την πολιτική της ταυτότητας «τείνει να δίνει βάρος στην χωρική ένταξη (situatedness)» (Harvey, 1996: 363) σαν προϋπόθεση κάθε διαδικασίας διαμόρφωσης ταυτοτήτων.

horitika katoflia3

Ωστόσο, οι ταυτότητες μπορεί να αποτελούν την πραγματική μορφή που λαμβάνουν οι κοινωνικές διακρίσεις. Η κοινωνική ενστάλαξη σχημάτων που ρυθμίζουν την κοινωνική αλληλεπίδραση πάντοτε αποτέλεσε στόχο της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο κατοικημένος χώρος των κοινωνιών που δεν διαθέτουν «τεχνικές διατήρησης των συμβολικών τους προϊόντων οι οποίες σχετίζονται με τον αλφαβητισμό», αποτελεί, σύμφωνα με τον Bourdieu, το πρωταρχικό πεδίο αυτής της ενστάλαξης προδιαθέσεων (Bourdieu, 1977: 89). Ωστόσο, ο κατοικημένος χώρος φαίνεται να έχει αναλάβει ξανά αυτόν τον ρόλο στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες, όχι επειδή οι άνθρωποι είναι πιο ανεξάρτητοι από την επίσημη εκπαίδευση, αλλά επειδή η ζωή στην πόλη έχει μετατραπεί σε ένα κατεξοχήν εκπαιδευτικό σύστημα. Μια τεράστια ποικιλία ενσώματων αντιδράσεων μαθαίνονται μέσα από τη χρήση του μητροπολιτικού χώρου.

Το να αναλαμβάνει κανείς μια ταυτότητα σημαίνει να μπορεί να αντιμετωπίζει με τρόπο εκφραστικό τους κινδύνους και τις ευκαιρίες της ζωής στην πόλη. Ο τόπος και ο τρόπος με τον οποίο κάποιος μπορεί να διαμορφωθεί υπό τις οδηγίες της χρήσης του χώρου, αποτελούν χαρακτηριστικά της κοινωνικής του ταυτότητας. Ο χώρος ταυτοποιεί και ταυτοποιείται μέσω της χρήσης.

Μια σύγχρονη απελευθερωτική προσπάθεια θα μπορούσε επομένως να προσπαθεί «όχι να χειραφετήσει μια καταπιεσμένη ταυτότητα [...] αλλά να χειραφετήσει μια καταπιεσμένη μη-ταυτότητα» (Holloway, 2002: 227). Εάν η κοινωνική αναπαραγωγή ενισχύει τη συγκρότηση των ταυτοτήτων, ίσως ένας αγώνας χειραφέτησης θα έπρεπε να κατευθύνεται ενάντια στους μηχανισμούς που υποβαθμίζουν τους ανθρώπους σε οριοθετημένες και πάγιες ταυτότητες. Οι χώροι της χειραφέτησης, επομένως, θα όφειλαν να διαφέρουν από τους χώρους που επιβάλλουν ή αναπαράγουν ταυτότητες. Ο χώρος ως ταυτότητα (και η ταυτότητα ως χώρος) προϋποθέτει μια επικράτεια σαφώς οριοθετημένη. Αντίθετα, ο χώρος ως τόπος της μη-ταυτότητας (δηλαδή μιας σχετικής, πολύπλευρης και ανοιχτής ταυτότητας) πρέπει να είναι ένας χώρος που καθορίζεται με τρόπο ευέλικτο, ένας χώρος σε μετάβαση.

horitika katoflia4

Οι κοινωνίες γνωρίζουν τις αμφίσημες δυνατότητες αυτών των χώρων εδώ και πολύ καιρό. Οι ανθρωπολόγοι έχουν δώσει παραδείγματα χώρων που χαρακτηρίζουν και στεγάζουν περιόδους τελετουργικής μετάβασης από μια κοινωνική θέση ή κατάσταση σε μια άλλη. Αυτό που ο Van Gennepp περιγράφει ως «διαβατήριες τελετές» (1986) είναι τελετουργικές πράξεις που συνδέονται με χώρους που συμβολίζουν αυτές τις μεταβάσεις (από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, από την εργένικη στη συζυγική ζωή, από την κατάσταση του πολίτη σε αυτή του πολεμιστή ή του κυνηγού). Ο βασικός στόχος των τελετουργικών πράξεων είναι να διασφαλίσουν πως μια εμπειρία διαμεσολαβημένη από μια μη-ταυτότητα (Turner, 1977), απαραίτητη για το πέρασμα από μια κοινωνική ταυτότητα σε μια άλλη, δεν απειλεί την κοινωνική αναπαραγωγή. Με τη μεσολάβηση των τελετών του εξαγνισμού ή των προστατών θεών, οι κοινωνίες επιβλέπουν αυτούς τους χώρους μετάβασης διότι εκεί λανθάνει η δυνατότητα της παρέκκλισης και της παράβασης.

Η «οριακότητα» (liminality), ωστόσο, η εμπειρία εκείνη του να βρίσκεται κανείς σε μια περιοχή ενδιάμεση, όπως ακριβώς σε μια μη-ταυτότητα ενδιάμεση, μας επιτρέπει να πάρουμε μια ιδέα για τη μορφή της χειραφετητικής χωρικότητας. Η δημιουργία ενδιάμεσων χώρων θα μπορούσε να σημαίνει τη δημιουργία χώρων συνάντησης ανάμεσα σε ταυτότητες αντί χώρων που χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένες ταυτότητες. Όταν ο Simmel εμβάθυνε στο χαρακτήρα της πύλης και της γέφυρας ως χαρακτηριστικά ανθρώπινα τεχνήματα, υποδείκνυε ότι «η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το πλάσμα που συνδέει οφείλοντας πάντα να ξεχωρίζει και που δεν μπορεί να σταματήσει να συνδέει χωρίς να ξεχωρίζει» (Simmel, 1997: 69). Αυτή η πράξη της αναγνώρισης μιας διαίρεσης μόνο και μόνο για να την υπερβεί κανείς, χωρίς να προσπαθεί να την εξαλείψει με κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να είναι εμβληματική μιας στάσης που παρέχει τις βάσεις για τη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε διαφορετικές ταυτότητες καθώς αποκτούν επίγνωση της αλληλεξάρτησής τους. Η χειραφέτηση, λοιπόν, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή όχι ως εγκαθίδρυση μιας νέας συλλογικής ταυτότητας, αλλά ως θεμελίωση των μέσων για την ελεύθερη διαπραγμάτευση ανάμεσα στις αναδυόμενες ταυτότητες («ελεύθερη» σημαίνει: χωρίς να είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση ασυμμετριών που προϊσχύουν). Η διαφορά, έτσι, δεν συνδέεται με προνόμια αλλά με δυνατότητες.

Οι ενδιάμεσοι χώροι είναι χώροι που οφείλουν να διασχίζονται. Η ύπαρξή τους εξαρτάται από τη διάσχισή τους με τρόπο πραγματικό ή εικονικό. Δεν μας ενδιαφέρει ωστόσο η διάσχιση περασμάτων που φυλάσσονται αυστηρά και οδηγούν σε περιοχές καλά οριοθετημένες. Σημαντικότερες είναι οι διασταυρώσεις, τα κατώφλια που συνδέουν διαφορετικούς, ενδεχόμενους προορισμούς. Η χωρικότητα του κατωφλιού μπορεί να αναπαριστά τα όρια μιας χωροχρονικής εμπειρίας που μετατρέπεται στην αρχή της λειτουργίας ενός δικτύου τοποθεσιών. Ίσως ο όρος «πόλη των κατωφλιών» να μπορεί να περιγράψει ένα τέτοιο χωρικό δίκτυο που παρέχει δυνατότητες συνάντησης, ανταλλαγής και αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτοί οι χώροι της συνάντησης αποτελούν εναλλακτική πρόταση στην κουλτούρα των συνόρων, στην κουλτούρα που ορίζει την πόλη ως μια συνάθροιση ταυτοποιητικών περιοχών. Τα κατώφλια, αντικαθιστώντας τα σημεία ελέγχου που περιορίζουν την πρόσβαση μέσω απαγορεύσεων ή καθημερινών «διαβατήριων τελετών», παρέχουν τις βάσεις για την ανάπτυξη αλληλεγγύης ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους εφόσον αφήνονται να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους.

horitika katoflia5

Αυτοί οι χώροι διαφέρουν κατά ουσιώδη τρόπο από τους «μη τόπους» που περιγράφει ο Augé (1995). Ανεξάρτητα από το πόσο προσωρινές ή γενικές μπορεί να είναι, οι επιβεβλημένες ταυτότητες στους μη τόπους συνεχίζουν να ανάγουν με δραστικό τρόπο την ανθρώπινη ζωή στους κανόνες αναπαραγωγής της σύγχρονης κοινωνίας. Οι «μεταβατικές ταυτότητες» δεν παύουν να είναι ταυτότητες. Και το πιο σημαντικό, πρόκειται για ταυτότητες που δεν προκύπτουν από μια διαπραγμάτευση μεταξύ ίσων. Οι ενδιάμεσοι χώροι μπορεί να γίνουν τόποι μιας χειραφετητικής κουλτούρας μόνον όταν οι άνθρωποι που τους κατοικούν αποδέχονται, διακινδυνεύοντας, η ετερότητα να επιδρά διαμορφωτικά στην ταυτότητά τους. Τέτοιου είδους κοινωνικές εμπειρίες έχουν πραγματωθεί σε διάφορα κοινωνικά και ιστορικά περιβάλλοντα. Οι παραβατικοί καρναβαλιστές που πλημμυρίζουν τους δρόμους μιας πόλης καταλήγουν μερικές φορές σε καρναβαλιστικές ταραχές: πρόκειται για κοινωνικές πράξεις οικειοποίησης της πόλης ως ένα δίκτυο περασμάτων που ανήκουν σε όλους και σε κανέναν. Κατά τη διάρκεια της βραχείας Κομμούνας του Παρισιού ή κατά τις μέρες της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή έλαβαν χώρα δράσεις που συγκροτούσαν το δημόσιο χώρο ως χώρο συναντήσεων ανάμεσα σε χειραφετημένες ετερότητες. Οι κομμουνάροι ή οι χιλιανοί pobladores όπως ακριβώς οι piqueteros στη σύγχρονη Αργεντινή ή οι διαδηλωτές του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, στην πραγματικότητα παρήγαγαν χώρους κατωφλιών και όχι μόνο οχυρωμένους χώρους προς υπεράσπιση. Οι Ζαπατίστας, στην μακρά τους πορεία προς την αξιοπρέπεια, δημιουργούν επίσης χώρους περάσματα προς την ελευθερία, χώρους προσωρινά κατοικημένους από αυτούς τους άλλους, τους αόρατους και τους καταπιεσμένους. Οι πράξεις τους ίσως να υποδεικνύουν μια αναφαινόμενη ιστορική συνείδηση που θα μπορούσε επίσης να ξαναορίσει τον ιστορικό χρόνο όχι ως «χρόνο ομογενή και κενό» (Benjamin, 1992: 252), αλλά ως χρόνο πλήρη ρωγμών και στιγμών αλλαγής, χρόνο κατωφλιών που σημαδεύουν ευκαιρίες για ριζική αλλαγή.

Ο W. Benjamin είχε κατανοήσει πλήρως τη δύναμη που έχουν τα κατώφλια να συγκρίνουν διαφορετικές γειτονικές περιοχές, όπως και διαφορετικές γειτονικές περιόδους της ιστορίας. Ο Μεσσίας του, εγκόσμιος και απελευθερωτής, εμφανιζόταν σε αυτά τα κατώφλια στον ιστορικό χρόνο. Και η ανάκτηση της απελευθερωτικής δύναμης της νεωτερικότητας ήταν συνδεδεμένη με την αποκαλυπτική γνώση των κατωφλιών όπως την ενσάρκωνε ο πλάνης (ο flaneur), αυτός ο αρχαιολόγος της μητρόπολης. Μια μητρόπολη ανακτημένη και πιθανώς χειραφετητική αναδύεται, στην πραγματικότητα, ως μια πόλη των κατωφλιών. Οι παρισινές στοές, αυτά τα αμφίσημα χωρικά περάσματα, θα ήταν, στη σκέψη του Benjamin, εμβληματικές προεικονίσεις ενός μέλλοντος που το ονειρεύτηκαν πολλοί κοινά αν και παγιδεύτηκε στη νεωτερική φαντασμαγορία.

Η χειραφέτηση ως διαδικασία και όχι ως κατάσταση εμφανίζεται δυνητικά σε χώρους και χρόνους ανοιχτούς προς την ριζική ετερότητα. Τελικά, αυτό που χρειαζόμαστε είναι γέφυρες, περάσματα, σταυροδρόμια προς ένα διαφορετικό μέλλον. Και αν οι χωρικότητες της χειραφέτησης μπορεί να γίνουν αντιληπτές ως κατώφλια προς την ετερότητα, αυτό σημαίνει πως μέσω της κατοίκησης και της δημιουργίας κατωφλιών, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Benjamin, η επανάσταση θα «ξεμαγεύσει την πόλη» (Benjamin, 1999: ΜΙΙΙ, 3). 

Βιβλιογραφία

Auge, M. 1995 Non-Places. Introduction to an Anthropology of Supermodernity, London: Verso.

Benjamin, W. 1992 "Theses on the Philosophy of History", Illuminations, London: Fontana Press.

Benjamin, W. 1999 The Arcades Project, Cambridge Ma.: Belknap Press.

Bourdieu, P.1977 Outline of a Theory of Practice, Cambridge, Cambridge U.P..

Certeau, M. de 1984 The Practice of Everyday Life, Minneapolis: University of Minnesota Press.

Foucault, M. 1982 "Space, Knowledge and Power" (interview with P. Rabinow), Skyline.

Harvey, D. 1996 Justice, Nature and the Geography of Difference, Oxford: Blackwell.

Holloway, J., (2002), Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, Αθήνα: Σαββάλας

Simmel, G. 1997 "Bridge and Door" in Rethinking Architecture, N. Leach (ed.), London: Routledge.

Turner, V. 1977 The Ritual Process, Ithaka: Cornell U.P.

Van Gennep, A. 1960 The Rites of Passage, London: Routledge and Kegan Paul.

Το άρθρο με τον πρωτότυπο τίτλο "Espacialidades de emancipación y la 'ciudad de los umbrales' εμπεριέχεται στο: Pensar a contrapelo: Movimientos socials y reflexión crítica, (2009), John Holloway, Fernando Matamoros, Sergio Tischler (comp.), D.F. México: Bajo Tierra Ediciones, σσ. 67-73. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Bajo el Volcán, 11, 2007, Puebla: Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades-BUAP, σσ. 117-124.

Μετάφραση: Ratnet, 2011
Επιμέλεια μετάφρασης: Σταύρος Σταυρίδης

Πηγή: http://ratnet-blog2.blogspot.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ