Menu
21 / 10 / 2017 - 01:20 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

  • - Κατηγορία: στο ΟΡΙΟ

proth

1.0 Εισαγωγή

Γιατί η ζωή αλλά και ο θάνατος κάποιων να είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σε αντίθεση με τη ζωή ή τον θάνατο κάποιων άλλων που είναι βυθισμένη στην ασημαντότητα και την αφάνεια;

Ποιοι αξίζει να ζουν και να τους πενθούν όταν πεθάνουν και ποιοι είναι ανάξιοι να ζουν και να τους θυμούνται αν πέρασαν καν από την ζωή; Ποιες μορφές ζωής δικαιούνται την αναγνώριση του ανθρώπινου; Ποια νεκρά σώματα δικαιούνται εξατομικευμένη συμπόνια και ποια δεν «μετράνε», δεν μετριούνται κι έτσι δεν αξίζουν παρά την ανωνυμία της στατιστικής; Ποιες ζωές παραμένουν εκτοπισμένες από την κανονικότητα της υψηλής ανθρωπινότητας, πέρα από τα φρουρούμενα σύνορα της διανοητής και βιώσιμης ανθρώπινης ιδιότητας;

Στην καρδιά της σύγχρονης παγκόσμιας βιοπολιτικής βρίσκεται η απόφαση για την αξία ή την απαξία της «ζωής». Στο όνομα της «ζωής» και της «ανθρωπότητας», μας λέει η Αθανασίου (Μπάτλερ, 2009) η ζωή, των σωμάτων που στιγματίζονται ως ξένα και επικίνδυνα, είναι πολιτικά ακατάλληλη, ανάξια να την ζει κανείς και ο θάνατος είναι ανάξιος πένθους. Η αναγνώρισή μας από τους άλλους μας καθιστά υποκείμενα, αλλά συγκροτούμαστε και σαν υποκείμενα στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής κανονικότητας που θέτει τους όρους και τα πρότυπα των αξιών αναγνωρισιμότητας. Οι εκτοπισμοί αυτοί βρίσκονται σε μια σχέση διαρκούς αλληλοπροσδιορισμού, αφού η ηθική ευθύνη απέναντι στους άλλους και η δυνατότητα αναγνώρισης της τρωτότητάς τους προσδιορίζονται από τις πολιτισμικές νόρμες που ορίζουν ποιοι ανήκουν στην τάξη του αναγνωρίσιμου ανθρώπινου, άξιοι να συσχετιστούν και να αγαπηθούν και ποιοι όχι.

2.0 Εννοιολογήσεις της Ζωής και του Θανάτου

2.1 Εμείς και οι άλλοι

Αν ανατρέξει κανείς στην παγκόσμια ιστορία χωρίς να υιοθετήσει το εξελικτικό μοντέλο προόδου, εκπολιτισμού και θαυμαστών ανθρώπινων κατορθωμάτων, θα διαπιστώσει ότι είναι διάσπαρτη από φρικαλεότητες, από στρατηγικές περιθωριοποίησης, εξοστρακισμού αλλά και φυσικής εξόντωσης σωμάτων που μετατρέπονται σε σύμβολα ετερότητας, μορφών ζωής που κρίνονται ανάξιες να βιωθούν και ο θάνατός τους δεν συνιστά ανθρωποκτονία εφόσον επιτελείται στο όνομα ακριβώς της προόδου και του πολιτισμού και αδιαμφισβήτητων αξιών όπως είναι η ελευθερία, η ειρήνη, η κοινωνική τάξη πραγμάτων, η εθνική ασφάλεια και η δημοκρατία. Η ανάδειξη κάποιων σωμάτων ως διαφορετικών και εν δυνάμει απειλητικών ή προσβλητικών, φανερώνει ότι ένας ουσιαστικός τρόπος να συγκροτηθεί και να επιβιώσει ένα «εμείς» είναι μέσω της αντιδιαστολής του με τον «άλλον», τον ξένο, τον διαφορετικό. Η άρρηκτη σύνδεση της εξάρτησης του εαυτού από τους άλλους με την εξάρτησή του από την εξουσία αποτελεί συνθήκη κοινωνικής ύπαρξης και ψυχικής συγκρότησης της υποκειμενικότητας. Έτσι, το ευάλωτο και μάλιστα το ευάλωτο του σώματος ορίζει την υποκειμενικότητα και ταυτόχρονα τη διανοίγει στον άλλο.

torture 1

Είναι αμέτρητα τα σώματα των γυναικών, των μαύρων, των εβραίων, των ομοφυλοφίλων, των μεταναστών, των μουσουλμάνων που σε συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες θεωρήθηκαν και εξακολουθούν να θεωρούνται «ύλη εκτός τόπου», ζωές χωρίς αξία, διασπαστικά για την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, απειλητικά απλώς επειδή υπάρχουν και ως τέτοια εξωθούνται στα όρια της κατηγορίας του ανθρώπινου. Το ποιος αξίζει να ζει ή ποιανού τον θάνατο πρέπει να τιμούμε και να μνημονεύουμε αποκτά νόημα μέσα από τον καθορισμό της ετερότητας. Έτσι η ζωή και ο θάνατος αναδεικνύονται σε πολιτικό ζήτημα (Φουκό, 1978).

2.2 Η διαφορετικότητα στην εννοιολόγηση της ζωής.

Από την δημιουργία ακόμα της ζωής, όπως την αναδεικνύει η εργασία της ανθρωπολόγου Emily Martin για τα έμφυλα στερεότυπα και τις μεταφορές που χρησιμοποιούνται στον επιστημονικό λόγο της αναπαραγωγικής βιολογίας (1991), την επιτέλεσή της αλλα και τον θάνατο, σε όλο δηλαδή τον κύκλο της ζωής, νόημα παράγουν οι κανονιστικοί κοινωνικοί και πολιτισμικοί όροι. Έτσι ακόμα και μέσα από τις αναπαραστάσεις της αναπαραγωγικής φυσιολογίας (Emily Martin, 1991) το ωάριο «επιπλέει» ή «παρασύρεται», ενώ το σπερματοζωάριο κάνει ένα «περιπετειώδες ταξίδι» ώσπου να επιτεθεί και να «διεισδύσει» στο ωάριο. Εστιάζοντας στις μεταφορές της παθητικής θηλυκότητας και της ενεργητικής αρρενωπότητας που αποδίδονται στο ωάριο και το σπερματοζωάριο αντίστοιχα, η συγγραφέας δείχνει πώς η επιστημονική εννοιολόγηση των ανθρώπινων γαμετών βασίζεται σε στερεότυπα που κατέχουν κεντρική θέση στους πολιτισμικούς ορισμούς του «αρσενικού» και του «θηλυκού». Οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις και τα στερεότυπα περί παθητικού δυσκίνητου θηλυκού και επιθετικού ηρωικού αρσενικού που διαπερνούν τις αξιολογικά ασύμμετρες εννοιολογήσεις της ωορρηξίας, μέσω αρνητικών συνδηλώσεων εκφυλισμού και απώλειας και της σπερματογένεσης, μέσω θετικών συνδηλώσεων δυναμικής παραγωγής και δημιουργίας, είναι οι πρώτες ύλες της φυσικοποίησης των κοινωνικών συμβάσεων για το φύλο και της αξιακής θεαματοποίησης του «μυστηρίου της ζωής» από την γένεσή του. Έτσι από πολύ νωρίς νοηματοδοτείται με άλλη βαρύτητα η αξία του αρσενικού από το θηλυκό προσθέτοντας άλλη μια κατηγοριοποίηση περί σημαντικού και λιγότερο σημαντικού η οποία σύμφωνα με τον Ντεριντά (1995) θα ειναι έτσι μέχρι και τον θάνατο.

2.3 Η τρωτότητα του σώματος: Η αρρώστια που σκοτώνει.

Φροντίζουμε την Υγεία μας και μελετούμε με προσοχή τι τρώμε, τι πίνουμε, πώς μεγαλώνουμε τους απογόνους μας, πώς ασκούμαστε κι έτσι η Υγεία μας αποτελεί για μας μια μακρόχρονη και τακτική ασχολία. Όμως μέσα σε μια στιγμή μια αρρώστια που δεν μπορούμε ν' αποφύγουμε παρ' όλη την επιμέλειά μας, που δεν μπορούμε να υποψιαστούμε παρ' όλη την περιέργειά μας, ένα «κανόνι» κατά την Σόντακ (1993) τα τσακίζει, τα καταστρέφει και τα συντρίβει όλα.

Η Μπάτλερ (2009) επισημαίνει ότι κάθε ένας και κάθε μία από εμάς συγκροτείται πολιτικά εν μέρει στη βάση της κοινωνικής τρωτότητας του σώματός του/της σαν τόπο δημόσιας παρουσίας ταυτόχρονα διεκδικητικός και εκτεθειμένος. Η απώλεια και η τρωτότητα φαίνεται να απορρέουν από το ότι είμαστε σώματα κοινωνικά συγκροτημένα, προσκολλημένα σε άλλους, απειλούμενα από την απώλεια αυτών των προσκολλήσεων, εκτεθειμένα στους άλλους, απειλούμενα από βία εξαιτίας αυτής της έκθεσης.

torture 2

Την αρρώστια, αποτέλεσμα της τρωτότητας του ανθρώπινου σώματος η Σόντακ (1993) την παρομοιάζει μεταφορικά σαν εισβολέα στο οχυρό που θεωρείται το σώμα μας, σαν ξένο «άλλο», σαν εχθρό μέσα σ' ένα σύγχρονο πόλεμο. Χειρότερο όμως και από την ίδια την αρρώστεια λέει η Σόντακ είναι η μετακίνηση από το δαιμονισμό της στην απόδοση του σφάλματος στον ασθενή. Αυτή είναι πολλές φορές μια αναπόφευκτη μετακίνηση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι ασθενείς θεωρούνται θύματα και τα θύματα υποβάλλουν την έννοια της αθωότητας. Οι στρατιωτικές μεταφορές που κατά την Σόντακ (1993) συμβάλλουν στο να στιγματίζονται ορισμένες αρρώστιες στιγματίζουν κατ' επέκταση και εκείνους που είναι άρρωστοι. Φαίνεται ότι οι κοινωνίες χρειάζονται να έχουν αρρώστιες που ταυτίζονται με το κακό ετσι ώστε το φταίξιμο να πέφτει στα «θύματά» τους.

Για παράδειγμα ο καρκίνος θεωρήθηκε ως υποβιβασμός του ατόμου ως μια πάθηση προς την οποία οι σωματικά καταβεβλημένοι, οι εσωστρεφείς, οι καταπιεσμένοι και προπαντός όσοι απωθούσαν το θυμό τους ή τις σεξουαλικές τους ορμές ήταν ιδιαίτερα επιρρεπείς. Στα πρόσφατα χρόνια κάποιο μέρος από το βάρος του καρκίνου έχει εξαλειφθεί μπροστά στην εμφάνιση μιας ασθένειας της οποίας η δύναμη στιγματισμού και η ικανότητά της να δημιουργεί κατεστραμμένες ταυτότητες είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη: το AIDS, η χαρακτηριστική μομφή προς τη ζωή και την ελπίδα. Στην περίπτωση του AIDS, ο στιγματισμός και η ντροπή συνδέεται μ' έναν καταλογισμό ενοχής γιατί το «σκάνδαλο» δεν παραμένει καθόλου κρυφό. Η επικίνδυνη συμπεριφορά που προκαλεί AIDS, κρίνεται ως κάτι περισσότερο από αδυναμία. Είναι μια άφεση σε απολαύσεις, μια παράλειψη καθήκοντος, εθισμοί σε χημικά προϊόντα που είναι παράνομα ή σε σεξουαλικές πρακτικές που θεωρούνται «ανώμαλες».

2.4 Γυμνές ζωές

Στο τρωτό ανθρώπινο σώμα άλλες φορές αποδίδεται αξία και άλλες απαξία όπως ο πρόσφυγας στο έργο του Agamben (1995: 276-286), που αποτελεί απλά το γυμνό, αναλώσιμο, βιολογικό και εξοντώσιμο σώμα το οποίο είναι στην απόλυτη διάθεση του κυρίαρχου: «γυμνή ζωή». «Γυμνή ζωή» που παράγει «γυμνό θάνατο». Ένα θάνατο που δεν πενθείται και δεν χαράσσεται στην συλλογική μνήμη.

Ποιων ζωών η τρωτότητα έχει σημασία λέει η Αθανασίου (Μπάτλερ, 2009); Τι συμβαίνει όταν η ζωή του άλλου που προβάλλει πάνω μας ένα ηθικό αίτημα εκτίθεται στο θάνατο απογυμνωμένη από κάθε πολιτική διακύβευση και έχει μετατραπεί σε «γυμνή ζωή», δηλαδή στο αποκηρυγμένο περιθώριο της τάξης του πολιτικού; Πώς αλλάζουν τότε τα όρια του αποκρίσιμου που εμπεριέχει κάθε ηθικοπολιτική σχέση; Η ερωτηματοθεσία αυτή καταδεικνύει ότι η ηθική συνάντηση με τον άλλο οργανώνεται μέσα και από την κανονιστική βία που υπάγει κάποιες μορφές ζωής στο επίπεδο του αδιανόητου, του ακατονόμαστου και του αβίωτου. Με αυτή την έννοια, για την Μπάτλερ (2009) ηθική και πολιτική δεν αλληλοαποκλείονται. Ηθική χωρίς πολιτική, δηλαδή χωρίς εστίαση στις σχέσεις εξουσίας, είναι εντελώς προβληματική.

torture 3

Παρόμοια στην πολιτική των «Γυναικών στα Μαύρα» (Αθανασίου, 2007) η «γυμνή ζωή» είναι αυτή που αρθρώνεται πολιτικοπολιτισμικά ως αυτή που, όχι μόνο «δεν αξίζει να την ζει κανείς», αλλά και που δεν αξίζει να την πενθεί κανείς. Για τον λόγο αυτό οι «Γυναίκες στα Μαύρα» πενθώντας τον θάνατο που δεν θρηνείται, διαταράσσουν το καθεστώς της παγκόσμιας βιοπολιτικής, κρίσιμο διακύβευμα του οποίου είναι η κυριαρχική απόφαση πάνω στην αξία ή την απαξία της ανθρώπινης ζωής. Πενθώντας τον «Άλλο», συνάπτοντας σχέση αλληλεγγύης με το νεκρό «εχθρό», τη «γυμνή ζωή», παραβιάζουν θεμελιώδεις περιορισμούς της βιοπολιτικής τάξης: τη συνάφεια του αίματος, τη συνοχή του έθνους, τις έμφυλες θεμελιώσεις του συνανήκειν και της ιδιότητας του πολίτη. Αυτό που εκφράζει η δημόσια εκδήλωση πολιτικά στρατευμένης αλληλεγγύης των Γυναικών στα Μαύρα είναι ότι η έλλειψη απόκρισης στην κοινωνική οδύνη την οποία επιφέρει η εθνικιστική και ιμπεριαλιστική κυριαρχία θα διαιωνίζει την ίδια τη βία της οδύνης και της απώλειας. Επιτελώντας την γλώσσα του σιωπηλού πένθους, οι Γυναίκες στα Μαύρα σε δημόσιους χώρους επίσημης μνήμης, επιζητούν να φέρουν στο προσκήνιο και στο λόγο το ιστορικό ανείπωτο της αποσιωπημένης απώλειας. Καθώς διεκδικούν μέσω της εύγλωττης σιωπής τους να δώσουν φωνή σε ό,τι έχει μείνει ανείπωτο, οι «Γυναίκες στα Μαύρα» εκδηλώνουν πολιτική δυσπιστία για τα ίδια τα όρια της γλώσσας. Η αναγνώρισή μας από τους άλλους μάς καθιστά υποκείμενα, αλλά και συγκροτούμαστε ως υποκείμενα στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής κανονικότητας που θέτει τους όρους και τα πρότυπα της αναγνωρισιμότητας. Οι δύο αυτοί εκτοπισμοί βρίσκονται σε μια σχέση διαρκούς αλληλοπροσδιορισμού, αφού η ηθική ευθύνη απέναντι στους άλλους και η δυνατότητα αναγνώρισης της τρωτότητάς τους προσδιορίζονται από τις πολιτισμικές νόρμες που ορίζουν ποιοι ανήκουν στην τάξη του αναγνωρίσιμου ανθρώπινου, άξιοι να συσχετιστούν και να αγαπηθούν, και ποιοι όχι.

2.5 Ομοφοβία και Aids.

Οι κατηγοριοποιήσεις και εννοιολογήσεις των ανθρώπινων ζωών όμως έχουν πολλές φορές ασταθή όρια. Έτσι κάποιες ζωές «με αξία» μπορεί πολύ εύκολα να βρεθούν στην πλευρά της «απαξίωσης». Για παράδειγμα ένας αξιοσέβαστος, με λαμπρές προοπτικές, μεσοαστός πολίτης ειναι πολύ εύκολο από πρότυπο φήμης, αξίας και μίμησης να περάσει στην πλευρά της απαξίωσης χωρίς στην πραγματικότητα να έχει αλλάξει κάτι από την πραγματική του υπόσταση. Αρκεί να αλλάξει η κοινωνικά αποδιδόμενη σε αυτόν αξία σε σχέση με τον τρόπο ζωής του ή την σεξουαλική του συμπεριφορά αφού στο επιστημολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό και ψυχικό πλαίσιο του προστάγματος της σεξουαλικής κανονικότητας, οποιαδήποτε απόκλιση δαιμονοποιείται και οδηγείται στην αφάνεια. Όσων η σεξουαλικότητα θεωρείται ότι βρίσκεται στον αντίποδα της ετεροκανονικότητας, η ζωή τους αιωρείται στα όρια του ανθρώπινου και του απάνθρωπου σε μια κατάσταση επιβίωσης, σε μια κατάσταση εν δυνάμει θανάτου.

torture 4

Κατά τον τρόπο αυτό νοηματοδοτειται η «γυμνή ζωή» των ασθενών με Aids γιατί οι πολιτισμικοί και βιοιατρικοί ορισμοί και αναπαραστάσεις του Aids έχουν ιστορικά οργανωθεί γύρω από το στερεότυπο της «αρρώστιας των ομοφυλόφιλων ανδρών», ένα στερεότυπο που συνάδει με την εννοιολόγηση της «ομοφυλοφιλίας» ως μιας κλειστής και περιχαρακωμένης «ταυτότητας» (Πλεξουσάκη, 2000). Παρά τις στατιστικές που αποκαλύπτουν την μείωση της προσβολής των ομοφυλόφιλων ανδρών από τη νόσο, το Aids παρέμεινε και παραμένει συνδεδεμένο στο πολιτισμικό υποσυνείδητο με τη στερεότυπη μορφή της «αχαλίνωτης σεξουαλικότητας γκέι άνδρα» (Phelan 1991).

Στη βιβλιογραφία αλλά και στον κινηματογράφο και την τηλεόραση υπάρχουν πολλά παραδείγματα ασθενών με Aids που στιγματίστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν και στο τέλος έσβησαν στην αφάνεια. Ένα από τα κινηματογραφικά παραδείγματα είναι αυτό της ταινίας Φιλαδέλφεια όπου ο πρωταγωνιστής, ο ικανότατος και ανερχόμενος μεσοαστός δικηγόρος Andrew Beckett, πλήττεται από την ασθένεια του Aids. Όταν αρχίζουν να παρουσιάζονται τα σημάδια (από το σάρκωμα Kaposi) στο πρόσωπό του, η συμπεριφορά των γύρω του αλλάζει. Από αγαπητός γίνεται αντιπαθής, απολύεται από την δουλειά του και στο τέλος πεθαίνει λόγω της ασθένειάς του. Ομοίως σε έκθεση φωτογραφίας του Νίξον Νίκολας, το θέμα ηταν άνθρωποι με Aids οι οποίοι έχοντας απογυμνωθεί από τις ελπίδες τους, φοβισμένοι και μόνοι φαίνονταν «συνεργάσιμοι και γνήσιοι» (Crimp, 1992). Σε τηλεοπτική εκπομπή του CBS με θέμα το Aids παρουσιάζονταν φωτογραφίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που είχαν Aids. Η εκπομπή δεν ηταν τίποτα άλλο από την αντιπροσώπευση της απελπισίας. Οι ασθενείς εμφανίζονταν σαν τους βιαστές παιδιών, τους τρομοκράτες, τους εμπόρους ναρκωτικών με παραποιημένες τις φωνές και τα πρόσωπα, αφού ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε οπίσθιο φωτισμό στα νοσοκομεία όπου νοσηλεύονταν. Όταν ένας ασθενής έλεγε αισιόδοξα λόγια για την ασθένειά του, μετά μια δεύτερη φωνή στην εικόνα έλεγε ότι ο συγκεκριμένος ασθενής πέθανε έξι εβδομάδες αφού το είπε αυτό. Προς το τέλος μάλιστα έδειχνε και έναν παπά ο οποίος μετά την αναγγελία θανάτου κάποιου ασθενή πρόσθετε «αμήν» εξαγνίζοντας το κακό. Σε επιτόπια έρευνα το 1993 στο νοσοκομείο «Συγγρού» (Γιαννακόπουλος 2010), εθελόντρια γιατρός στην πτέρυγα του Aids και μέλος οργάνωσης υπέρ των ασθενών, αναφερόταν με αποστροφή στην φήμη ότι οι εκεί νοσηλευόμενοι ασθενείς «τα βράδια ένωναν σέρνοντας τα κρεβάτια τους προκειμένου να κάνουν όργια μεταξύ τους».

Στο δοκίμιό του «Melancholia and Moralism» ο Crimp (2002), προσφέρει ένα μαχητικό κάλεσμα προς στοχασμό ενάντια τόσο στο Aids όσο και στις μορφές σύγχρονης σεξουαλικής ηθικολογίας, συμπεριλαμβανομένου του συντηρητισμού και του κοινωνικού στιγματισμού των οροθετικών από τους ίδιους τους γκέι. Απηχώντας τον θεωρητικό τόνο του Φουκό και αξιοποιώντας την queer θεωρία, ο συγγραφέας υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι αντίσταση στη νόσο δεν είναι η φαντασίωση και επιδίωξη της απόλυτης ασφάλειας στο σεξ, αλλά η αντίσταση στις κανονικοποιητικές τεχνολογίες της εξουσίας που αρνούνται στους γκέι την ανθρώπινη ιδιότητα και κατασκευάζουν την ομοφυλοφιλία ως αντικείμενο κοινωνικής αποστροφής.

torture 5

3.0 Πολιτικές Πένθους και Μνήμης.

3.1 Οδύνη, τραύμα, πένθος, μελαγχολία.

Δεν πρέπει κανείς να αρχίσει να αρέσκεται στο πένθος, χρειάζεται, ωστόσο, να πενθούμε έλεγε ο Ντεριντά, (2001). Όπως αναφέρει η Αθανασίου, η μη ανταπόκριση στο αίτημα του απένθητου άλλου μπορεί να γίνει βίαιη και βεβιασμένη μετατροπή του πένθους σε εθνικό μέτωπο πολεμικής ετοιμότητας αναφερόμενη στο μέτωπο της Αμερικής απέναντι στους Μουσουλμάνους μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους. Πώς αυτές οι ζωές των άλλων μπορούν να παραμείνουν δημόσια αόρατες και αφανείς; Πώς η απώλεια της ζωής τους δεν νοείται ως απώλεια και άρα παραμένει αμνημόνευτη; Υποστηρίζω, λέει η Μπάτλερ (2009), ότι την εθνική μελαγχολία κατανοώ ως αποκηρυγμένο πένθος που εμφανίζεται ως επακόλουθο της διαγραφής από τη δημόσια αναπαράσταση των ονομάτων, των εικόνων και των αφηγήσεων των ανθρώπων που έχουν σκοτώσει οι ΗΠΑ. Από την άλλη, οι απώλειες των ΗΠΑ καθαγιάζονται στις δημόσιες νεκρολογίες, που αποτελούν πράξεις οικοδόμησης του έθνους. Ο διαφορετικός καταμερισμός της δυνατότητας της οδύνης, που αποφασίζει ποιο είδος υποκειμένου πενθείται και πρέπει να πενθείται, παράγει με τη λειτουργία του συγκεκριμένες αντιλήψεις αποκλεισμού σχετικά με το ποιος είναι κανονιστικά άνθρωπος: τι λογίζεται ως ζωή άξια να βιώνεται και τι ως θάνατος άξιος οδύνης.

Γιατί ο θάνατος γενικότερα (όχι μόνο για τους ασθενείς με Aids ) που μένει αθρήνητος όπως τονίζει η Σερεμετάκη, (1991) στην δική της εθνογραφική μελέτη στη Μάνη, ο σιωπηλός θάνατος, δηλαδή, θεωρείται «γυμνός θάνατος», όπου η «γυμνότητα» υποδηλώνει μοναξιά, αποξένωση και εγκατάλειψη.

Η εργασία που πραγματοποιεί το πένθος είναι στην ουσία η λύτρωση από το τραύμα της απώλειας κατά τον Φρόιντ (2000). Το τραύμα δεν είναι μια εμπειρία που μπορεί άμεσα να δηλωθεί, να αναπαρασταθεί, να αποκηρυχθεί ή να πιστοποιηθεί, αλλά συνίσταται στην καθυστερημένη αφήγησή του. Ως αφήγηση που επανεγγράφεται και μεταφράζεται έμμεσα και αναδρομικά, το τραύμα εδρεύει στη διατομή γλώσσας και ιστορίας. Όταν ο έλεγχος της πραγματικότητας δείξει πως το αγαπημένο αντικείμενο δεν υπάρχει πλέον, τότε μόνο με την απόσυρση όλης της Λίμπιντο από τους δεσμούς που την συνδέουν μ' αυτό το αντικείμενο, κάθε ανάμνηση και κάθε προσδοκία θα φέρει την λύτρωση και το άτομο που πενθεί θα λυτρωθεί. Το 'Εγώ' θα επανακτήσει την ελευθερία του και θα αποβάλλει τις αναστολές του αλλιώς θα απολεσθεί το ίδιο το 'Εγώ' και θα επικρατήσει «μελαγχολία» (Φρόιντ, 2000).

«Δεν είμαι βέβαιη ότι ξέρω πότε το πένθος είναι επιτυχές ή πότε κανείς έχει πενθήσει ολοκληρωμένα ένα άλλο ανθρώπινο ον» λέει η Μπάτλερ (2009:68). Ίσως, αντίθετα, κάποιος πενθεί όταν αποδέχεται ότι μέσω της απώλειας που βιώνει θα αλλάξει, πιθανόν για πάντα. Ίσως το πένθος σχετίζεται με τη συμφωνία ενός προσώπου να υποστεί μια μεταμόρφωση (ίσως κάποιος θα έλεγε να υποκύψει σε μια μεταμόρφωση), το πλήρες αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει εξαρχής. Ίσως αυτό που φανερώνει η οδύνη είναι η δουλεία μέσα στην οποία μας κρατούν οι σχέσεις μας με τους άλλους, με τρόπους που δεν μπορούμε πάντα να εξιστορήσουμε ή να εξηγήσουμε, με τρόπους που συχνά διακόπτουν τη συνειδητή θεώρηση του εαυτού μας την οποία ίσως να προσπαθούμε να παρουσιάζουμε, με τρόπους που θέτουν σε αμφισβήτηση ακόμη και την ίδια την ιδέα του εαυτού μας ως αυτόνομου και έχοντος τον έλεγχο.

torture 6

3.2 Η γλώσσα του πένθους στην εποχή του Aids

Στο πλαίσιο της queer θεωρίας, τόσο η Judith Butler όσο και ο Douglas Crimp αμφισβήτησαν σθεναρά την ταύτιση του πένθους με την πολιτική αδράνεια, ειδικά σε συνθήκες απώλειας μιας δημόσιας γλώσσας πένθους στην εποχή του Aids. Η Μπάτλερ έθιξε τους πολιτικούς, κοινωνικούς και ψυχικούς αποκλεισμούς «που έχουν κάνει ορισμένες μορφές απωλειών αθρήνητες». Ο Crimp έδειξε ότι το πένθος και η πολιτική δράση συνυφαίνονται, δεν αντιτίθενται, τόνισε την επείγουσα πολιτική ανάγκη να γίνει κατανοητό πώς και γιατί η απώλεια των ομοφυλόφιλων γίνεται μη αναγνωρίσιμη, πώς οι ομοφυλοφιλικές ταυτότητες συγκαλύπτονται στις οικογενειακές εκδηλώσεις πένθους και πώς και γιατί το πένθος μπορεί επίσης να αφορά την απώλεια ορισμένων μορφών σεξουαλικής επαφής στην εποχή του Aids.

Όπως το θέτει πολύ ωραία η Μπάτλερ, οι ομοφυλόφιλοι ασθενείς με Aids: «Δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο πένθους, διότι υπήρξαν ανέκαθεν χαμένες ζωές ή μάλλον ποτέ δεν υπήρξαν και πρέπει να εξαλειφθούν, μιας και φαίνεται πως συνεχίζουν να ζουν, πεισματικά, σε αυτή την κατάσταση της αποδιδόμενης νέκρωσης» (Μπάτλερ 2009: 84-85). Όπως επισημαίνει ο Crimp στο άρθρο του «Mourning and Militancy» (1989), η ψυχική διεργασία του πένθους δεν αναγνωρίζεται κοινωνικά στους gay φίλους ή ακόμη και στους ερωτικούς συντρόφους των ομοφυλόφιλων που πέθαναν από Aids. Διότι, ο θάνατος αυτός δεν «μετράει» ως «πραγματική» απώλεια για τους μη (ετερο)«κανονικούς» φίλους ή συντρόφους και άρα το τραύμα τους θεωρείται ασήμαντο, σχεδόν αδιανόητο. Συνακόλουθα, οι ετεροκανονικές αυτές αντιλήψεις εμποδίζουν την μορφή αυτή τραύματος να αντιμετωπιστεί με ιδιωτικές, και ακόμη περισσότερο, δημόσιες εκδηλώσεις πένθους.

Ο Walt Odets (1994) κάνει μια σύνδεση μεταξύ της αντιμετώπισης του Aids που συνδέεται με το ασφαλές σεξ, των θανάτων ομοφυλόφιλων ανδρών και του πένθους. Διαπιστώθηκε λέει ότι σε περιόδους εξάρσεως της επιδημίας, ορισμένοι ομοφυλόφιλοι άνδρες είχαν την επιθυμία να μην επιβιώσουν από αυτήν. Ο λόγος, εκτός από την κατάθλιψη και το άγχος, ηταν και η ενοχή γιατί να μην έχουν μολυνθεί και αυτοί ενώ αγαπημένα πρόσωπα είχαν ήδη πεθάνει, όπως και ένα αίσθημα κενού από την απώλεια, την μοναξιά και απομόνωση όπως και την απώλεια της κοινωνικής ασφάλισης της ψυχολογικής ταυτότητας όπως και ο φόβος για ένα μέλλον που θα φέρει μια από τα ιδία (Odets, 1994: 439) .

Η Peggy Phelan (1995) αξιοποιεί την «ημερολογιακή» βιογραφική απόδοση της πορείας ενός γκέι άνδρα προς το θάνατο από Aids και του πένθους, του επί είκοσι δύο χρόνια συντρόφου του, προκειμένου να δημιουργήσει έναν χώρο για το δικό της λεσβιακό πένθος για τη νεκρή από ανορεξία σύντροφό της και να υποστηρίξει ότι οι λεσβίες και οι γκέι άνδρες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το θάνατο εξαιτίας της επιβεβλημένης σ' αυτές/ούς βίωσης του κοινωνικού θανάτου της ομοφοβίας.

torture 7

Η Μπάτλερ (2000) αναφέρει την επιθυμία της Αντιγόνης να φροντίσει το σώμα του νεκρού αδελφού της λέγοντας ότι προσφέρει μια αλληγορία για την κρίση της συγγενειακής και εθνικής συνάφειας, που ανάγεται σε προϋπόθεση του ανθρώπινου: ποιες κοινωνικές διευθετήσεις αναγνωρίζονται ως νόμιμη αγάπη και ποιες ανθρώπινες απώλειες μπορούν να θρηνηθούν ως πραγματικές και επώδυνες απώλειες; Η Butler αναφέρεται στις πολιτικές δυνατότητες της κατάχρησης, που αναδύονται στο πλαίσιο του παραβατικού πένθους της Αντιγόνης: «Αν η συγγένεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση του ανθρώπινου, τότε η Αντιγόνη παρέχει τη δυνατότητα για ένα νέο πεδίο του ανθρώπινου, το οποίο επιτυγχάνεται μέσω της πολιτικής κατάχρησης που συμβαίνει όταν το λιγότερο από ανθρώπινο μιλά ως ανθρώπινο, όταν το φύλο αποδιαρθρώνεται και όταν η συγγένεια παραπαίει πάνω στους θεμελιώδεις νόμους της» (Butler 2000:82).

Όπως το θέτει η Αθηνά Αθανασίου (2007: 239) για το πένθος των «Γυναικών στα Μαύρα» και γενικότερα, το πένθος των γυναικών που επιτελείται σε δημόσιο χώρο όπως αυτό αναλύθηκε από τη Loraux (2002), οι μετά θάνατον δημόσιες μαρτυρίες για τις εξοστρακισμένες ζωές των ασθενών του Aids μπορεί να αποτελέσουν αφετηρία για μια άλλη πολιτική, μια πολιτική που αντιτίθεται ενεργά στα ίδια τα όρια που καθιστούν το πολιτικό κανονιστικά διανοητό (Γιαννακόπουλος, 2010).

Το πένθος είναι καθήκον των γυναικών, ένα καθήκον όμως που επιβάλλεται να παραμένει εκτός των πολιτικών τειχών της πόλης, στα όρια του οίκου. Γιατί το πένθος, και μάλιστα το πένθος που επιτελείται από γυναίκες σε δημόσιο χώρο, είναι απειλητικό, λέει η Loraux (2002) δυνάμει ακριβώς των αντιπολιτικών συνδηλώσεών του. Αυτό που η Loraux (2002) αποκαλεί «αντιπολιτικό» (και όχι απολιτικό, το οποίο θα παρέπεμπε σε μια προβληματική έννοια ουδετερότητας και απεμπλοκής) αναφέρεται στην πολιτική πράξη που αντιτίθεται ενεργά στα ίδια τα όρια τα οποία καθιστούν το πολιτικό κανονιστικά διανοητό. Αναφέρεται, όπως γράφει η ίδια, «στο άλλο του πολιτικού», αλλά επίσης σε μια άλλη πολιτική.

Συμπεράσματα

Η ανθρώπινη ζωή από την γένεσή της παίρνει αξία ή απαξία, μέσα από κοινωνικοπολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια. Έτσι άλλοι γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν χαράζοντας ένα ισχυρό ίχνος στον χάρτη της ζωής, ίχνος άξιο μνήμης και πένθους και άλλοι απλά γεννιούνται ζουν και πεθαίνουν σβήνοντας χωρίς να αφήσουν κάποιο σημάδι μνήμης στον χάρτη της ζωής. Έτσι στην συλλογική μνήμη κάποιοι ανάλογα με την σημαντικότητα της ζωής τους εγγράφονται ανεξίτηλα ενώ κάποιοι άλλοι αποτελούν απλά ένα «γυμνό θάνατο» όπως «γυμνή» ήταν και η ζωή τους.

Το πένθος κατά τον Φρόιντ (2000) ειναι απαραίτητο για την επούλωση του τραύματος από την απώλεια και η μη τέλεσή του μπορεί να προκαλέσει μελαγχολία, η οποία κατά την Αθανασίου μπορεί να γίνει συλλογική η ακόμα και εθνικό μέτωπο πολεμικής ετοιμότητας όταν μιλάμε για τον θάνατο χιλιάδων «γυμνών ζωών» που δεν πενθήθηκαν. Να τιμήσουν όλους αυτούς που δεν πενθήθηκαν επιχειρούν οι «Γυναίκες στα Μαύρα» αφού το γυναικείο επιτελεστικό παραστασιακό συναισθηματικό έργο του πόνου, του θρήνου και της μαρτυρίας, μια πρακτική πολιτισμικής ισχύος των γυναικών στην ανδροκρατούμενη κοινωνική τάξη, επινοεί ένα εννοιολογικό λεξιλόγιο που συγχωνεύει κατηγορίες παράστασης με κατηγορίες αισθήματος στην παραστασιακή επιτέλεση του πένθους.

«Γυμνές ζωές» που χάνονται χωρίς δικαίωμα πένθους και συλλογικής μνήμης είναι και αυτές των ασθενών μe Aids αφού έτσι καθορίζουν τα κανονιστικά πλαίσια της ετεροσεξουαλικότητας και της ομοφοβίας. Αυτό πολλές φορές φέρει σαν αποτέλεσμα κατάθλιψη, άγχος, ενοχή, αίσθημα κενού από την απώλεια, μοναξιά καθώς και την απομόνωση των ομόφυλων συντρόφων των ασθενών που πέθαναν από Aids.

Του εκπαιδευτικού Μαδυτινού Ευστράτιου Δν/τη της ΕΠΑ.Σ Μυτιλήνης

Βιβλιογραφία

Agamben, Giorgio. 2005. Homo Sacer: Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή, μτφρ. Π. Τσιαμούρας Αθήνα: Scripta,.

Butler, J .2000. Antigone's Claim: Kinship Between Life and Death (Νέα Υόρκη: Columbia University Press,), σελ. 82

Butler J, 1997, The Psychic Life of Power: Theories in Subjection. Stanford University Press, σ. 185.

Γιαννακόπουλος Κ. 2010 « Ζωές χωρίς μαρτυρία: AIDS, μνήμη και συγγένεια» στο Κανάκης Κ. (επιμέλεια) Γλώσσα και σεξουαλικότητα: Γλωσσολογικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις. Εκδόσεις Εικοστός Πρώτος, Αθήνα 2010 (υπό έκδοση)

Crimp, Douglas. 1989. "Mourning and Militancy", October 52, Winter

Crimp, D. 2002. Melancholia and Moralism. Essays on AIDS and Queer Politics. Κέμπριτζ, Μασαχουσέτη: MIT

Crimp, D. 1992. «Portraits of People with AIDS» in Cultural Studies. Routledge N.Y London

Derrida J, 1995. Τhe Gift of Death, Univ. of Chicago Press, p. 45.

Derrida J, 2001. The Work of Mourning, επιμ. Pascale-Anne Brault και Michael Naas Σικάγο: University of Chicago Press, σ. 110.

Phelan, Peggy. 1995. "Dying Man with a Movie Camera: Silverlake Life: The View from Here", GLQ 2, no. 4, 380

Loraux N, 2002. The Mourning Voice: An Essay on Greek Tragedy, μτφρ. Elizabeth Trapnell Rawlings, πρόλογος Pietro Pucci (Ίθακα: Cornell University Press,), σ. 23.

Μπάτλερ Τζ. 2009 (Μτφ Αθανασίου Κ) . Ευάλωτη ζωή - Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας. Νήσος

Martin, E, 1991. "The Egg and the Sperm: How Science has Constructed a Romance based on Stereotypical Male-Female Roles", Signs 16 (31), 485-501

Odets, W. (1994) AIDS Education and Harm Reduction for Gay Men: Psychological Approaches for the 21st Century. AIDS & Public Policy Journal. 9, 1: 1 - 15.

Πλεξουσάκη, Ε. 2000. «Η διαχείριση της ετερότητας: αφηγήσεις για το AIDS» Στο Καυταντζόγλου Ρ. & Πετρονώτη Μ. (επιμ.), Όρια και περιθώρια. Εντάξεις και αποκλεισμοί. Αθήνα: ΕΚΚΕ, 109-129

Σόντακ, Σ. 1993. Η Νόσος ως Μεταφορά: Το AIDS και οι Μεταφορές του, μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και Στέφανος Ροζάνης. Αθήνα: Ύψιλον.

Φουκό, Μ. 1978. Ιστορία της σεξουαλικότητας. Η δίψα της γνώσης. Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.

Φρόιντ, Σ. 2000. Δοκίμια Μεταψυχολογίας «Πένθος και μελαγχολία». Στο Φρόιντ Σ. Δοκίμια Μεταψυχολογίας. Μτφρ. Θ. Παραδέλλης, Αθήνα : Καστανιώτης, 110-130

Πηγή: http://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=53&ved=0CEwQFjACODI&url=http%3A%2F%2Fepas-mytil.les.sch.gr%2F12.doc&ei=U_AYUMWYHc-M0wXRrYDgDQ&usg=AFQjCNFDIczyryGG087WU7e4-KY39l4JiA

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ