Menu
15 / 10 / 2018 - 04:11 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 96

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Μέρος Γ: Ελληνική πολιτική κουλτούρα

Κεφάλαιο 7

Η ελληνική πολιτική κουλτούρα: Ιστορικοί παράγοντες που επέδρασαν στη διαμόρφωσή της. Βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Πρώτες ενδείξεις από τη μελέτη της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην εφηβεία.

Ιστορικό της διαμόρφωσης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, σημαντικοί παράγοντες, βασικές τομές, σταθερές και μεταβλητές. Βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις, τυπολογίες, κριτικές και αναθεωρήσεις και θεωρητική συζήτηση για την ελληνική πολιτική κουλτούρα, τις ιστορικές καταβολές της και τις δομικές επιδράσεις σε αυτή, καθώς και τις βασικές τομές και συνιστώσες της. Πρώτες ενδείξεις για τη φυσιογνωμία και τις αλλαγές της ελληνική πολιτικής κουλτούρας τη Μεταπολίτευση, με βάση στοιχεία από μελέτη της πολιτικής κοινωνικοποίησης εφήβων της Αθήνας στην αρχή της δεκαετίας του 1980. Συμμετοχικοί/-ές, αριστερόστροφοι/-ες έφηβοι/-ες με υψηλό επίπεδο πολιτικού ενδιαφέροντος. Ενδείξεις περί συνύπαρξης παραδοσιακών και «εκσυγχρονιστικών» πολιτισμικών στοιχείων στην πολιτική φυσιογνωμία τους.

7.1 Ιστορικές καταβολές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Βασικές τομές και η συζήτηση που προκάλεσαν.

Η αναζήτηση απαντήσεων με αναφορά στις ιστορικές καταβολές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, προκύπτει από ερωτήματα των οποίων η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με βάση τη συγκυρία. Για παράδειγμα, στο Παντελίδου Μαλούτα, 2012, σ. 92, παρατηρούσα ότι ακόμη και η πιο πρόχειρη ματιά στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS) (ESS/ΕΚΚΕ, 2009, 2012) δεν μπορεί να μην καταγράψει την αυξημένη δυσπιστία, την καχυποψία, την αίσθηση έλλειψης αλληλεγγύης και τη μεγαλύτερη έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους, που σημειώνονται στην ελληνική κοινωνία συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές μέχρι, τουλάχιστον, το 2011: Οι σχετικές τιμές για την ελληνική περίπτωση τοποθετούνται σταθερά σε όλες τις φάσεις του ESS έως το 2011, κάτω από τον μ.ό. μεγάλου αριθμού χωρών, στην ερώτηση αν «μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους περισσότερους ανθρώπους...», όπως και στην ερώτηση αν «οι περισσότεροι θα προσπαθούσαν να είναι δίκαιοι απέναντί σας;» και σε αυτή που αφορά στο, αν «τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι προσπαθούν να βοηθάνε τον άλλο...». Μάλιστα, στοιχεία από πίνακα που αναφέρεται στην εξέλιξη της δυσπιστίας προς τους άλλους, με αναφορά στο ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να σας εκμεταλλευτούν, αν είχαν την ευκαιρία», κάνουν φανερή την εντυπωσιακή σταθερότητα, αλλά και το εύρος της καχυποψίας.

Είναι εύλογο το ερώτημα, τι δείχνει αυτή η αυξημένη δυσπιστία και η καχυποψία προς τους άλλους; Γιατί περισσότερο απ’ ότι αλλού στην Ελλάδα οι πολίτες θεωρούν ότι οι άλλοι είναι έτοιμοι να τους εκμεταλλευτούν, ότι ο καθένας (πρέπει να) κοιτάει τον εαυτό του και ότι οφείλουμε να είμαστε δύσπιστοι; Η προφανής απάντηση θα πρέπει πρωταρχικά να παραπέμψει στις ιστορικές εμπειρίες διαμόρφωσης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, και συγκεκριμένα της υποκουλτούρας που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε παραδοσιακή/«παρωχημένη»/αμυντική (Diamandouros, 1983, Διαμαντούρος 2000), της οποίας η δυσπιστία είναι βασικό χαρακτηριστικό. Σε αυτό το πολιτισμικό σύνολο, με βάση τις υποθέσεις που διατυπώνονται στο σχήμα του Διαμαντούρου, 2000, όλοι/-ες έχουν μάθει να έχουν συνεχώς την αίσθηση ότι κινδυνεύουν, ενώ οι ίδιοι/-ες έχουν χαμηλή αίσθηση δημοσίου συμφέροντος και μικρή αίσθηση αλληλεγγύης προς τους άλλους, έχοντας αφομοιώσει την αρχή ότι πέραν του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί/-ές. Στοιχεία πολιτισμικά, που βεβαίως αντιστρατεύονται τη διαμόρφωση μιας ανοικτής και δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας που ευνοεί την ισότιμη συμμετοχή με γνώμονα την αίσθηση δημοσίου συμφέροντος, χωρίς την οποία η δημοκρατία υστερεί ως προς την ουσία της, ακόμη και αν τηρούνται οι τύποι. Γιατί έχουν όμως διαμορφωθεί αυτά τα πολιτισμικά στοιχεία; Δηλαδή, ποιοι είναι εκείνοι οι παράγοντες που συνέβαλαν στην παραγωγή και συνεχίζουν να συμβάλλουν στην αναπαραγωγή τους; Θα επανέλθουμε στο ζήτημα.

Στη συγκριτική έρευνα, η επικέντρωση στη μελέτη της πολιτικής κουλτούρας διαφόρων κοινωνιών πρέπει να παραπέμπει στην ιστορική πορεία διαμόρφωσης των πολιτισμικών συνιστωσών κάθε συγκεκριμένης πολιτισμικής ολότητας στο πλαίσιο συγκεκριμένης κοινωνίας και να βασίζεται σε σχετικές προηγούμενες διερευνήσεις, αν επιδιώκεται η συγκριτική μελέτη διαφορετικών κοινωνιών στο πολιτισμικό πεδίο με τρόπο ώστε να υπάρχουν εχέγγυα ότι τα συγκρινόμενα μεγέθη είναι λειτουργικά ισοδύναμα (Βλ. και παρακάτω Κεφάλαιο 8). Βεβαίως, η διερεύνηση του σημερινού χαρακτήρα μιας εθνικής πολιτικής κουλτούρας βασίζεται στην καταγραφή και την ανάλυση των ποικίλων πολιτικών στάσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών των πολιτών της, καθώς και του αξιακού πλαισίου που χρωματίζει όλα τα παραπάνω. Δηλαδή, συλλέγοντας στοιχεία στο μικρο-πολιτικό επίπεδο του υποκειμένου, καταλήγουμε να έχουμε στοιχεία για το μακρο-πολιτικό επίπεδο, της πολιτικής κουλτούρας, και αυτά συγκρίνουμε. Κάτι που θεωρείται από πολλούς/ές ερευνητές/τριες ως ιδιαίτερα προβληματικό (D. Fuchs, 2009, σ. 173). Θα πρέπει όντως να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της πολιτικής κουλτούρας αναφέρεται σε συλλογικότητες (Βλ. για το θέμα, Παντελίδου Μαλούτα, 2012), κοινωνίες ολόκληρες, κοινωνικές τάξεις ή άλλες κοινωνικές κατηγορίες, εθνότητες κ.λπ. Τα άτομα έχουν αξίες, στάσεις, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, εκδηλώσεις συμπεριφοράς κ.ά., αλλά δεν έχουν κουλτούρες (Εlkins, Simeon, 1979, 129). Στο δε πεδίο της θεωρίας και της μεθοδολογίας δεν παύει να δημιουργεί προβλήματα το πέρασμα από το ατομικό στο συλλογικό, εάν δεν υπάρχει ένα θεωρητικό σχήμα που να αιτιολογεί και να τεκμηριώνει τον θεμιτό χαρακτήρα του, και να επιτρέπει επιστημολογικά το πέρασμα αυτό. Ας σημειωθεί ότι είναι γενικά αποδεκτό ότι το επιστημονικό και επιστημολογικό αυτό πρόβλημα αποτελεί κληρονομιά του βασικού αναλυτικού υποδείγματος για τη συγκριτική μελέτη της πολιτικής κουλτούρας, που παραμένει αυτό των Almond και Verba, 1963, το οποίο σταθερά αδιαφορεί για τους ιστορικούς παράγοντες διαμόρφωσης των πολιτισμικών συνιστωσών της πολιτικής διαδικασίας (Βλ. και παραπάνω, Κεφάλαιο 4). Είναι όμως η μελέτη της ιστορικής διαμόρφωσης των πολιτισμικών συνιστωσών κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας αυτή που διευκολύνει κατά κάποιον τρόπο, το πέρασμα από το άθροισμα των ατομικών ενοτήτων στη συλλογική εικόνα της πολιτικής κουλτούρας[93].

politismiki pantelidou 97

Αλλά το ερώτημα, τι δείχνει αυτή η αυξημένη δυσπιστία και η καχυποψία προς τους άλλους, που παρατηρείται στην ελληνική πολιτική κουλτούρα δεν θα έχει απαντηθεί, αν δεν αντιμετωπιστεί και το συνακόλουθο, που αναφέρεται στο γιατί, με δεδομένη την ιστορική εμπειρία, δεν έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες εκείνες (κοινωνικοποιητικές/πολιτισμικές/ ιδεολογικές εκπαιδευτικές/θεσμικές κ.ά.) ώστε να καταπολεμηθούν τα πολιτισμικά αυτά χαρακτηριστικά που δεν προάγουν την κοινωνική συμβίωση με δημοκρατικούς όρους. Σε αυτό το ερώτημα αβίαστα προκύπτει η αναφορά στις δύο πολιτισμικές παραδόσεις που διακρίνει ο Διαμαντούρος, 2000, παραδόσεις σταθερά αναπαραγόμενες και σε συνεχή διαπάλη στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας από την αρχή της διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους, με εγγενές στοιχείο της μίας εξ αυτών να είναι ακριβώς η ύπαρξη δυσπιστίας, καχυποψίας και αμυντικής στάσης έναντι των άλλων. Και βεβαίως μπορούμε να υποθέσουμε συγκεκριμένα, ότι η αυξημένη δυσπιστία που εκφράζεται στην Ελλάδα δεν είναι άσχετη με τις παραδοσιακές, πελατειακές μορφές παρέμβασης στην πολιτική διαδικασία που σημειώνονται συχνά στη χώρα αυτή[94], η νομιμοποίηση και ευρύτατη αποδοχή των οποίων πιστοποιούνται και από το είδος του πολιτικού ενδιαφέροντος που σημειώνεται στην ελληνική πολιτική κουλτούρα (βλ. Κεφάλαιο 8.2), το οποίο έχει χαρακτηρισθεί και ως «α πολιτική-υπερπολιτικοποίηση» (Σπουρδαλάκης, 1988, σ. 110). Πράγματι, η ύπαρξη πολιτικού ενδιαφέροντος μαζικά αιτιολογείται με αναφορές στην επιλογή της προώθησης ατομικής επίλυσης σε κοινωνικά προβλήματα που βιώνονται ως ατομικά, («απευθύνομαι στον βουλευτή για να μου βρει δουλειά», «θέλω να μου τακτοποιήσουν τα παιδιά» κ.ά), αντιλήψεις που στερούν από τη δήλωση «πολιτικού» ενδιαφέροντος κάθε διάσταση συλλογικότητας και δημοσίου συμφέροντος, καθιστώντας το σχετικό επίθετο ψευδεπίγραφο[95].

Αλλά, βεβαίως, η δυσπιστία, ενδημική στην ελληνική κοινωνία, εντοπίζεται σαφώς, και σε ορισμένες περιόδους εντονότατα, και στο πεδίο της πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν συγκρίνουμε τις απαντήσεις στην ερώτηση: «Όταν μιλάμε για πολιτική έρχονται στο νου μας διάφορα πράγματα. Εσάς η πολιτική τι σας προξενεί;» σε δύο πολύ διαφορετικές περιόδους (1988 και 2006[96]) βλέπουμε ότι ενώ το 1988 το μεγαλύτερο μεμονωμένο ποσοστό σε γυναίκες και άνδρες αφορούσε το ενδιαφέρον για την πολιτική (35,5% και 41,1% αντίστοιχα), τη θέση του το 2006 πήρε η δυσπιστία, με 53,7% και 54,4% αντίστοιχα, και δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό την απογοήτευση. Το 1988 η δυσπιστία είχε επιλεγεί από γυναίκες και άνδρες κατά 28,3% και 27,3% αντίστοιχα. Η σημαντική αύξηση στη δυσπιστία και την απογοήτευση, που εκφράζει στην πρώτη δεκαετία του 2000 τους/ις μισούς/-ές πολίτες, είναι το κυρίαρχο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική κουλτούρα ως «κλίμα» της συγκεκριμένης περιόδου, στο οποίο προστίθεται η μείωση στο πολιτικό ενδιαφέρον και η αυξημένη αδιαφορία, για να εναρμονιστεί η όλη εικόνα των συνολικών πολιτικών διαθέσεων με όλα όσα γνωρίζουμε για την απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική (Παντελίδου Μαλούτα, 2012). Αλλά και η τελευταία χρωματίζεται από προϋπάρχουσες σταθερές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας που έχουν βαθιές ρίζες, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης και αντιστέκονται σε μεταβολές. Η διάχυτη κοινωνική δυσπιστία και καχυποψία είναι μια από αυτές, που παρουσιάζει έντονες ταξικές (σε σχέση πρωτίστως με το επίπεδο εκπαίδευσης) και ηλικιακές διακυμάνσεις. Η ξενοφοβία και η απόρριψη του «άλλου», ως τρόπος διαχείρισης της ετερότητας είναι μια άλλη, που σχετίζεται εντονότατα με το θρησκευτικό αίσθημα και τις ιδιαιτερότητες της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, όπως αποδεικνύει σε βάθος εμπειρική διερεύνηση (Μαλούτας, κ.ά. 2007).

politismiki pantelidou 98

Όσον αφορά τη δυσπιστία και το αντίθετό της, την εμπιστοσύνη στους/ις άλλους/-ες, θα πρέπει να πούμε πως αυτή αποτελεί κεντρικό εννοιολογικό εργαλείο στην προβληματική περί κοινωνικού κεφαλαίου (βλ. παραπάνω Κεφάλαιο 5.1), ενώ ένα κεντρικό ερώτημα αναφέρεται στο κατά πόσο η δυσπιστία στις διαπροσωπικές σχέσεις, που μοιάζει ενδημική για ιστορικούς λόγους, σε ορισμένες κοινωνίες (όπως η ελληνική), συνεπάγεται αναγκαστικά δυσπιστία και στο πολιτικό πεδίο. Και αντίστροφα, αν για συγκεκριμένους λόγους αναπτυχθεί δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς και πρόσωπα, αυτό συνεπάγεται μήπως αυτόματα, και αυξημένη διαπροσωπική δυσπιστία; Η πιο πειστική σχετική απάντηση που βασίζεται σε ανάλυση στοιχείων από το Ευρωβαρόμετρο (Kaase, 1999), ξεκινά από την παρατήρηση ότι σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες που αναλύονται, η στατιστική σχέση μεταξύ των δύο δεν είναι σημαντική, αν και θετική. Συνεπώς, κατά τον Kaase, 1999, η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς και την πολιτική δεν είναι απόρροια ούτε και προϋπόθεση για θετικές διαθέσεις και εμπιστοσύνη απέναντι στους/ις συνανθρώπους. Αυτό που προκύπτει όμως από την ίδια διερεύνηση, είναι ότι η αυξημένη πολιτική δυσπιστία συσχετίζεται θετικά με την ανάπτυξη αμεσοδημοκρατικών παρεμβάσεων στην πολιτική διαδικασία, καθώς και ότι, λίγο λιγότερο έντονα, υπάρχει θετική σχέση μεταξύ της διαπροσωπικής εμπιστοσύνης και πάλι της αυξημένης τάσης για αμεσοδημοκρατικές πολιτικές παρεμβάσεις (Kaase, 1999). Πρόκειται για ενδιαφέρουσα εμπειρική διερεύνηση όψεων του κοινωνικού κεφαλαίου στη σχέση του με τη δημοκρατία, που καταλήγει σε διαπιστώσεις οι οποίες διευκολύνουν τη διατύπωση υποθέσεων για την ερμηνεία νεωτερικών στοιχείων της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, τα οποία εμφανίστηκαν έκδηλα στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000, και σχετίζονται με την «επιστροφή της νεολαίας στην πολιτική» μέσω νέων διαύλων συμμετοχής (βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 9.2). Παράλληλα, μας επιτρέπει να καταλάβουμε τις αλληλεπιδράσεις σταθερών της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας που έχουν βαθιές ιστορικές καταβολές, με νέα στοιχεία που απορρέουν από την πολιτική φυσιογνωμία των νέων γενεών που κοινωνικοποιήθηκαν σε πολύ διαφορετικό κόσμο από τους γονείς τους. Και ενώ όλη η βιβλιογραφία περί κοινωνικού κεφαλαίου βασίζεται στην υπόθεση ότι η εμπιστοσύνη βοηθά τη λειτουργία της δημοκρατίας, είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε πως με βάση στοιχεία από διαδοχικές φάσεις της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, που διεξάγει για την Ελλάδα το ΕΚΚΕ (ESS/ EΚΚΕ), παρότι φαίνεται ότι στις συνθήκες της κρίσης σαφώς αυξάνεται η έλλειψη εμπιστοσύνης προς πολιτικούς θεσμούς, αντιπροσωπευτικούς και μη, καθώς και απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα, αντίθετα, στις ίδιες συνθήκες η εμπιστοσύνη προς τους «άλλους» και η αίσθηση ότι είναι αναμενόμενη η αλληλοβοήθεια, αυξάνεται. Πράγμα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.

Είναι όμως απαραίτητο μιλώντας για τους ιστορικούς παράγοντες διαμόρφωσης της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, να αναφερθούμε στη δουλειά του Διαμαντούρου (κυρίως 2000, αλλά και Diamandouros, 1983, 1993, 1994), διότι σε αυτή εντοπίζεται όχι μόνο μια συγκροτημένη καταγραφή κοινωνικοποιητικών εμπειριών που συνέβαλαν ιστορικά στη διαμόρφωση του πολιτισμικού μορφώματος που αποκαλούμε ελληνική πολιτική κουλτούρα, αλλά κυρίως διότι μέσω αυτής προτείνεται μια συγκεκριμένη ερμηνεία του σήμερα και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Ερμηνεία που καθόρισε μια ισχυρή τάση στην ελληνική βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία «η νεότερη ελληνική ιστορία (να) διαβάζεται όχι ως ιστορία κοινωνικών/ταξικών ανταγωνισμών, αλλά ως πολιτισμική σύγκρουση μεταξύ δύο βασικών ρευμάτων: της (δυτικής) ‘μεταρρυθμιστικής’ και της (ανατολικής) ‘παρωχημένης’ κουλτούρας» (Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, 2015). Αυτή ακριβώς είναι η θεώρηση περί «πολιτισμικού δυϊσμού» του Διαμαντούρου, 2000. Την περίοδο της κρίσης δε, υπήρξε ευρύτατα διαδεδομένη μια ερμηνευτική προσέγγιση, τόσο από την πλευρά της επιστήμης όσο και δημοσιογραφική -σε κάθε περίπτωση αναπόφευκτα ιδεολογική- που αποδίδει την έλευση της κρίσης σε αυτή την «παρωχημένη» κουλτούρα, πηγή της ανικανότητας του κράτους να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του (Βλ. και Τριανταφυλλίδου κ.ά, 2013).

politismiki pantelidou 99

Ο Διαμαντούρος, 2000, εντοπίζει τις αντιφατικές πηγές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας σε αντιμαχόμενες επιρροές που έγιναν αισθητές ως ανταγωνιστικές από τη στιγμή της διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους. Η αναγκαιότητα υιοθέτησης σύγχρονων δυτικών θεσμών και λογικών, σε μια κοινωνία με παραδοσιακές προ-δημοκρατικές δομές, δημιούργησε σημαντικές αναταράξεις που εκφράστηκαν στο πολιτισμικό πεδίο με μια τομή που τέμνει εγκάρσια την ελληνική κοινωνία, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας αυτός, και μπορεί να την διακρίνει κανείς σε όλα τα πεδία (Διαμαντούρος, 2000, Diamandouros, 1994). Επιδιώκοντας την ανάγνωση και την ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης μέσα από το πρίσμα που δημιουργεί η αμφίδρομη σχέση πολιτικής και πολιτισμού, όπως δηλώνει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του (Διαμαντούρος, 2000), έχει ως κεντρική υπόθεση εργασίας το δίπολο Έλληνας-Ρωμιός, που δημιουργήθηκε ακριβώς από αυτή την πολιτισμική τομή, καθώς και τις πολλές παραλλαγές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα μαζί του. Περιγράφει έτσι τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις ως μία διελκυστίνδα ανάμεσα σε μια παρωχημένη και μια εκσυγχρονιστική (υπο) κουλτούρα που βρίσκονται σε συνεχή διαπάλη με πότε τη μία και πότε την άλλη να έχει κυρίαρχη θέση. Στοιχεία των δύο αυτών πολιτισμικών παραδόσεων βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το φάσμα των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, αφού «τέμνουν εγκάρσια» την ελληνική κοινωνία.

Η παρωχημένη κουλτούρα (underdog ή κουλτούρα του υποτελούς) όπως την περιγράφει ο Διαμαντούρος 2000 (και Diamandouros, 1994), εμπεριέχει πολιτισμικά κατάλοιπα της εμπειρίας από την οθωμανική ακόμη και τη βυζαντινή κληρονομιά, είναι επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την κοσμοαντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και χαρακτηρίζεται από αντιδυτική στάση και εθνικιστικές τάσεις. Είναι αμυντική, εσωστρεφής, έχει έντονα κρατικιστικό προσανατολισμό και είναι αμφίθυμη απέναντι στους μηχανισμούς της αγοράς, την κάθε αλλαγή και τις μεταρρυθμίσεις. Χαρακτηρίζεται από μια τάση προς προ-καπιταλιστικές πρακτικές και συνομωσιακές ερμηνείες, επιλέγει τον προστατευτισμό, και παράλληλα εμφανίζεται αδιάλλακτη και ξενοφοβική, ενώ διακατέχεται από μια ανασφαλή εθνικιστική κοσμοαντίληψη. Χωρίζοντας μανιχαϊκά τον κόσμο σε φιλέλληνες και μη, το πολιτισμικό αυτό μόρφωμα περιλαμβάνει στοιχεία πλέγματος κατωτερότητας έναντι της Δύσης (ενίοτε εκφραζόμενο μέσω της ταύτισης με λαούς που υπέφεραν από τη Δύση) και, παράλληλα, την αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα βαρύνουσα στο διεθνές σύστημα και βεβαίως στο επίκεντρο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η «εκσυγχρονιστική κουλτούρα» αντίθετα, πάντα σύμφωνα με τον Διαμαντούρο, 2000 (αλλά βλ. και Diamandouros, 1993), αναφέρεται στο Διαφωτισμό, επιλέγει τη δημοκρατία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, είναι εξωστρεφής και προωθεί τον εξορθολογισμό της κοινωνίας και της πολιτικής μέσω φιλελεύθερων και κοσμικών αντιλήψεων, ενώ ευνοεί και τη λειτουργία σύγχρονων πολιτικών κομμάτων αντί για τα πελατειακά δίκτυα και τις προσωπικές συναλλαγές. Επιδιώκει δε κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την ενσωμάτωση της Ελλάδας στο διεθνές και ειδικά στο ευρωπαϊκό σύστημα, είναι προσαρμοστική και έχει πραγματιστική αίσθηση της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα. Βεβαίως, η «εκσυγχρονιστική κουλτούρα» διαφέρει τόσο ως προς το όραμα κοινωνίας από την παρωχημένη, όσο και από το ποιοι είναι πρωτίστως οι φορείς της. Οι δύο (υπο)κουλτούρες σε συνεχή διαπάλη, άλλοτε κερδίζουν και άλλοτε χάνουν έδαφος, εναλλασσόμενες στην πολιτισμική ηγεμονία[97].

politismiki pantelidou 100

Πολλοί άλλοι μελετητές συνέβαλλαν αναθεωρώντας ή/και προσθέτοντας στο οικοδόμημα αυτό του Διαμαντούρου, 2000, από άλλες γόνιμες οπτικές, ενώ κατά άλλους οι πρωταρχικές αδυναμίες του σχήματος αυτού, τού στερούν κάθε αναλυτική δυνατότητα. Ως προς την πρώτη κατηγορία επιβάλλεται να αναφερθούμε στις εργασίες του Κ. Τσουκαλά και ειδικά, από την παρούσα σκοπιά, κυρίως στους περίφημους «τζαμπατζήδες» του, άρθρο που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της νέας περιόδου της Ελληνικής Επιθεώρησης Πολιτικής Επιστήμης, το 1993. Σε αυτό (Τσουκαλάς, 1993), αναφέρεται στο μεγάλο αριθμό ατόμων που ευνοούνται από τη στρεβλή οικονομική μεγέθυνση, τα οποία συγκροτούν ένα κοινωνικό σώμα σε οργανική σχέση με το κράτος, χωρίς εργασιακό ήθος και σεβασμό στις αρχές της αποδοτικότητας, αδιάφορο προς τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό. Ο Τσουκαλάς, 1993, περιγράφει συνθήκες όπου τα υποκείμενα διαμορφώνονται διαταξικά (πολυσθένεια), σε αυτά συνυπάρχουν στοιχεία ατομικιστικού αυταρχισμού και παραδοσιακού κοινοτισμού, επιδιώκουν να εξαρτώνται από το κράτος το οποίο παράλληλα υποσκάπτουν, ενώ ο δημόσιος τομέας αντιμετωπίζεται από αυτά ως σύνολο πόρων στην διάθεση του καθενός, χωρίς να υπάρχει η αίσθηση ότι ο πολίτης οφείλει στο κοινωνικό σύνολο. Θα έλεγε κανείς ότι περιγράφεται εδώ με μεγάλη διεισδυτικότητα, η «παρωχημένη κουλτούρα» του Διαμαντούρου, 2000, αλλά προτείνεται μια κοινωνιολογική ανάλυση της ταξικής της συγκρότησης που ερμηνεύει και την κοσμοαντίληψη της μερίδας αυτής του πληθυσμού[98]. Πράγματι ο Τσουκαλάς, ιδιαίτερα, 1981, αναφερόμενος στο κράτος και το πελατειακό σύστημα εντοπίζει πρωτίστως τα ταξικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης ως παράγοντα διαμόρφωσης πολιτικής, ενώ στο Τσουκαλάς, 2012, διατυπώνει την εύστοχη παρατήρηση ότι η αναφορά στο πελατειακό σύστημα ως εξήγηση μπορεί να αποτελέσει περισσότερο «ηθικολογική αφήγηση» που αθωώνει την πολιτική εξουσία αφού αποδίδει προβλήματα και λάθη σε διαστροφή συμπεριφοράς, παρά ερμηνεία (Πρβλ. Τριανταφυλλίδου κ.ά, 2013, σ. 36).

Την υπόθεση της «παρωχημένης κουλτούρας» του Διαμαντούρου, 2000, επέκτεινε κατά κάποιο τρόπο ο Ν. Μουζέλης (κυρίως στο Mouzelis, 1995, αλλά, βλ. και Μουζέλης, 2007), υποστηρίζοντας ότι αυτό το μέρος του ανταγωνιστικού πολιτισμικού διπόλου αναπτύχθηκε προς δύο σκέλη μετά το 1974: το πρώτο το πελατειακό συνεχίζει την παραδοσιακή κουλτούρα που επιζητεί νομιμοποίηση στην προνεωτερική οργάνωση της κοινωνίας και της πολιτικής, και το δεύτερο, το λαϊκιστικό, επιδιώκει να προσφέρει, κυρίως διαμέσου του ΠΑΣΟΚ, μια νέα βάση για τη νομιμοποίηση μιας εναλλακτικής πορείας προς τη νεωτερικότητα στην Ελλάδα (Βλ. για το θέμα και Τριανταφυλλίδου κ.ά, 2013).

Είναι γεγονός ότι το αναλυτικό πρότυπο του Διαμαντούρου, 2000, είναι εύχρηστο επειδή είναι σχηματικό, δομεί και οργανώνει μια πολιτισμική πραγματικότητα που είναι χαώδης, και καταλήγει έτσι να γίνεται ελκυστικό διότι είναι απλουστευτικό και εύκολο ως σημείο αναφοράς για κάθε ανάλυση. Εξάλλου, το ότι εύκολα αναγνωρίζει κανείς πολιτισμικές εκφράσεις, ενίοτε «γραφικές» αλλά πολύ χαρακτηριστικές (για παράδειγμα ένα αίσθημα κατωτερότητας και παράλληλα ανωτερότητας απέναντι τη Δύση), ή το «διαφορετικό όραμα κοινωνίας» που συχνά διαφαίνεται έκδηλα σε διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, διευκολύνει τη συνολικά αποδοχή του σχήματος αυτού, και την εύκολη, δημοσιογραφική χρήση του. Αλλά ενώ ο εντοπισμός των ιστορικών, και ως εκ τούτου, κοινωνικοποιητικών εμπειριών που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, στον οποίο προβαίνει ο Διαμαντούρος, 2000 -ανατρέχοντας στις συνέπειες της εισαγωγής «δυτικών» θεσμών σε μια κοινωνία με προ-καπιταλιστικές δομές- είναι οξυδερκής και γόνιμος, η σχηματοποίηση ως ερμηνευτικού σχήματος του διπόλου μοιάζει υπέρμετρα απλουστευτική, και αγνοεί τη σύνθετη κοινωνικο- οικονομική βάση στην οποία εδράζεται. Τα προσόντα του αναλυτικού αυτού σχήματος τελικά είναι, την ίδια στιγμή, και τα μειονεκτήματά του, κάτι που φαίνεται και από τη χρήση που του επιφυλάχτηκε από άλλους μελετητές. Και ενώ, βεβαίως, δεν φταίει ο Διαμαντούρος, 2000, για τη χρήση που έγινε στο αναλυτικό του σχήμα, ωστόσο, εκεί φαίνεται ολοκάθαρα η εγγενής ροπή του σχήματος προς επιφανειακές, αξιολογικές και ιδεολογικές, πρωτίστως, παρά αναλυτικές και κατατακτικές ιδιότητες[99]. Για παράδειγμα, ο «πολιτισμικός δυϊσμός» βλέπουμε να εμπνέει μιαν αντίληψη περί της ύπαρξης μιας στατικής και πρωτόλειας τομής που χωρίζει «δυο διαφορετικές ποιοτικά Ελλάδες», οι οποίες μάχονται μεταξύ τους, με τη μία Ελλάδα να «πιστεύει στην αξιοκρατία και τον υγιή ανταγωνισμό» και την άλλη να «είναι η Ελλάδα των κλειστών συνόρων, του πελατειακού συστήματος και των προνομίων, εκείνη η Ελλάδα που φοβάται το καινούριο, το ξένο και το διαφορετικό και που καταναλώνει με περισσή ευκολία κάθε είδους συνωμοτική θεωρία» (Τσούκαλης, 2002, σ. 35). «Δυο Ελλάδες» σε ριζική αντιπαλότητα, που μοιάζουν τελικά, έτσι όπως σκιαγραφούνται, να ανάγονται απλώς σε μια διαπάλη μεταξύ του «καλού» και του «κακού», έξω από κάθε κοινωνικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από κοινωνικές αντιθέσεις και κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα. Το τι «πιστεύει» όμως κανείς/-μιά, δεν δημιουργείται προφανώς εν κενώ, ενώ αυτό που ενδιαφέρει τελικά είναι πάντα να εντοπιστεί το γιατί (ποια είναι η γενεσιουργός αιτία της κάθε συγκεκριμένης κοσμοαντίληψης) και, βεβαίως, ποια είναι η κοινωνική λειτουργία της.

politismiki pantelidou 100

Από τις πιο ενδιαφέρουσες κριτικές αναφορές στο έργο του Διαμαντούρου, 2000, είναι αυτή του Λιάκου, 2013 (βλ. και Liakos, 2004), ο οποίος επιδιώκοντας να συζητήσει κριτικά την παραδοχή ότι η κρίση οφείλεται στον ανεπαρκή εκσυγχρονισμό της Ελλάδας και την ανάγκη προσαρμογής της στο πνεύμα της νεωτερικότητας, αναπτύσσει έμμεσα ίσως την ουσιαστικότερη κριτική στις θεωρητικές παραδοχές που κατευθύνουν τη συλλογιστική του Διαμαντούρου, 2000. Σε αυτήν διαβλέπει την προσπάθεια να εφαρμοστούν οι θεωρίες του εκσυγχρονισμού (modernization theories) (του εκμοντερνισμού λέει ο Λιάκος, 2013), τις οποίες κατ’ αυτόν ο Διαμαντούρος κωδικοποίησε για την περίπτωση της Ελλάδας, με την ανάλυσή του να έχει επηρεάσει «μεγάλο φάσμα των πολιτικών δυνάμεων και του τύπου». Ωστόσο, όπως λέει ο Λιάκος, 2013, «... αν δούμε τη νεωτερικότητα όχι κανονιστικά, δηλαδή ως τα απαραίτητα βήματα για να γίνει μια κοινωνία νεωτερική, αν την δούμε ως μία έννοια μέσω της οποίας επισημαίνουμε τα ενοποιητικά χαρακτηριστικά στην εξέλιξη της κοινωνίας, χαρακτηριστικά που απλώνονται σε πολλά πεδία, λ.χ. από τους κοινωνικούς ρόλους και τις ταυτότητες έως την οικονομία, τότε αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έμειναν ούτε ενιαία ούτε συμπαγή στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων τους οποίους προσγράφουμε στην εποχή της νεωτερικότητας. Επομένως θα πρέπει να δεχτούμε την αντίληψη ότι δεν έχουμε μία νεωτερικότητα αλλά πολλές. Όπως άλλωστε δεν έχουμε μία και αδιαφοροποίητη παραδοσιακότητα αλλά πολλές». Άρα, καταλήγει ο ίδιος, «είναι ανιστόρητη η άποψη που βλέπει τη νεωτερικότητα ως χειραφέτηση του ατόμου, και τον διαφωτισμό ως σύστημα καλών ιδεών και πρακτικών», αφού έχουμε πολλές και αντικρουόμενες νεωτερικότητες. Με βάση αυτή την κριτική μπορούμε συνεπώς να καταλήξουμε στο ότι μια αντίληψη στην οποία υπονοείται μια εξελικτική πορεία, από την παράδοση προς τον εκσυγχρονισμό, ως αναμενόμενη και προβλέψιμη ως προς τα στοιχεία που συνθέτουν την κάθε φάση, είναι τόσο απλουστευτική ώστε τελικά να γίνεται στρεβλή. Παράλληλα, η πρόδηλη θετική χροιά που αποδίδεται στα χαρακτηριστικά της μίας κουλτούρας και αντίστοιχα αρνητική της άλλης -στο μέτρο που ο «εκσυγχρονισμός» κάθε άλλο παρά χρησιμοποιείται ως ένα «ουδέτερο» εννοιολογικό εργαλείο- δημιουργεί προβλήματα στην αναλυτική χρήση του σχήματος αυτού[100].

politismiki pantelidou 102

Συνεπώς, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τα θετικά της προσέγγισης του Διαμαντούρου, 2000, που εντοπίζονται κυρίως στην περιγραφή των αντιφατικών ιστορικών συνθηκών που επέδρασαν στο πώς οι Έλληνες/-ίδες διαμόρφωσαν την πολιτική κοσμοαντίληψή τους, κάτι που χρωματίζει τη σημερινή πολιτική κουλτούρα, καθώς και την αναγωγή σημερινών πολιτισμικών εκφράσεων σε ένα μακρινό παρελθόν, κάτι που καταδεικνύει τη βαρύτητα των βασικών κοινωνικοποιητικών εμπειριών και τον τρόπο με τον οποίο αυτές δημιουργούν σταθερές μήτρες πρόσληψης και δράσης, που αντιστέκονται στις μεταβολές. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί/-ές στη χρήση του δυϊσμού που εντοπίζει ο συγγραφέας αυτός, ως αναλυτικό σχήμα, διότι η υπεραπλούστευση την οποία προτείνει αποσιωπά κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, άλλες ουσιώδεις διαιρετικές τομές και έτσι ενίοτε συσκοτίζει αντί να ερμηνεύει, ενώ δεν στηρίζεται πάντα σε θεωρητικά σχήματα επαρκώς επεξεργασμένα, που γι' αυτό λειτουργούν στρεβλωτικά (και απολύτως ιδεολογικά) ως προϊδεάσεις. Εξάλλου, η υποτίμηση της βαρύτητας της ιδεολογικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά, ως συγκροτημένου στοιχείου της πολιτικής κουλτούρας που την τέμνει -με την πρώτη, την Αριστερά, να μοιάζει να εντάσσεται από τον Διαμαντούρο, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στην «παρωχημένη κουλτούρα» επειδή ίσως αντιλαμβάνεται αλλιώς τον εκσυγχρονισμό- καταδεικνύει απόλυτα την ιδεολογική διάσταση και λειτουργία του διπόλου, έτσι όπως προτείνεται, αλλά και λόγω της εν μέρει εγγενούς στατικότητάς του. Ιδεολογική λειτουργία η οποία απεδείχθη και από την ιδεολογική χρήση που επιφυλάχτηκε στην αντίληψη περί πολιτισμικού δυϊσμού στην κρίση, και ως ερμηνεία της κρίσης[101]. Στην εισαγωγή στο Τριανταφυλλίδου, κ.ά, 2013 σ. 41, οι τρεις επιμελήτριες του τόμου διερωτώνται αν η κρίση αποτελεί τελικά «μια περίπτωση αποτυχημένης νεωτερικότητας ή απλώς ένα σύμπτωμα της πορείας της Ευρώπης προς τη νεωτερικότητα;» ενώ στον τόμο αυτό, υπάρχουν διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις ακριβώς με επίκεντρο το σημείο αυτό, προσεγγίσεις που αφορούν τη συγκυρία και καταδεικνύουν τι είδους ιδεολογική χρήση μπορεί να γίνει σε ένα σχήμα όπως αυτό του «πολιτισμικού δυϊσμού». Για παράδειγμα, ο Κατρούγκαλος, 2013, σ.141, υποστηρίζει ότι το να θεωρεί κανείς πως οι βασικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας μπορούν να εξηγηθούν μέσω του διπόλου παραδοσιακής και εκσυγχρονιστικής πολιτικής κουλτούρας αποτελεί μια εκδοχή οριενταλισμού: «επειδή ακριβώς δεν κατανοεί τον ταξικό χαρακτήρα των βασικών κοινωνικών αντιθέσεων, αποτυγχάνει να εξηγήσει και τα συμπτώματα της εκδήλωσής τους». Ο ίδιος ο Διαμαντούρος, 2013, σσ. 331-332, υποστηρίζει αντίθετα ότι η κρίση κατέδειξε την εξασθενημένη θέση «του μεταρρυθμιστικού συνασπισμού της χώρας», ο οποίος υποχωρεί συνεχώς, «εκχωρώντας εν τω μεταξύ την πρωτοβουλία στις αντίπαλες δυνάμεις της κουλτούρας των μη προνομιούχων». Η αντιπαλότητα είναι δηλαδή στην αντίληψή του πρωταρχικά πολιτισμική.

Γενικότερα, στο πεδίο των κριτικών αναφορών πρέπει να καταγράψουμε και τις παρατηρήσεις του Βούλγαρη, 2008 και ειδικά 2007, σ. 60, όπου, αναλύοντας εμπειρικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας για την Ελλάδα (ESS/EKKE), αναφέρεται σε δύο διαφορετικές «ατμόσφαιρες», τις οποίες εντοπίζει ως απόρροια αντίρροπων δυνάμεων, η μία εκ των οποίων εκφράζεται μέσω της αποδοχής της ευρωπαϊκής προοπτικής και του προαπαιτούμενου εκσυγχρονισμού, και η άλλη μέσω μιας «αναδίπλωση(ς) στο εθνικό-κοινοτιστικό αξιακό και ψυχολογικό πλαίσιο». Και προσθέτει (Βούλγαρης, 2007, σ. 60), ότι οι δύο «ατμόσφαιρες» συνυπάρχουν, με το συσχετισμό τους να μεταβάλλεται ανάλογα με το πολιτικό και το διεθνές πλαίσιο, αλλά διευκρινίζει ότι «δεν πρόκειται για έναν ‘πολιτισμικό δυϊσμό’, για δύο αντιτιθέμενες κουλτούρες που εμπνέουν δύο διακριτές κοινωνικές και πολιτικές παρατάξεις. Πρόκειται για αντιφατικές προσμείξεις αντιλήψεων και αξιών που χαρακτηρίζουν ευρύτατα κοινωνικά σύνολα και άτομα». Παρότι ο Διαμαντούρος, 2000, δεν αναφέρεται σε «διακριτές πολιτικές και κοινωνικές παρατάξεις», αλλά θεωρεί ότι οι διαιρέσεις και τα ρήγματα που δημιουργεί ο πολιτισμικός δυϊσμός τον οποίο εντοπίζει «τέμνουν εγκάρσια την ελληνική κοινωνία και τους θεσμούς» (σ. 14), εντούτοις, το δυναμικότερο σχήμα που περιγράφει ο Βούλγαρης, 2007, σ. 60, με τις αντιφατικές προσμείξεις και σε ατομικό επίπεδο, προσφέρεται καλύτερα για μια προσέγγιση της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας αποδεσμευμένη από την προϊδέαση μιας εξελικτικής αξιολογικής αντίληψης περί προόδου από την παράδοση στον «εκσυγχρονισμό».

politismiki pantelidou 103

Οι προσπάθειες να εντοπιστούν οι «παθογένειες» του ελληνικού πολιτικού συστήματος και στο πολιτισμικό πεδίο, όπως αυτό διαμορφώθηκε ιστορικά μέσω των δεδομένων κοινωνικοποιητικών εμπειριών που δημιούργησαν στάσεις και αξίες οι οποίες αντιστέκονται στη μεταβολή, είναι εξαιρετικά γόνιμη προσπάθεια και γι' αυτό η διερεύνηση, ιστορική και εμπειρική, της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ελληνική επιστημονική παραγωγή, με ουσιώδεις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Ο δε σχεδιασμός πολιτικών έχει πολύ να ωφεληθεί από σχετικές προσεγγίσεις, οι οποίες εντοπίζουν τις ιστορικές καταβολές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και τις κρίσιμες παραμέτρους που αυτές οριοθέτησαν με συνέπειες ορατές ως σήμερα. Για παράδειγμα, το ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα καθιερώθηκε πρόωρα, με την έννοια ότι οι κοινωνικές συνθήκες με καμία έννοια δεν ανταποκρίνονταν σε συνθήκες ανάπτυξης κοινοβουλευτισμού, κάτι που οφείλεται στην κατάσταση η οποία ως κληρονομιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας επικρατούσε μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας και την ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους (Χαραλάμπης, 1989), δεν μπορεί να αγνοείται στις συγκεκριμένες εκφάνσεις του όταν μιλάμε για το σημερινό δημόσιο τομέα, τις αντιλήψεις που τον αφορούν και τα προβλήματα της δημόσιας διοίκησης. Αλλά ούτε και να δαιμονοποιούμε συγκεκριμένες πολιτισμικές εκφράσεις με βάση μιαν αντίληψη περί ομοιογενούς, δεδομένης, εξελικτικής πορείας στην οποία αξιολογικά κάποιοι/ες δεν μπορούν ή δεν θέλουν να προσαρμοστούν, λόγω ιδιοτελών συμφερόντων, που βέβαια μόνο αυτοί/-ές έχουν. Η μελέτη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας χρειάζεται τον εντοπισμό των ιστορικών καταβολών της, ώστε να υπάρχουν στοιχεία ερμηνείας της σύγχρονης πολιτισμικής πραγματικότητας, χρειάζεται αποτύπωση των εξελίξεων και των μεταβολών που συντελούνται στο πλαίσιό της ώστε να κατανοήσουμε τάσεις και εντάσεις, χρειάζεται εντοπισμό των διαφορετικών αξιακών συστημάτων, ώστε να δούμε την πολιτισμική βαρύτητα όλων των διαιρετικών τομών (συμπεριλαμβανομένης και της διάκρισης Αριστερά/Δεξιά), αλλά δεν χρειάζεται αξιολογικές/ιδεολογικές στρεβλώσεις, ειδικά δε όταν αυτές επενδύονται το μανδύα του ορθολογικού και του αυτονόητου. Το τελευταίο είναι ίσως το σημαντικότερο.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 99-106

Σημειώσεις

[93] Για την ελληνική πολιτική κουλτούρα κλασική στο σημείο αυτό είναι η αναφορά στο Διαμαντούρος, 2000, 2005 και Diamandouros 1983. Αλλά, βλ. και Τσουκαλάς,, 1977, 1981, 1986, 1993, 1996, 1996α, Βούλγαρης, 2007, 2008, Καφετζής, 1988, 1994, 1997, Παντελίδου Μαλούτα, 1987, 1990, 1991 και Δεμερτζής, 1994.

[94] Για το πελατειακό σύστημα στην Ελλάδα, βλ. ενδεικτικά, Λυριντζής, 1987, Λυριντζής, Νικολακόπουλος, 1990, Λυριντζής, 1991, Μουζέλης, 1989, Σπουρδαλάκης, 1998.

[95] Βλ. Παντελίδου Μαλούτα, 1990, Διακουμάκος, 2009. Στα δύο αυτά κείμενα διερευνάται η αιτιολόγηση του πολιτικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας με τον ίδιο τρόπο, με βάση στοιχεία που τα χωρίζει μια εικοσαετία και προκύπτει ότι είναι μαζική η μη «πολιτική» αιτιολόγηση που αφορά στην ύπαρξη ενδιαφέροντος για την πολιτική. Βλ. και παρακάτω, Κεφάλαιο 8.2.

[96] Τα συγκρινόμενα στοιχεία έχουν ως πηγή τις έρευνες: Πολιτική Συμπεριφορά των Γυναικών, ΕΚΚΕ 1988, και Έρευνα Πολιτικών Προτύπων & Πολιτικής Συμπεριφοράς, ΕΚΠΑ 2006.

[97] Εκτός από το Διαμαντούρος, 2000, βλ. και Μouzelis, 1995, για μια πρόταση σχετικής περιοδολόγησης από τα μέσα του 19ου ως σήμερα.

[98] Βλ. και Τριανταφυλλίδου, κ.ά, 2013, οι οποίες επίσης αναφέρονται στο έργο του Τσουκαλά σε συνδυασμό με την προβληματική Διαμαντούρου.

[99] Βλ. και Τζιόβας, 1995, για μια κριτική στο διπολικό σχήμα παράδοση-νεωτερικότητα, ως υπερβολικά άκαμπτο, καθώς και Kokosalakis Psimmenos, 2005, όπου τονίζεται η πραγματικότητα της ροής και της μείξης, μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας. Η Τριανταφυλλίδου κ.ά, 2013, στην εισαγωγή τους, παραθέτουν μια συνθετική επισκόπηση των σχετικών θεωρήσεων, με αφορμή το σχήμα του Διαμαντούρου, 2000.

[100] Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, και τη συγκυρία. Το τέλος της δεκαετίας του 1980 και οι αρχές του 1990 σημαδεύονται στην Ελλάδα από την ανάπτυξη θεωρητικής συζήτησης για τον εκσυγχρονισμό ως έννοια με πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο μάλιστα ταυτίστηκε με συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα, αλλά και πρόσωπα (Βλ. ενδεικτικά, Παπούλιας, Λιάκος, κ.ά. 2000.) Μπορούμε να παρομοιάσουμε τη συνήθη χρήση της έννοιας του εκσυγχρονισμού, με το απόλυτα θετικό πρόσημο και χωρίς προσδιορισμό ως προς το περιεχόμενο, με τη χρήση της έννοιας της μεταρρύθμισης που γίνεται συχνά με αφορμή την κρίση.

[101] Για μια ενδιαφέρουσα κριτική των ιδεολογικών παραδοχών της ανάλυσης του Διαμαντούρου, κυρίως με σημείο αναφοράς το Διαμαντούρος, 2013, βλ. τον (επίσης ιδεολογικά φορτισμένο) σχολιασμό του Παπαδάτου Αναγνωστόπουλου, 2015, ο οποίος παρατηρεί: «Επί είκοσι και πλέον χρόνια, ο κυρίαρχος πολιτικός και δημοσιογραφικός λόγος ενστερνίζεται τις παραδοχές του Διαμαντούρου –έναν λόγο που εμφανίζεται ως πραγματιστικός/μη ιδεολογικός. Όμως οι εμφάσεις και οι αποσιωπήσεις της σχολής της ‘πολιτισμικής σύγκρουσης’ είναι ο ορισμός του ιδεολογικού λόγου, όχι γιατί ‘λένε ψέματα’, αλλά γιατί αποκρύβουν κρίσιμες αλήθειες».

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ