Menu
14 / 11 / 2018 - 04:49 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 105

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

7.2 Πρώτη προσέγγιση στη σημερινή ελληνική πολιτική κουλτούρα. Τι μας λένε οι «έφηβοι/-ες της Μεταπολίτευσης»;

Για να μιλήσουμε για τη σημερινή ελληνική πολιτική κουλτούρα, πρέπει να ανατρέξουμε στην πιο πρόσφατη μεγάλη τομή που σημειώθηκε στην ελληνική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και επέδρασε καταλυτικά και στο πολιτισμικό πεδίο. Αναφέρομαι στη Μεταπολίτευση.

Πράγματι, η ελληνική πολιτική κουλτούρα σημείωσε σημαντικές μεταβολές στο κλίμα ευφορίας της Μεταπολίτευσης, κάτι που δεν είναι βέβαια ανεξάρτητο από το ότι το μεταδικτατορικό πολιτικό σύστημα ήταν το πιο «ανοιχτό» σύστημα που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα (Diamandouros, 1983, σ. 53). To ότι ο συσχετισμός των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων ήταν μετά την πτώση της δικτατορίας ευνοϊκός για τη διεύρυνση και την προώθηση της δημοκρατίας (Μάνεσης, 1980) υλοποιήθηκε και με τον επίσημο τερματισμό των προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων που καθιέρωναν, από την εποχή του εμφυλίου πολέμου και 25 χρόνια μετά τη λήξη του, τη διάκριση ανάμεσα σε εθνικόφρονες και μη πολίτες, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, την κατάργηση της μοναρχίας μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα κ.λπ.[102]. Όλες αυτές οι αλλαγές μετά το τέλος της δικτατορίας δεν μπορούσε παρά να έχουν σημαντικές επιδράσεις στην εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, για την ουσιαστική μελέτη της οποίας πρέπει βεβαίως να ανατρέξουμε στη μακρά ιστορική πορεία διαμόρφωσής της που αναφέρεται σε αρκετούς αιώνες πριν από τον 20ό, ως προς συγκεκριμένες πολιτισμικές παραμέτρους[103]. Πάντως, μιλώντας για τη Μεταπολίτευση τώρα, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η ελληνική πολιτική πραγματικότητα και η συνακόλουθη κουλτούρα της εποχής περιλάμβαναν πλέον στοιχεία φιλελευθερισμού, ανύπαρκτα την εποχή που οι γονείς των νέων που συμμετείχαν στα γεγονότα τα οποία επιτάχυναν την πτώση της δικτατορίας, ήταν στην ηλικία τους.

Ενώ κάθε πολιτική κουλτούρα είναι βέβαια συνεχώς εξελισσόμενη, ο χαρακτήρας και η βαρύτητα των νεωτερικών στοιχείων που διαφαίνονται στο πλαίσιο της ελληνικής μετά το 1974 μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για ενδείξεις σημαντικής μετεξέλιξης, ή για έντονα μεταβαλλόμενη την περίοδο εκείνη, ελληνική πολιτική κουλτούρα. Όμως, παρόλο που η κυρίαρχη ιδεολογία της μεταπολιτευτικής περιόδου, δηλαδή ο «εκσυγχρονισμός» και ο εκδημοκρατισμός των πολιτικοκοινωνικών δομών δεν αμφισβητείται από την πλειονότητα του ελληνικού λαού (Περδικάρης, 1984), η μεταβίβαση της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας μέσω της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης είναι, όπως είπαμε ήδη, πολύπλοκη και δεν επιτρέπει απλοποιητικά και σχηματικά συμπεράσματα. Ο μεγαλύτερος φιλελευθερισμός στο πολιτικό περιβάλλον μετά το 1974 δεν συνεπάγεται, αναγκαστικά και αυτόματα, αντίστοιχο φιλελευθερισμό και στο γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον, ενώ η «ατροφική κοινωνία πολιτών» της εποχής, ή, ορθότερα, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της κοινωνίας πολιτών[104], συμβάλλει στη μεγάλη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα της ελληνικής οικογένειας, η οποία τείνει συνήθως προς την κατεύθυνση της αναπαραγωγής της παραδοσιακής πολιτικής κουλτούρας, σε αντίθεση με τις «εκσυγχρονιστικές» τάσεις του πολιτικού συστήματος. Θα πρέπει, εντούτοις, να σημειώσουμε τις σημαντικές παρεμβάσεις που συντελούνται στον τομέα της παιδείας τη συγκεκριμένη περίοδο, μέσω μέτρων που αγγίζουν άμεσα τα παιδιά και επιδρούν κοινωνικοποιητικά στη σχολική καθημερινότητα: Εκδημοκρατισμός του θεσμού των μαθητικών κοινοτήτων, αλλαγές στο πρόγραμμα και το περιεχόμενο των μαθημάτων, κατάργηση της ποδιάς κ.λπ.

Δεν αποτελεί βέβαια ελληνική ιδιαιτερότητα αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και τον εκσυγχρονισμό, αφού είναι «συνηθέστατη φυσιολογική και ίσως αναπόφευκτη συνάρτηση της διαδικασίας δόμησης των περιφερειακών κοινωνικών σχηματισμών» (Τσουκαλάς, 1996, σ. 257). Αυτό που θα ήθελα να υπογραμμίσω με αυτές τις σκέψεις είναι αφενός το διαφορετικό διάχυτο πολιτικό κλίμα στο οποίο διεξάγεται η πρώιμη πολιτική κοινωνικοποίηση παιδιών και εφήβων στην αρχή της Μεταπολίτευσης σε σχέση με το άμεσο παρελθόν, και αφετέρου ότι το πιο φιλελεύθερο κλίμα σε ένα πεδίο, στο πολιτικό εν προκειμένω, δε συνεπάγεται αναγκαστικά και άμεσα ουσιαστικές μεταβολές στις κοινωνικές στάσεις και αντιλήψεις, αφού άλλοι κοινωνικοποιητικοί παράγοντες παρουσιάζουν αντιστάσεις ως προς τον εκδημοκρατισμό τους. Έτσι είναι αναμενόμενο να διαφανούν στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις παιδιών και εφήβων τόσο στοιχεία της «εκδημοκρατισμένης» ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, ενδεικτικά των σχετικών τάσεων μετεξέλιξής της, όσο και στοιχεία που παραδοσιακά την χαρακτηρίζουν. Κάτι που επιβεβαιώνουν έρευνες της πολιτικής κοινωνικοποίησης της γενιάς των εφήβων που αποκαλούμε «εφήβους της Μεταπολίτευσης»[105], αλλά και κάτι που επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη της εφηβείας, από τη σκοπιά της πολιτικής κοινωνικοποίησης, αφού σε αυτήν μπορούμε να εντοπίσουμε πολιτισμικές εξελίξεις εν τω γίγνεσθαι.

politismiki pantelidou 106

Μιλώντας για «εφήβους της Μεταπολίτευσης» αναφέρομαι σε συγκεκριμένη γενιά που πέρασε την παιδική ηλικία της στην αρχική φάση της Μεταπολίτευσης και έτσι είχε πρώιμες κοινωνικοποιητικές εμπειρίες με βάση το κλίμα της περιόδου εκείνης. Από τη γενιά αυτή, επιλεγμένο δείγμα 1045 εφήβων, 12-15 ετών από την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας το 1982, με σκοπό τη διερεύνηση και την αποτύπωση της πολιτικότητάς της, και στόχο τη συμβολή στη μελέτη της συνολικής ελληνικής πολιτικής κουλτούρας[106]. Όπως θα δούμε αναλυτικά και συγκριτικά στη συνέχεια, με βάση εμπειρικά δεδομένα της έρευνας αυτής, δημιουργείται η εντύπωση ότι για τη μεγάλη πλειονότητα της γενιάς εφήβων που έζησαν το πέρασμα από τη δικτατορία στη δημοκρατία σε μικρή ηλικία, και τα οποία μαζικά αντιλαμβάνονται ως άνιση την αντιμετώπιση των πολιτών από το κράτος, το φαινόμενο αυτό θεωρείται δεδομένο, αμετάβλητο στο χώρο και στο χρόνο, αποδεκτό κατά κάποιο τρόπο ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής πραγματικότητας και το οποίο δεν αμφισβητείται. Αλλά πέρα και έξω από τη σταθερά αυτή, οι έφηβοι/-ες θεωρούν ότι οι πολίτες μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία. Η τελευταία γίνεται αντιληπτή από τους/ις εφήβους ως εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη από το κράτος, στο πλαίσιο της οποίας συντελούνται μεταβολές και εξελίξεις, ενώ αυτό το τελευταίο παραμένει σταθερό και αμετάβλητο. Δηλαδή είναι εμφανής η μεγάλη διάδοση της πρόσληψης του κράτους και της πολιτικής ως δύο ξεχωριστών και ασύμπτωτων χώρων, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πλέγματος των πολιτικών προσλήψεων των εφήβων της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μιας γενιάς που διήλθε την παιδική ηλικία της, όπως είπαμε, στο «κλίμα» της Μεταπολίτευσης και είχε ως βασική πρώιμη κοινωνικοποιητική εμπειρία τις ταχύτατες πολιτικές αλλαγές.

Τα παιδιά αυτά που μπήκαν στην εφηβεία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εξέφραζαν κατά τρόπο ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τις τάσεις μετεξέλιξης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας που δρομολογήθηκαν από τη Μεταπολίτευση, αλλά και τις εσωτερικές αντιφάσεις της, στο μέτρο που η συνολική πολιτική φυσιογνωμία τους χαρακτηριζόταν από τη συνύπαρξη παραδοσιακών και «εκσυγχρονισμένων»/συμμετοχικών στάσεων και αντιλήψεων, στο πλαίσιο των οποίων κυριαρχούσαν οι αριστερές ιδεολογικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας και η αριστερή αυτοτοποθέτηση. Έτσι, η εικόνα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας η οποία αναδύεται από τη μελέτη των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων των συγκεκριμένων εφήβων που αποκαλούμε «εφήβους της Μεταπολίτευσης», είναι σύνθετη και αντιφατική. H ελληνική πολιτική κουλτούρα προβάλλει ως συνδυασμός συμμετοχικών και δημοκρατικών στοιχείων που υπερισχύουν στις περισσότερες περιπτώσεις έναντι των παραδοσιακών, ενώ βαρύνουν ως βιωματικές σταθερές στο πλαίσιό της τόσο η αντίληψη για την «αυτοθυσία για την πατρίδα», όσο και αυτή σε σχέση με το κράτος το οποίο, παρά την ηλικιακή σύνθεση του δείγματος, δεν προσλαμβάνεται ως «ουδέτερος διαιτητής», αλλά ως «μέρος του παιχνιδιού» που ευνοεί τους μεν σε βάρος των δε. H αντίληψη όμως αυτή δεν προκαλεί ούτε μαχητική διάθεση για την ανατροπή της κατάστασης στην οποία αναφέρεται, ούτε, όπως είπαμε, αποθαρρύνει την πολιτική συμμετοχή σε επιμέρους θέματα. Μοιάζει, αντίθετα, να γίνεται αποδεκτός ο χαρακτήρας του κράτους που κάνει διακρίσεις ως αιώνια δεδομένη και αμετάβλητη σταθερά, η οποία ωστόσο δεν αποτελεί ανασχετικό παράγοντα για την ατομική πολιτική εμπλοκή. H φαινομενική αυτή αντίφαση οφείλεται στο χαρακτήρα της αντίληψης για την ανισότιμη αντιμετώπιση των πολιτών από το κράτος, μια αντίληψη η οποία δεν αποτελεί έκφραση της κοινωνικής (ταξικής) συνείδησης στην κατηγορία ηλικιών στην οποία αναφερόμαστε, ούτε συνεπώς παραπέμπει στον ταξικό χαρακτήρα του κράτους. Αλλά μάλλον εστιάζει στα άτομα που στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό, και εκφράζει στερεοτυπικές αντιλήψεις. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αντίληψη αυτή έχει όντως γενικότερα το χαρακτήρα σταθεράς στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, με βαθιές ιστορικές αναφορές στις εμπειρίες από τη διαμόρφωση του νεο-ελληνικού κράτους και της δημόσιας διοίκησης στη χώρα (Πετμεζίδου Τσουλουβή, 1987, Κατρούγκαλος, 2013)[107]. Η δε κριτική αμφισβήτηση παραδοσιακών στοιχείων της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας ή «σταθερών», στην αρχή της εφηβείας, ανάγεται σε προνόμιο των κοινωνικών στρωμάτων που έχουν τόσο τα (γνωστικά) εφόδια να το κάνουν, αποκτώντας γνώσεις και αναπτύσσοντας νωρίτερα κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς, όσο και μεγαλύτερη εξοικείωση με δημοκρατικές και συμμετοχικές διαδικασίες σε διάφορα κοινωνικά πλαίσια.

politismiki pantelidou 107

Όσο για τις τάσεις εξέλιξης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας με βάση ενδείξεις από την πολιτική φυσιογνωμία εφήβων της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, φαίνεται ότι το πρώτο που διαφαίνεται είναι όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνύπαρξη παραδοσιακών και νεωτερικών συμμετοχικών στοιχείων στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις ως αναμφισβήτητο χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας.

H ενίσχυση των δεύτερων σε βάρος των πρώτων είναι επίσης σαφής όσο προχωρούν οι έφηβοι προς την κυρίως εφηβεία, με βάση τα συγχρονικά στοιχεία που διαθέτουμε από τα 12 στα 15, ενώ παράλληλα υπάρχουν ορισμένες παραδοσιακές αντιλήψεις που εμφανίζουν μεγάλη αντίσταση. Όπως για παράδειγμα η αντίληψη για τη σημασία της αυτοθυσίας για την πατρίδα, και άλλες που εξαπλώνονται ακόμα περισσότερο προς την κυρίως εφηβεία, όπως είναι η αντίληψη για την άνιση αντιμετώπιση των πολιτών από το κράτος, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, η οποία δεν παραπέμπει στην «ταξική φύση» του κράτους, αλλά στα άτομα τα οποία στελεχώνουν τη δομή του. Αντιλήψεις που εντάσσονται κατά ιδιότυπο τρόπο σε ένα συνολικό σύστημα δημοκρατικών και συμμετοχικών αντιλήψεων, με το οποίο δε φαίνεται να έρχονται σε ρήξη. Ωστόσο συνολικά, με βάση την εικόνα των εφήβων της Μεταπολίτευσης, η ελληνική πολιτική κουλτούρα εμφανίζεται αρκετά συμμετοχική και δημοκρατική, αφού είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι «η πολιτική πρέπει να απασχολεί όλους», δεν αποτελεί δηλαδή προνομιακό χώρο ειδικών κατηγοριών πολιτών, ενώ συγχρόνως η εμπλοκή στα κοινά θεωρείται και υποχρέωση όλων.

Επιπλέον, η παρέμβαση των πολιτών αντιμετωπίζεται ως αποτελεσματική, και η αντίδρασή τους σε περίπτωση διαφωνίας με κάποια κυβερνητική απόφαση αντιμετωπίζεται δεοντολογικά θετικά. Εξάλλου, σε αντίθεση με τρέχουσες απόψεις σχετικά με ορισμένα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, οι έφηβοι που συγκροτούν το δείγμα στο οποίο αναφερόμαστε εδώ εμφανίζονται, τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, να αποδίδουν ιδιαίτερο βάρος στο δημόσιο συμφέρον (κάτι που όπως θα δούμε θα μεταβληθεί μια δεκαετία αργότερα στην αντίστοιχη κατηγορία ηλικιών), ενώ παράλληλα αναπτύσσουν τάσεις αυτοκατεύθυνσης: Για παράδειγμα, δε θεωρούν αναμενόμενο να υποστηρίζουν το κόμμα που υποστηρίζει ο πατέρας, σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι παιδιά αντίστοιχης ηλικίας σε άλλες κοινωνίες (Βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σσ. 132-133). Τα δύο παραπάνω στοιχεία βέβαια επηρεάζονται από την κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των συγκεκριμένων εφήβων που συγκροτούν το δείγμα, δεν παύουν όμως να παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον αν υποθέσουμε ότι χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατηγορία ηλικιών ως γενιά, λόγω της ιδιαίτερης θέσης της στο ιστορικοπολιτικό γίγνεσθαι, και συνακόλουθα χαρακτηρίζουν ως τάση εξέλιξης τη συνολική ελληνική πολιτική κουλτούρα.

Από την εικόνα που δίνουν οι ίδιοι οι έφηβοι για τη θέση τους στο χώρο της πολιτικής κατά την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης, φαίνεται ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα δεν αποκόβει τα παιδιά από το πλαίσιό της, το οποίο και γνώριμό τους είναι σε μεγάλο βαθμό, και στο οποίο εντάσσονται σε αρκετά μεγάλο ποσοστό. Βέβαια, ξέρουμε ότι συχνά οι (μικροί/-ές, ιδιαίτερα) έφηβοι/-ες γίνονται απλώς ανεκτοί/-ές ως παρουσίες σε πολιτικές συζητήσεις ενηλίκων και όχι αποδεκτοί/-ές ως πολιτικοί συνομιλητές (Παντελίδου Μαλούτα, 1986, σ. 60). Ωστόσο δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα είναι πιο ανεκτική στη σχέση «παιδιά και πολιτική» από ό,τι για παράδειγμα, η γαλλική. Ενδεικτικά αναφέρω ότι την ίδια περίοδο η Percheron, 1978, σσ. 11-12, τονίζει τη μεγάλη απέχθεια της γαλλικής κοινωνίας απέναντι σε οτιδήποτε συσχετίζει τα παιδιά με την πολιτική και την παραλληλίζει με την απέχθεια της συσχέτισης της παιδικής ηλικίας με τη σεξουαλικότητα.

politismiki pantelidou 108

Ενώ η έκφραση ιδεολογικών τάσεων είναι ουσιαστική στην αρχική εφηβεία τη δεκαετία του 1980, με την έννοια ότι ερευνητικά εντοπίζονται διαφορές στα σχετικά συστήματα αντιλήψεων, οι διαφορές αυτές είναι άλλοτε εντονότερες μεταξύ αριστερών και δεξιών εφήβων και άλλοτε μεταξύ όσων δηλώνουν και όσων δεν δηλώνουν ιδεολογικές τάσεις. Οι δε τελευταίοι/-ες είναι φανερό ότι χαρακτηρίζονται από ένα συγκεκριμένο σύστημα αντιλήψεων το οποίο με συνέπεια βρίσκεται πιο κοντά στο αντίστοιχο των δεξιών, στοιχείο ενδεικτικό του χαρακτήρα της κυρίαρχης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Ωστόσο, όσο προχωρούν οι μικροί/-ές έφηβοι/-ες προς την κυρίως εφηβεία, τόσο περισσότερο ριζοσπαστικοποιούνται. Για παράδειγμα, ενώ το ποσοστό δεξιών εφήβων παραμένει σταθερό από τα 12 ως τα 15 στο 17,9%, αυτό των αριστερών εφήβων περνά από το 20,8% στο 28,6% με παράλληλη αύξηση στην επιλογή δυναμικών τρόπων έκφρασης πολιτικής διαφωνίας (15,3% με 18,8% για τη διαδήλωση και 11,5% με 21% για την απεργία). Αλλά και γενικότερα, εκτός από τη μεγαλύτερη αποδοχή των πρακτικών που συνδέονται με τους κοινωνικούς αγώνες, η αριστερή τοποθέτηση στους/ις εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης συνοδεύεται και από μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον, πιο συμμετοχικές πολιτικές στάσεις και από απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας σε θέματα «δημοσίου συμφέροντος». To φαινόμενο αυτό βέβαια ούτε καινούριο είναι, ούτε αποκλειστικά ελληνικό: Πάντα οι σημαντικές αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος και το άνοιγμα του τελευταίου στην κοινωνία, σε συνδυασμό με ουσιαστικές και ανατρεπτικές ακόμα θεσμικές παρεμβάσεις σε πολλούς τομείς, επιδρούν κοινωνικοποιητικά πρωτίστως και αποτελεσματικότερα (όπως ήδη είπαμε στο Κεφάλαιο 2.2) στις κατηγορίες ηλικιών που βρίσκονται σε φάσεις διαμόρφωσης. Δεν παύει όμως αυτό να δημιουργεί αναμονές για μελλοντικές μεταβολές στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτικού συστήματος, στο μέτρο που οι ιδιαιτερότητες οι οποίες χαρακτηρίζουν τους/ις συγκεκριμένους εφήβους ως πολιτική γενιά (βλ. Κεφάλαιο 3), θα μπορέσουν να εκδηλωθούν στα πλαίσια ευνοϊκών συγκυριών. Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε ως ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στοιχείο τη θεαματική αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης των κοριτσιών από τα 12 ως τα 15 τη δεκαετία του 1980, που δεν μπορεί να είναι άσχετη με την αυξημένη έλξη που ασκούν κόμματα του αριστερού χώρου στις μεσήλικες γυναίκες σήμερα, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Αλλά θα πρέπει να θυμηθούμε και την άνθιση της φεμινιστικής αμφισβήτησης μετά τη δικτατορία, καθώς και από το 1981, την πολιτική του ΠΑΣΟΚ για τις γυναίκες, τον λόγο της εποχής περί «ισότητας των φύλων», και τα συγκεκριμένα μέτρα που θεσμοθετήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση (Παντελίδου Μαλούτα, 1998).

Στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και με σημείο αναφοράς την εφηβεία -που βεβαίως διαφοροποιεί τα δεδομένα, αλλά είναι και ενδεικτική τάσεων- φαίνεται ότι η κοινωνική προέλευση αποτελεί πολύ σημαντική μεταβλητή ως προς το βαθμό διάδοσης παραδοσιακών και συμμετοχικών στάσεων και αντιλήψεων. Πέρα από τις καθαρά πολιτικές/ιδεολογικές μεταβλητές (αυτοτοποθέτηση στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς), η υψηλότερη κοινωνική θέση (με βάση το επάγγελμα του πατέρα), συνεπάγεται σαφώς και πιο συμμετοχικές πολιτικές στάσεις, με τα δεδομένα της δεκαετίας του 1980. Είναι αναμενόμενο ότι το υψηλότερο επίπεδο πληροφόρησης και (έτσι) η πιο ανεπτυγμένη υποκειμενική αντίληψη για την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης του φορέα της στην πολιτική διαδικασία, στοιχεία που βεβαίως χαρακτηρίζουν περισσότερο τα πιο προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, επιδρούν στον τρόπο με τον οποίο αυτά προσλαμβάνουν τη συνολική πολιτική διαδικασία. To επίπεδο ενημέρωσης ανάγεται έτσι στην εφηβεία και στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, τουλάχιστο στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, σε εξαιρετικά προσδιοριστική μεταβλητή στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις, ενώ η ανύψωσή του ευνοεί τη διάδοση συμμετοχικών πολιτικών στάσεων και τον εκδημοκρατισμό των αντιλήψεων. Αντίστοιχη επίδραση έχουν τόσο ο μειωμένος βαθμός αυταρχισμού στην οικογένεια, όσο και η επαφή με δημοκρατικές και συμμετοχικές διαδικασίες στο πλαίσιο του σχολείου. Είναι φανερό και εμπειρικά τεκμηριωμένο και στη συγκεκριμένη περίπτωση των «εφήβων της Μεταπολίτευσης», ότι τα παιδιά που προέρχονται από κοινωνικά στρώματα στα οποία, κατά τεκμήριο, η δομή και η λειτουργία της οικογένειας είναι λιγότερο αυταρχική, καθώς και αυτά που φοιτούν σε σχολεία όπου οι μαθητικές κοινότητες λειτουργούν ουσιαστικότερα και στα οποία οι ιεραρχικές δομές είναι λιγότερο δύσκαμπτες (για παράδειγμα, στο πρότυπο δημόσιο και το επίλεκτο ιδιωτικό τα οποία τροφοδοτούν μέρος του δείγματος της έρευνας στην οποία αναφερόμαστε) εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και πιο συμμετοχικές τάσεις (Βλ. και παραπάνω Κεφάλαιο 2).

politismiki pantelidou 109

Όσον αφορά ιδιαίτερα το επίπεδο ενημέρωσης είναι ολοφάνερες οι κοινωνικές προεκτάσεις της επίδρασής του. Όσο ανεβαίνει το γενικό μορφωτικό επίπεδο και διευκολύνεται έτσι η πρόσβαση στην ενημέρωση που μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί ευκολότερα, τόσο δημιουργούνται περισσότερες προϋποθέσεις ανάπτυξης συμμετοχικών στάσεων στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας στη μεταπολιτευτική κοινωνικοπολιτική συγκυρία, ενώ, παράλληλα, οι διαφορές στην πολιτική εμπλοκή ανάλογα με το φύλο μειώνονται. Βέβαια, το θέμα της ενημέρωσης δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό. Είδαμε στην έρευνα, στοιχεία της οποίας αναφέρονται εδώ, ότι η μεγαλύτερη ποσότητα ενημέρωσης ωθεί τους/ις εφήβους/-ες να αμφισβητούν παραδοσιακές αντιλήψεις για τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας για παράδειγμα, στοιχείο ενδεικτικό και του είδους της ενημέρωσης η οποία ήταν προσιτή σε αυτά τη δεδομένη στιγμή (1982). Ωστόσο, πέρα από τη διαμόρφωση συγκεκριμένων αντιλήψεων, η μεγαλύτερη ποσότητα ενημέρωσης αυτή καθεαυτή (για παράδειγμα, για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος ή για το ρόλο των πολιτικών κομμάτων) δημιουργεί μεγαλύτερες τάσεις συμμετοχής, αφού αυξάνει την αίσθηση ότι ο χώρος της πολιτικής είναι προσιτός. Επιπλέον, οι «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής κοινωνίας και συγκεκριμένα τα προβλήματα ηγεμονίας που αντιμετωπίζει η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα για συγκεκριμένους ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους, δημιουργούν μια εικόνα αναντιστοιχίας στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και σε συγκεκριμένες συγκυρίες μεταξύ των (συγκυριακά) κυρίαρχων στάσεων και αντιλήψεων (για παράδειγμα ο αντιαμερικανισμός) και των αντιλήψεων της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας[108].

H αναντιστοιχία αυτή είναι εντυπωσιακή στους μικρούς εφήβους, αφού εμφανίζεται έντονα στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα και στα παιδιά με το υψηλότερο επίπεδο ενημέρωσης, τα οποία, σύμφωνα με μια αντίληψη, θα ήταν αναμενόμενο να έχουν μαζικότερα ως σημείο αναφοράς την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα. Στην έρευνα του 1982 η οποία τροφοδοτεί σε μεγάλο βαθμό την παρούσα προβληματική, είχα καταλήξει στο ότι είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο πως στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας τα πιο ενημερωμένα παιδιά από μεσαία κοινωνικά στρώματα, τα οποία έχουν θεμιτές αναμονές κοινωνικής ανόδου μέσω των σπουδών, είναι συγχρόνως και τα παιδιά που αμφισβητούν περισσότερο τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα και τις φιλικές προς αυτή ξένες χώρες, ενώ συγχρόνως, εμφανίζουν τα πιο νεωτερικά, συμμετοχικά και ριζοσπαστικά στοιχεία στα συστήματα πολιτικών στάσεων και αντιλήψεών τους (Παντελίδου Μαλούτα, 1987, σ. 534). Τριάντα χρόνια αργότερα, παρατηρούμε ότι στα γεγονότα διαμαρτυρίας της Αθήνας από τα εξεγερτικά συμβάντα του 2008, όπου (πολύ) νέοι/-ες πρωτοστάτησαν, μέχρι και τα γεγονότα των πλατειών του 2011, η παρουσία νέων (μαθητών/-ριών, φοιτητών/-ριών, νέων ανέργων) από μεσαία στρώματα ήταν πολύ μαζική ( Κιουπκιολής, 2011). Στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, η πολιτική κοινωνικοποίηση που διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με την κοινωνική θέση της οικογένειας, διευκολύνει την «πολιτικοποίηση» των παιδιών από υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, που έτσι ενίοτε, ανάλογα με την ευρύτερη συγκυρία, καταγράφονται ως πιο κριτικά ακόμη και απορριπτικά/ανατρεπτικά, απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα.

Οι μικρές διαφορές στις πολιτικές αντιλήψεις που συνδέονται με το φύλο και εντοπίζονται στους/ις εφήβους/-ες τη δεκαετία του 1980 αποτελούν ένδειξη ότι στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας τα διαφοροποιημένα πρότυπα πολιτικής εμπλοκής ανάλογα με το φύλο ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι η αρχή της εφηβείας είναι αντιπροσωπευτική ως προς το παραπάνω θέμα -αφού η διαφοροποίηση στους έμφυλους κοινωνικούς ρόλους γίνεται εντονότερη στην κατηγορία των νέων ενηλίκων- ούτε, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν διαφορές στα πρότυπα ως προς την πολιτική εμπλοκή αγοριών και κοριτσιών. Οι διαφορές όμως δεν είναι τόσο ποσοτικές, όσο διαφορές «τύπου» εμπλοκής, ενώ οι ανακολουθίες που διαπιστώθηκαν συνδέονται με τους μεταβαλλόμενους έμφυλους ρόλους στη σύγχρονη κοινωνία. Είναι αδιαμφισβήτητο, όμως, με βάση τα στοιχεία μας για τη δεκαετία του 1980, ότι μειώνονται οι διαφορές στις πολιτικές αντιλήψεις ανάλογα με το φύλο όσο προχωρούν τα παιδιά προς την κυρίως εφηβεία, ενώ τα κορίτσια που αργούν σε σχέση με τα αγόρια να «δεσμευτούν» πολιτικά (με κομματική και ιδεολογική ταυτότητα), αποκτούν ωριμότερες και έτσι, ίσως, δυσκολότερα μεταβαλλόμενες ιδεολογικο-πολιτικές ταυτότητες. Tα κορίτσια όμως, συνολικά, επιλέγουν περισσότερο συμβατικούς τρόπους εμπλοκής στην πολιτική διαδικασία και εκφράζουν περισσότερο αντιλήψεις της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας. To παραπάνω συνδέεται και με το σχετικά χαμηλότερο επίπεδο ενημέρωσης που τις χαρακτηρίζει, ενώ όσο χαμηλότερο είναι το κοινωνικό στρώμα προέλευσης, τόσο μεγαλύτερη είναι η διαφοροποίηση στις αντιλήψεις, τις στάσεις και την πολιτική εμπλοκή ανάλογα με το φύλο.

politismiki pantelidou 110

Από την εικόνα που αναδύεται για την πολιτικότητα των εφήβων στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, γίνεται φανερό ότι για την ανάπτυξη των συμμετοχικών στοιχείων της στο στάδιο της πρώτης διαμόρφωσής τους, είναι απαραίτητες θεσμοθετημένες παρεμβάσεις της πολιτείας στη δυναμική των κοινωνικών αλλαγών. Οι παρεμβάσεις αυτές με στόχο τη μείωση των κοινωνικών (και κατά δεύτερο λόγο αυτών που συνδέονται με το φύλο) ανισοτήτων στην πρόσβαση στην ενημέρωση και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, καθώς και την καταπολέμηση του αυταρχισμού στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην οικογένεια, θα αποτελούσαν σημαντικές επενδύσεις για τη δημοκρατική και συμμετοχική μετεξέλιξη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Γιατί οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις στις συμμετοχικές στάσεις και τις πολιτικές αντιλήψεις, οι οποίες συνδέονται με τη διαφοροποιημένη πρόσβαση στην ενημέρωση των ατόμων που κατέχουν διαφορετική θέση στο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και όταν εμφανίζονται τόσο έντονα μόνο στην αρχή της εφηβείας, αφήνουν αποτυπώματα στη συνολική ελληνική πολιτική κουλτούρα. Αποτελεί εξάλλου αντικείμενο εξαιρετικού επιστημονικού ενδιαφέροντος η διερεύνηση της εξέλιξης της επίδρασης της κοινωνικής προέλευσης στις πολιτικές στάσεις -επίδραση η οποία στην αρχή της εφηβείας είναι σε πολλές περιπτώσεις αντίθετη από αυτή που μια κοινή αντίληψη θα θεωρούσε ως αναμενόμενη- και η παράλληλη ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης στην κυρίως εφηβεία, έτσι ώστε να διαφανούν οι κοινωνικές διαφορές στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί, αν τα πιο ενημερωμένα παιδιά, που είναι κατά τεκμήριο τα παιδιά από υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, αναπτύσσουν γρηγορότερα κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς οι οποίοι τους επιτρέπουν να αμφισβητούν περισσότερο στην αρχή της εφηβείας αντιλήψεις της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, είναι αναμενόμενο ότι οι εμπειρίες στην κυρίως εφηβεία θα συμβάλουν στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης από τα «λαϊκά» στρώματα και, συνακόλουθα, στη διαμόρφωση των συστημάτων αντιλήψεών τους που μοιάζουν πρωτόλεια και ακατέργαστα στην αρχή της εφηβείας. Πρόσθετο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέλιξη των συστημάτων αντιλήψεων των εφήβων, καθώς και η ενδεχόμενη κοινωνική ενσωμάτωση των πιο ενημερωμένων παιδιών, που στην αρχή της εφηβείας εμφανίζουν υψηλές τάσεις συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία και, παράλληλα, υψηλά ποσοστά αμφισβήτησης. Κάτι που εξαρτάται από ευρύτερες εμπειρίες που θα έχουν ως γενιά, και, συνεπώς συνδέεται με τη συγκυρία που καθορίζει διαφορετικό «κλίμα περιόδου».

Αν πρέπει επιγραμματικά να συμπυκνώσουμε την εικόνα της πολιτικής κοινωνικοποίησης των μικρών εφήβων στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, όπως διαφαίνεται από τη συγκεκριμένη μελέτη των 1045 εφήβων από την Αθήνα το 1982 -μια εικόνα που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική κουλτούρα- πρέπει να πούμε ότι η οικογένεια φαίνεται να συμβάλλει πολύ ουσιαστικά στη διαδικασία αυτή, δημιουργώντας έντονες διαφοροποιήσεις ανάλογα με το εκπαιδευτικό επίπεδο και την κοινωνική της θέση. Κι αυτό, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να καλύψει τα κενά στις γνώσεις και την ενημέρωση και, γενικότερα, να συμβάλει στην υπέρβαση των κοινωνικών μειονεκτημάτων με τα οποία είναι φορτωμένα τα παιδιά από συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, που για κοινωνικούς και πολιτισμικούς λόγους δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στην ενημέρωση. Συγχρόνως, όμως, το σχολείο έχει μεγαλύτερη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα για τα παιδιά αυτά από ό,τι για άλλα, πιο προνομιούχα και με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης. Σε αυτό πρέπει να οφείλεται, εν μέρει, το ότι τα παιδιά από τα «λαϊκά» στρώματα, στην κατηγορία ηλικιών που μας απασχολεί εδώ, συμβάλλουν περισσότερο στην αναπαραγωγή «παραδοσιακών» αντιλήψεων της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας από ό,τι τα παιδιά που ανήκουν σε κοινωνικά στρώματα στα οποία αυτή αντιστοιχεί. Έτσι, ως συνολική διαδικασία, η πολιτική κοινωνικοποίηση της νέας γενιάς στην Ελλάδα εμφανίζει έντονες κοινωνικές διαφορές (ταξικές πρωτίστως), αλλά και ως προς τους φορείς οι οποίοι συμβάλλουν προνομιακά στη διαμόρφωση της πολιτικής κοσμοαντίληψης των νέων.

politismiki pantelidou 111

Αν δούμε την πολιτική κοινωνικοποίηση ως επιβιωτική λειτουργία του πολιτικού συστήματος -για να επανέλθουμε στην κυρίαρχη, αμερικανική ιδιαίτερα, πολιτολογική αντίληψη για τη διαδικασία αυτή (βλ. παραπάνω, Κεφάλαιο 1)- άρα ως νομιμοποιητική λειτουργία του κράτους, η πολιτική κοινωνικοποίηση παιδιών και εφήβων στην Ελλάδα εμφανίζεται από την παραπάνω σκοπιά ως ελάχιστα επιτυχής. Γιατί, παρόλο που όπως είπαμε οι αντιλήψεις των εφήβων του δείγματός μας για τις σχέσεις κράτους και πολιτών δεν παραπέμπουν στην ταξική φύση του κράτους, το γεγονός ότι 68,9% των παιδιών του δείγματος που απαντούν σε σχετική ερώτηση, έχουν την αντίληψη ότι το κράτος δεν αντιμετωπίζει ισότιμα τους πολίτες (μια αντίληψη της οποίας η διάδοση αυξάνεται από τα 12 ως τα 15) αποτελεί σημαντική προεικόνα για τις μετέπειτα πιο κοινωνικές αντιλήψεις τους για το κράτος. To στοιχείο αυτό και μόνο, που μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαιτερότητα της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας -και που σχετίζεται, βεβαίως, με τη διαδικασία διαμόρφωσης, τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία του νεο-ελληνικού κράτους- ενισχύει την άποψη ότι η πρόσληψη της πολιτικής κοινωνικοποίησης αποκλειστικά ως επιβιωτικής λειτουργίας είναι περιοριστική, σχηματική και τελικά απολύτως λανθασμένη. Όχι μόνο διότι στο επίπεδο της θεωρίας δημιουργεί ερωτηματικά που δύσκολα απαντώνται (βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 1), αλλά και γιατί εμπειρικά διαψεύδεται.

Αν πρέπει δε, με βάση την έρευνα για τους εφήβους/-ες στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, να πούμε ποιες ερευνητικές προεκτάσεις διαφαίνονται ως ενδιαφέρουσες, τόσο επιστημονικά όσο και κοινωνικά, με σημείο αναφοράς τις μελέτες για την πολιτική κοινωνικοποίηση των νέων γενεών και στόχο την προβληματική περί διαμόρφωσης και εξέλιξης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, θα έπρεπε να επικεντρωθούμε, μεταξύ άλλων: στη βαρύτητα του σχολείου και στην επίδραση του τύπου του σχολείου (πρότυπο, ιδιωτικό, συνοικιακό δημόσιο) στην ανάπτυξη συμμετοχικών στάσεων, στην ηλικιακή εξέλιξη των διαφοροποιήσεων ανάλογα με το φύλο προς την κυρίως εφηβεία και στους νέους ενήλικες και όσα υποδηλώνει αυτή για την έμφυλη κοινωνικοποίηση, στην προνομιακή ενημέρωση μέσω του τύπου, μέσω της τηλεόρασης ή, σήμερα, μέσω των νέων μέσων ψηφιακής επικοινωνίας ως παραγόντων διαφοροποίησης στη διαμόρφωση αντιλήψεων[109], στις μεταβολές στα συστήματα πολιτικών αντιλήψεων των νέων, λόγω αλλαγών στις κυρίαρχες αντιλήψεις για τη διεθνή θέση της Ελλάδας κ.λπ. Όλα αυτά εξάλλου αποτελούν αντικείμενα συζήτησης.

Τελικά, οι πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις παιδιών και εφήβων στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, όπως αποτυπώνονται σε πολλές και διαφορετικές έρευνες (βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 8.1), εκφράζουν στην πολλαπλότητά τους μια σύνθετη πολιτική κουλτούρα που βρίσκεται από τη Μεταπολίτευση σε στάδιο έντονων μετεξελίξεων. Κάτι που συνεχίζεται, όπως προκύπτει από αντίστοιχες μεταγενέστερες έρευνες στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Πλάι στις επιδράσεις των ιστορικών καταβολών της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, οι οποίες διαφαίνονται σαφώς στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις μέρους της νέας γενιάς ενίοτε ως πολιτισμικά κατάλοιπα του παρελθόντος, είναι έντονη και η επίδραση της νέας κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας που δημιουργήθηκε από το 1974 και μετά. Εντονότερη μάλιστα στην κατηγορία ηλικιών των εφήβων που συνθέτουν το δείγμα της έρευνας που μας τροφοδοτεί εδώ με δεδομένα, από ό,τι σε μεγαλύτερες, αφού στο πλαίσιό της διεξήχθη, στο σύνολό της σχεδόν, η πρώιμη πολιτική κοινωνικοποίησή τους. Και ενώ, βέβαια, οι πολιτικές στάσεις και ακόμη περισσότερο οι πολιτικές αντιλήψεις μεταβάλλονται από γενιά σε γενιά, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στην πρώτη μεταπολιτευτική γενιά εφήβων οι μεταβολές είναι λιγότερο συγκυριακές και ασυντόνιστες, και μοιάζουν να κατευθύνουν τη νέα γενιά προς τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας -με την έννοια της αυξημένης συμμετοχικής προδιάθεσης, απόδοσης βαρύτητας στο δημόσιο συμφέρον και την υποχρέωση όλων να εμπλέκονται στα κοινά- και προς μια σημαντική μεταστροφή στα συστήματα αξιών. Οι σχετικές προδιαθέσεις, όμως, που διαφαίνονται στη νέα γενιά το 1980, για να παγιωθούν ως αμετάκλητες τάσεις μετεξέλιξης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας προϋποθέτουν τόσο την παρέμβαση της πολιτείας στη δυναμική των πολιτισμικών μεταβολών με παράλληλες προσπάθειες για μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων στην πρόσβαση στην ενημέρωση, όσο και (βέβαια) τον κατάλληλο συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Με αυτές τις προϋποθέσεις η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς θα επέτρεπε στα σπέρματα συμμετοχικής και δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας που περιέχει να καρποφορήσουν, διαμορφώνοντας αντίστοιχα και την ελληνική πολιτική κουλτούρα.

politismiki pantelidou 112

Αλλά γνωρίζουμε ότι αυτό δεν συνέβη. Η νεολαία από τη δεκαετία του 1990 και μετά, σε απόλυτη αρμονία με προϋπάρχουσες τάσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης και λόγω ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, καταγράφει απομάκρυνση από την πολιτική, στροφή στο lifestyle με επικέντρωση στην ατομική ικανοποίηση ατομοκεντρικών επιδιώξεων που συνοδεύουν μείωση στο ενδιαφέρον για το συλλογικό και το δημόσιο. Η μείωση σε όλες τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής συμμετοχής, με παράλληλη μείωση στην κομματική ταύτιση συγκροτούν την κυρίαρχη τάση πανευρωπαϊκά, ενώ παρατηρείται μειωμένη σημασία της ταξικότητας της ψήφου, καθώς και της εξηγητικής βαρύτητας της ιδεολογικής αυτοτοποθέτησης για την εκλογική συμπεριφορά. Τα παραπάνω είναι κατά κανόνα εμφανέστερα στους/ις νεότερους/ες, με την «αντικατάσταση των γενεών» να ανάγεται τελικά σε κεντρική κινητήρια δύναμη των πολιτικών αλλαγών (Μ. Hooghe, 2004). Εξ ου και το αυξημένο πολιτολογικό ενδιαφέρον για τη μελέτη της πολιτικής φυσιογνωμίας των νέων. Αλλά βεβαίως, η έλευση της «κρίσης» και όλα όσα την συνοδεύουν λειτούργησαν ως ισχυρός ανακοινωνικοποιητικός παράγοντας για τη νεολαία, όπως θα δούμε και παρακάτω (βλ. Κεφάλαιο 9.2).

Όσο για εφήβους/-ες, ίδιας ηλικίας και αντίστοιχης προέλευσης με αυτούς/-ές που μας απασχόλησαν παραπάνω ως «έφηβοι/-ες της Μεταπολίτευσης», έχουν και αυτοί/ές ήδη μεταβάλει σε σημαντικό βαθμό την πολιτική φυσιογνωμία τους, μόλις μια δεκαετία αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω, σε αντιστοιχία με το γενικότερο κλίμα περιόδου. Κάτι που επιβεβαιώνεται, ενώ συγχρόνως καταδεικνύει και σημαντικά στοιχεία μεταβολών το 2010 (Βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 9.1). Αλλά βεβαίως κάθε γενιά εισφέρει στην πολιτική διαδικασία τη δική της εμπειρία και τις δικές της ανησυχίες και επιδιώξεις.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 106-116

Σημειώσεις

[102] Για το θεσμικό πλαίσιο των αλλαγών που επέδρασαν και στο πολιτισμικό πεδίο, βλ. Αλιβιζάτος, 1983 και 1983β.

[103] Για ένα ιστορικό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας βλ. Diamandouros, 1983 και Διαμαντούρος, 2000. Είδαμε παραπάνω το ζήτημα αυτό, με επικέντρωση στην κεντρική υπόθεση του Διαμαντούρου, ως προς τις πολιτισμικές συνέπειες του ιστορικού αυτού και τις αναθεωρητικές προσεγγίσεις που προκάλεσε. Βλ. Κεφάλαιο 7.1.

[104] Για την «κοινωνία πολιτών» με αναφορά στην ελληνική πραγματικότητα βλ., ενδεικτικά, Σωτηρόπουλος, 2004, Σημίτη, 2008, και για ευρύτερη κριτική προσέγγιση: Τσουκαλάς, 2010 και Βούλγαρης, 2006, όπου υπάρχει ενδιαφέρουσα συζήτηση για την αντιμετώπιση της «κοινωνίας πολιτών» από την ελληνική βιβλιογραφία. Βλ. επίσης και Αφουξενίδης, Γαρδίκη, 2014.

[105] Βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1991 και 2012, για τις οριοθετήσεις διαφορετικών γενιών εφήβων στην Ελλάδα. Για τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται εδώ για την κατάδειξη της σημασίας της πολιτικής φυσιογνωμίας στην εφηβεία, ως ενδεικτικής της συνολικής πολιτικής κουλτούρας και των μεταβολών που συντελούνται στο πλαίσιό της, βλ. κυρίως, Παντελίδου Μαλούτα, 1987, όπου υπάρχουν και όλα τα δεδομένα για την έρευνα, τη δειγματοληψία και το δείγμα.

[106] Ας σημειωθεί εδώ ότι το δείγμα 1045 παιδιών δεν είναι αντιπροσωπευτικό με στατιστικούς όρους, αλλά επιλεγμένο με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, και κυρίως τον τύπο και τη χωροθέτηση του σχολείου. Το ίδιο θέμα, από άλλη σκοπιά με έχει απασχολήσει και στο Παντελίδου Μαλούτα, 1983, 1986, 1986β, 1986γ, 1987β, 1990, 1991, 2011 καθώς και στο Pantelidou Maloutas, Nicolacopoulos, 1994.

[107] Ο Διαμαντούρος, 2013, σ. 334, συνδέει τη σχετική πρόσληψη του κράτους με αντιλήψεις του 19ου αιώνα που σχετίζονται με το φορολογικό σύστημα και τη «διοικητική κουλτούρα».

[108] Στο ζήτημα αυτό αναφερθήκαμε και παραπάνω, Κεφάλαιο, 5.3.

[109] Για παράδειγμα, στο Παντελίδου Μαλούτα, 1986, σσ. 99, 103, φαίνεται ότι ο Τύπος επιδρά σημαντικότερα στην πολιτική κοινωνικοποίηση των πιο προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων, αφού τα παιδιά από αυτά τα κοινωνικά στρώματα ενημερώνονται από τις εφημερίδες περισσότερο από άλλα, κάτι που δεν είναι ανεξάρτητο από τις σημαντικές διαφορές στην πολιτικότητα ανάλογα με την κοινωνική προέλευση στην εφηβεία. Βεβαίως, το τοπίο της επικοινωνίας έχει μεταβληθεί δραματικά την τριακονταετία που μας χωρίζει από τους/ις «εφήβους/-ες της Μεταπολίτευσης». Το ερώτημα όμως αν η πρόσβαση στην ενημέρωση και την πολιτική επικοινωνία είναι κοινωνικά λιγότερο άνιση, είναι πιο πολύπλοκο από ό,τι ίσως φαίνεται, διότι εμπλέκεται και η ποιοτική, δίπλα στην ποσοτική διάσταση.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Αλιβιζάτος, Ν. (1983), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922 1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο.

Αλιβιζάτος, Ν. (1983β) «‘Έθνος’ κατά ‘λαού’ μετά το 1940», στο Τσαούση, Δ. Γ. (επιμ.), Ελληνισμός και ελληνικότητα, Αθήνα, Εστία.

Almond, G., Verba, S. (1963), The civic culture, Boston, Little Brown.

Αφουξενίδης, Α., Γαρδίκη, Μ. (2014), «Χαρτογραφώντας την κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα σήμερα: Προβλήματα και προοπτικές», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 143, http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ekke/article/view/7566.

Βούλγαρης, Γ. (2006), «Κράτος και κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα. Μια σχέση προς επανεξέταση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 28, σσ. 5-33.

Βούλγαρης, Γ. (2007), «Η Ελλάδα στον καθρέφτη της Ευρώπης», στο Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ., Τσίγκανου, Ι. (επιμ.), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Αναλύσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας-ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Βούλγαρης Γ. (2008), Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, Αθήνα, Πόλις.

Δεμερτζής, Ν. (επιμ.) (1994), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Διακουμάκος, Γ. (2009), «Εικόνες της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, 1988-2005. Το πολιτικό ενδιαφέρον και ο μύθος του (απο)πολιτικοποιημένου Έλληνα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 34, σσ. 92-124.

Diamandouros, Ν. (1983), «Greek political culture in transition. Historical origins, evolution, current trends», στο R. Clogg (επιμ.), Greece in the 1980s, London, MacMillan, 1983.

Diamandouros, N. (1993), «Politics and culture in Greece, 1974-1991. An interpretation», στο R. Clogg (επιμ.), Greece 1981-1989 – The populist decade, New York, St Martin’s Press.

Diamandouros, N. (1994), «Cultural dualism and political change in post-authoritarian Greece», Working Paper 1994/50, Centro de Estudios Avanzados en Ciencias Sociales, Madrid.

Διαμαντούρος, N. (2000), Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Eλλάδα της μεταπολίτευσης, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Διαμαντούρος, Ν. (2013) «Επανεξετάζοντας τον πολιτισμικό δυισμό», επίμετρο στο Τριανταφυλλίδου, Α., Γρώπα, Ρ., Κούκη Χ. (επιμ.), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Αθήνα, Κριτική.

Elkins, D. J., Simeon, R. (1979), «A cause in search of its effects, or what does political culture explain», Comparative Politics 11 (79), σσ. 127-145.

Fuchs, D. (2009), «The political culture paradigm», στο Dalton, R. J., Klingemann, H.-D., (επιμ.), The Oxford Handbook of Political Behavior, Oxford, Oxford University Press.

Hooghe, M. (2004), «Political socialization and the future of politics», Acta Politica 39, σσ. 331-341.

Kaase, M. (1999) «Interpersonal trust, political trust and non‐institutionalised political participation in Western Europe», West European Politics 22, 3, σσ. 1-21.

Κατρούγκαλος, Γ. (2013), «Η ελληνική κρίση καθρέφτης του μέλλοντος της Ευρώπης», στο Τριανταφυλλίδου, Α., Γρώπα, Ρ., Κούκη Χ. (επιμ.), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Αθήνα, Κριτική.

Καφετζής, Π. (1988), «Ευρωπαϊκός Νότος: Σε αναζήτηση του πολίτη και της πολιτικής», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 69Α, σσ. 24-66.

Καφετζής, Π. (1994), «Πολιτική κρίση και πολιτική κουλτούρα. Πολιτική αποξένωση και ανάμιξη στην πολιτική. Μια ασύμβατη σχέση», στο Δεμερτζής Ν. (επιμ.), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Αθήνα, Οδυσσέας.

Καφετζής, Π. (1997), «Πολιτική επικοινωνία, πολιτική συμμετοχή και κρίση πολιτικής», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 9, σσ. 168-178.

Κιουπκιολής, Α. (2011), Πολιτικές της ελευθερίας, Αθήνα, Εκκρεμές.

Kokosalakis, N., Psimmenos, I. (2005), «Modern Greece: A profile of a strained identity», στο Ichijo, A., Spohn, W. (επιμ.), Entangled identities: Nation and Europe, London, Ashgate.

Λιάκος, Α. (2013), Ελλάδα νεωτερικότητα και κρίση, Χρόνος 2. http://www.chronosmag.eu/index.php/241.html

Λυριντζής, Χ. (1987), «Πολιτική και πελατειακό σύστημα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», Ελληνική Κοινωνία 1, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας, Ακαδημία Αθηνών, σσ. 157-182.

Λυριντζής, Χ. (1991), Το τέλος των τζακιών, Αθήνα, Θεμέλιο.

Λυριντζής, Χ., Νικολακόπουλος, Η. (επιμ.) (1990), Εκλογές και κόμματα τη δεκαετία του ’80, Αθήνα, ΕΕΠΕ, Θεμέλιο.

Μαλούτας Θ., Παντελίδου Μαλούτα Μ., Βαρίκα Ε., Δοξιάδης Κ., Κανδύλης Γ. (2007), «Η απόρριψη του ‘άλλου’ ως τρόπος αντιμετώπισης της ετερότητας. Επεξεργασία σχετικών δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας για την Ευρώπη και την Ελλάδα», στο Π. Καφετζής, Θ. Μαλούτας, Ι. Τσίγγανου, Πολίτες – Κοινωνία – Πολιτική, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Μάνεσης, Α. (1980), «H κρίση των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας και το Σύνταγμα», Σύγχρονα Θέματα 8, σσ. 20-35.

Μουζέλης, Ν. κ.ά. (1989), Λαϊκισμός και πολιτική, Αθήνα, Γνώση.

Mouzelis, N. (1995), «Greece in the 21st century: Institutions and political culture», στο Constas, D., Stavrou, T. (επιμ.), Greece prepares for the 21st century, Washington DC, The Johns Hopkings University Press.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1986), Έκδηλη πολιτική κοινωνικοποίηση στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα, Σάκκουλας.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1986β), «Oι σχέσεις κράτους και πολιτών στις αντιλήψεις μικρών εφήβων», Θέσεις 16, σσ. 115–126.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1986γ), «Aντιλήψεις για τις σχέσεις της Ελλάδας με ξένες χώρες στην αρχή της εφηβείας», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 62, σσ. 3–44.

Παντελίδου Mαλούτα M. (1987), Πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στην αρχή της εφηβείας: Πολιτική κοινωνικοποίηση στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, Αθήνα, Gutenberg.

Pantelidou Maloutas, M. (1987β), «Communication politique intrafamiliale: Socialisation politique des adolescents en Grèce», International Political Science Review 8, σσ. 235–244.

Παντελίδου Mαλούτα, M., (1990), «Eλληνική πολιτική κουλτούρα: Όψεις και προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 75α, σσ. 18–57.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1991), «Oι έφηβοι της αλλαγής: Kοινωνικοποιητικές επιδράσεις και μεταβολές στην πολιτική φυσιογνωμία των εφήβων: 1982–1990», Eπιθεώρηση Kοινωνικών Eρευνών 80, σσ. 41–69.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1998), «ΠAΣOK και σύστημα σχέσεων των φύλων», στο Σπουρδαλάκης M. (επιμ), ΠAΣOK: Kόμμα – Kράτος − Kοινωνία, Aθήνα, Eκδόσεις Πατάκη.

Παντελίδου Μαλούτα Μ. (επιστημονική υπεύθυνη) κ.ά (2011), Διαστάσεις της πολιτικής κοινωνικοποίησης των εφήβων: Εμπειρίες από την Αττική των τριών τελευταίων δεκαετιών, Αθήνα, Τμήμα ΠΕΔΔ, ΕΚΠΑ.

Παντελίδου Μαλούτα Μ. (2012), Πολιτική Συμπεριφορά: θεωρία, έρευνα και ελληνική πολιτική, Αθήνα, Σαββάλας.

Pantelidou Maloutas, M., Nicolacopoulos, I. (1994), «Le profil politique des jeunes en Grèce: Reproduction et transformation de la culture politique», στο Hudon R., Fournier B. (επιμ.), Jeunesses et politique, Québec, Presses de l’Université Laval/L’Harmattan.

Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος, Δ. (2015), Από την πολιτική στον πολιτισμό και από εκεί στον Ψυχρό Πόλεμο, Red Notebook, Ιούνιος, 2015.
http://rednotebook.gr/2015/06/dualism/

Παπούλιας, Δ., Λιάκος, Α., Βούλγαρης, Γ., Διαμαντούρος, Ν., Στουρνάρας, Γ. (2002), Η προοπτική του εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, Αθήνα, Καστανιώτης.

Percheron, A. (1978), Les 10-16 ans et la politique, Paris Presses de la FNSP.

Περδικάρης, Ε. (1984), «Η σύνθεση παραδοσιακών και σύγχρονων μορφών οργάνωσης του κομματικού συστήματος στη φυσιογνωμία της νέας Βουλής», στο Οι Εκλογές του 1981, Ε.Ε.Π.Ε., Αθήνα, Εστία.

Πετμεζίδου-Τσουλουβή, Μ. (1987), Κοινωνικές τάξεις και μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής, Αθήνα, Εξάντας.

Σημίτη, Μ. (2008), Η κοινωνία πολιτών στην Ευρωμεσογειακή Εταιρική Σχέση, Αθήνα, Σάκκουλας.

Σπουρδαλάκης, Μ. (1988), «Ελλάδα 2000: Δρέποντας τους καρπούς της “α-πολιτικής υπερ-πολιτικοποίησης”», στο Κατσούλης Η., Γιαννίτσης, Τ., Καζάκος, Π. (επιμ.), Η Ελλάδα προς το 2000, Αθήνα, Παπαζήσης.

Σπουρδαλάκης, Μ. (επιμ.) (1998), ΠΑΣΟΚ, Κόμμα – Κράτος – Κοινωνία, Αθήνα, Πατάκης.

Σωτηρόπουλος, Δ.Α. (επιμ.) (2004), Η άγνωστη κοινωνία πολιτών. Κοινωνικές κινητοποιήσεις, εθελοντισμός και κράτος στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα, Ποταμός.

Τζιόβας, Δ. (1995), «Η δυτική φαντασίωση του ελληνικού και η αναζήτηση του υπερεθνικού», στο Έθνος-Κράτος- Εθνικισμός, Επιστημονικό Συμπόσιο, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας/Σχολή Μωραίτη.

Τριανταφυλλίδου, Α., Γρώπα, Ρ. Κούκη Χ. (2013), «Εισαγωγή: Είναι η Ελλάδα ένα νεωτερικό ευρωπαϊκό κράτος;», στο Τριανταφυλλίδου, Α., Γρώπα, Ρ., Κούκη Χ. (επιμ.), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Αθήνα, Κριτική.

Tσουκαλάς, K. (1977), Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, Θεμέλιο.

Tσουκαλάς, K. (1981), Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος: Η συγκρότηση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο.

Tσουκαλάς, K. (1986), Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Θεμέλιο.

Τσουκαλάς, Κ. (1993), «‘Τζαμπατζήδες’ στη χώρα των θαυμάτων. Περί Ελλήνων στην Ελλάδα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 1.

Tσουκαλάς, K. (1996), «Παράδοση και εκσυγχρονισμός: μερικά γενικότερα ερωτήματα», στο Tαξίδι στο λόγο και την ιστορία, τόμος B΄, Aθήνα, Πλέθρον.

Tσουκαλάς, K. (1996α), «Έμμονα στερεότυπα: Εθνική ταυτότητα, εθνικός χαρακτήρας και εθνικά πρότυπα συμπεριφοράς στην Eλλάδα και στη διασπορά», στο Tαξίδι στο λόγο και την ιστορία, τόμος B΄, Aθήνα, Πλέθρον.

Τσουκαλάς, Κ. (2010), «Η κοινωνία πολιτών ως ‘χώρος ελευθερίας’. (Πολιτικές αναγνώσεις μιας μυθοπλασίας)», στο Κούση, Μ., Σαματάς, Μ., Κονιόρδος, Σ. (επιμ.), Εξουσία και κοινωνία, Αθήνα, Καστανιώτης.

Τσουκαλάς, Κ. (2012), «Οι ηθικολογικές ερμηνείες της κρίσης αθωώνουν την πολιτική εξουσία», Red Notebook (http://www.rednotebook.gr/details.php?id=4592).

Τσούκαλης, Λ. (2002), Ανοίξτε τα παράθυρα!, Αθήνα, Ποταμός.

Χαραλάμπης, Δ. (1989), Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Αθήνα, Εξάντας.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ