Menu
14 / 11 / 2018 - 05:06 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politsimiki pantelidou 91

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

6.2 Υλιστικά/μεταϋλιστικά πρότυπα και πολιτική κουλτούρα

To ότι η ιστορική εμπειρία κάθε διαδοχικής γενιάς είναι αναπόφευκτα διαφορετική από αυτή της προηγούμενης αφήνει αποτυπώματα στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης τα οποία είναι πολύ σημαντικό να μελετηθούν.

Όσο κι αν είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτά per se, επειδή εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες και ιδιαίτερα αυτός της θέσης στον κύκλο της ζωής που μοιάζει αδιαχώριστος από αυτόν της γενιάς. Είναι δε σημαντικό να μελετηθούν διότι επιδρούν, όπως είδαμε, στη διαμόρφωση άλλων, διαφορετικών πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, συμβάλλοντας έτσι και στη μεταβολή της πολιτικής κουλτούρας στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώνονται. H πληρέστερη αντιμετώπιση του θέματος «επίδραση της γενιάς ή της ηλικίας» ανήκει στον Inglehart, 1973, σσ. 131-178, o οποίος καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα από αυτά γνωστότερων πολιτολογικών αναλύσεων. Ο Inglehart, 1973, επισημαίνει ότι στην Ευρώπη παρατηρείται μια αλλαγή στα συστήματα αξιών με τα οποία εμφορείται η νέα γενιά μεταπολεμικά, αλλαγή που οφείλεται στις διαφορετικές συνθήκες στις οποίες κοινωνικοποιείται, και τα οποία (θα) έχουν σημαντική μακροχρόνια επίδραση στις πολιτικές τους συμπεριφορές (στο ίδιο, σ. 177). Και αυτή η παρατήρηση δεν είναι αυθαίρετα γενικευτική, αφού ο συγγραφέας έχει ελέγξει την κοινωνική προέλευση και το μορφωτικό επίπεδο του δείγματός του[90]. Δύο είναι, συνεπώς, στο σημείο αυτό οι εμπειρικά τεκμηριωμένες παρατηρήσεις: Αφενός η σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των αξιών νέων και λιγότερο νέων, που σημειώνεται μεταπολεμικά στην Ευρώπη και αφετέρου, η απόδοση της διαφοροποίησης στην παράμετρο της γενιάς. Κάτι που ελέγχθηκε συστηματικά και επιβεβαιώθηκε.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, σε αντίθεση με τον Inglehart, 1971, 1973, οι Campbell, Converse κ.ά., 1964, αποδίδουν τις διαφορές που παρατηρούν στις αντιλήψεις στο δικό τους δείγμα σε διαφορετικές ηλικίες, στον παράγοντα της ηλικίας/θέσης στον κύκλο της ζωής. Έτσι δεν καταλήγουν σε συμπεράσματα που να αναφέρονται στις ενδεχόμενες μακροχρόνιες συνέπειες αυτών των διαφορών, αφού, όπως φαίνεται, αδυνατούν να συλλάβουν τις κοινωνικοποιητικές επιπτώσεις της γενιάς. Αναμένουν δε, αντίθετα, ότι οι παρατηρούμενες διαφορές που συνδέονται με την ηλικία θα εξαλειφθούν με την αλλαγή στη θέση στον κύκλο της ζωής και το ηλικιακό προχώρημα των νεότερων.

Αλλά βέβαια, είναι οι εργασίες του Inglehart και της ομάδας του αυτές που έλεγξαν ερευνητικά και επιβεβαίωσαν, τόσο την βαρύτητα των επιδράσεων της γενιάς, όσο και τις συγκεκριμένες κοινωνικοποιητικές επιδράσεις που συνέβαλαν σε σημαντικές αλλαγές στα αξιακά πρότυπα των νέων στην Ευρώπη. Αλλαγές που γίνονται αισθητές και όταν οι νέοι/ες πάψουν να είναι νέοι/ες, καταδεικνύοντας το ειδικό βάρος της γενιάς στη σχέση γενιά/θέση στον κύκλο της ζωής. Γι' αυτό και όπως είπαμε παραπάνω στο Κεφαλαιο 2.1, έρευνες για τις αξίες από τις οποίες εμφορούνται οι νέοι/ες, στις οποίες έχει σημειωθεί σημαντικότατη μεταβολή από τις πιο υλιστικές, σύμφωνα με τη θέση του Inglehart, 1971, 1973, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί μεταϋλιστικές, προσφέρουν στοιχεία ερμηνείας για πληθώρα μεταβολών και στο επίπεδο των δομών: Στροφή στο life-style, ιδιώτευση/απομόνωση, ατομοκεντρισμός, έμφαση στην επιδίωξη προσωπικής ικανοποίησης, άνοδος της νεο-φιλελεύθερης κοσμοαντίληψης, με ό,τι σημαίνει αυτή για την εκλογική συμπεριφορά και τις μεταβολές στο πολιτικό σύστημα κ.λπ., συνοδεύουν τις λεγόμενες μεταϋλιστικές αξίες και τα αντίστοιχα πρότυπα ζωής και αλληλο-ανατροφοδοτούνται.

politsimiki pantelidou 92

Ο Inglehart, 1971, 1973, υποστήριξε συγκεκριμένα ότι ο συνδυασμός ευημερίας και ειρήνης που ακολούθησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησε σημαντικότατες αλλαγές στις πολιτικές κουλτούρες του «δυτικού κόσμου». Πολιτισμικές αλλαγές τις οποίες μάλιστα αποκάλεσε «σιωπηρή επανάσταση». Υπογράμμισε ότι αφού προτεραιότητες όπως, οικονομική ασφάλεια και πρόοδος έμοιαζαν να έχουν ικανοποιηθεί, άλλες προτεραιότητες άρχισαν να αναφύονται, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970. Προτεραιότητες που σχετίζονται με την ποιότητα της ζωής, με τη δυνατότητα επιλογών και την αυτοπραγμάτωση. Με τους φορείς τους να έλκονται από μονοθεματικές συλλογικότητες, κοινωνικά κινήματα, όπως οικολογικό, φεμινιστικό, αντιπυρηνικό, κ.ά. Πολύ λιγότερο δε από δομές προώθησης συλλογικών οραμάτων για συλλογικές κοινωνικές αλλαγές, όπως είναι τα πολιτικά κόμματα, που την ίδια περίοδο χάνουν μεγάλο μέρος από την αίγλη τους. Πρόκειται για ένα πέρασμα από υλιστικά σε μεταϋλιστικά πρότυπα, υποστηρίζει ο Inglehart, 1971, 1973, πέρασμα που εκφράζει πρωτίστως τους/ις νέους/-ες, όπως φαίνεται στην ηλικιακή κατανομή των εκφραστών τους. Ανθίζουν δε κυρίως στην Ευρώπη, εξαπλώνονται με ταχύτητα τη δεκαετία του 1990 (Inglehart, 1999, 2008), ειδικά στις πλουσιότερες χώρες όπως Δανία, Ολλανδία και Δ. Γερμανία, αλλά και στις άλλες Σκανδιναβικές χώρες, με τον φτωχότερο Νότο να υστερεί σαφώς, όπως είναι αναμενόμενο, στη διάδοσή τους.

Σε πιο πρόσφατη μελέτη του, ο R. Inglehart, 2008, υποστηρίζει ότι αν το 1971 διέβλεπε διαγενεακές αλλαγές στις αξίες, μετά την πάροδο μιας ολόκληρης τριακονταετίας (δηλαδή μιας γενιάς με ανθρωπολογικούς όρους), είναι πλέον φανερό ότι οι σχετικές αλλαγές έχουν επέλθει και παγιωθεί. Αναλύοντας πολλαπλά εμπειρικά δεδομένα με πολλές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης και της σύγκρισης στοιχείων μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, επιβεβαιώνει την υπόθεσή του ότι η οικονομική ευημερία και η συνακόλουθη ικανοποίηση βασικών αναγκών ευνοούν τη διαγενεακή στροφή προς μεταϋλιστικές αξίες. Οι σχετικές παρατηρήσεις είναι οξυδερκείς και απολύτως τεκμηριωμένες. Ενδεχομένως όμως υστερούν ως προς την ερμηνεία του «μεταϋλιστικού» προτύπου και των κοινωνικοπολιτικών και πολιτισμικών συμφραζομένων της παγίωσής του.

H μεγάλη διάδοση αυτών που αποκαλεί ο Inglehart, 1971, 1973, μεταϋλιστικά πρότυπα σκέψης, αντίληψης και αξιών, σχετίζεται βέβαια και με τη γενική άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου των νεότερων γενεών, που όσο αντικαθιστούν γηραιότερες και λιγότερο μορφωμένες, τόσο περισσότερο διαδίδεται μια «μεταϋλιστική» κοσμοαντίληψη. Ωστόσο, ενώ αυτό αποτελεί σαφή διαγενεακή αλλαγή στις αξίες, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί/-ές τόσο στην αιτιολόγηση του φαινομένου, όσο και ως προς τις εύκολες αξιολογικές κρίσεις, στις οποίες μπορεί να οδηγεί μια επιφανειακή αναφορά σε υλιστικές και μεταϋλιστικές αξίες στο σχήμα αυτό. Διότι θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η διάσταση ατομοκεντρικό/κοινωνιοκεντρικό, που δεν ταυτίζεται προφανώς μονοσήμαντα με την πρώτη διχοτομία, ούτε μπορεί να αναχθεί σε αυτή κατά απλουστευτικό τρόπο, υπεισέρχεται και αυτή τόσο στη σκιαγράφηση, όσο και στην κοινωνική αποτίμηση των αλλαγών. Υλιστικές αξίες μπορεί να οδηγήσουν (και προφανώς αυτές έχουν οδηγήσει) σε κοινωνικούς αγώνες για συλλογική ευημερία και κοινωνική ισότητα και όχι μόνο σε επιδίωξη ατομικής ευημερίας. Ενώ μεταϋλιστικές αξίες ενδέχεται να συνοδεύονται (και συχνά όντως συνοδεύονται) από απολύτως ατομοκεντρικές επιλογές lifestyle, και όχι από ενδιαφέρον για το περιβάλλον, για παράδειγμα, στο οποίο θα ζήσουν οι επόμενες γενιές, ή για τα δικαιώματα κοινωνικών κατηγοριών που ζουν σε συνθήκες αποκλεισμού. Η αύξηση της πολιτικής αδιαφορίας, η μείωση της κομματικής ταύτισης και η έμφαση στην ατομική επίλυση συλλογικών προβλημάτων που βιώνονται ως ατομικά και για τα οποία οι φορείς τους ατομικά διεκδικούν αποδοχή, δείχνουν μάλιστα πως όντως, συνήθως, τα «μεταϋλιστικά» πρότυπα σκέψης, που συνοδεύουν «νέου τύπου» κοσμοθεωρήσεις στην παρούσα ιστορική φάση, συνοδεύονται από ατομοκεντρική προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων και στις διεκδικήσεις. Κάτι που γίνεται ιδιαίτερα φανερό στο επίπεδο της συνολικής πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας, στις σχέσεις της με το πολιτικό σύστημα, αλλά και στη μορφή και το λόγο κομματικών σχηματισμών που διαμορφώνονται σε συνθήκες αυξανόμενης διάδοσης «μεταϋλιστικών» αντιλήψεων. Και μάλιστα σε μια συγκυρία οπότε η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού λίγο αμφισβητείται.

politsimiki pantelidou 93

Η παραπάνω επισήμανση επιβάλλει νομίζω μια κριτική αναστοχαστική στάση απέναντι στη διάκριση υλιστικά/μεταϋλιστικά αξιακά πρότυπα, ιδιαίτερα στο βαθμό που έχει επιτραπεί να εμφιλοχωρήσουν ψήγματα αξιολογικών κρίσεων υπέρ των μεταϋλιστικών, κυρίως, σε μελέτες που είναι εμπνευσμένες από τον βασικό εισηγητή της διάκρισης των αξιακών προτύπων. Οι Gibbins και Reimer, 1999, παρατηρούν ότι οι ερμηνείες που αφορούν στις αλλαγές στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις των πολιτών έχουν πολλές και διαφορετικές εκδοχές, με τον Offe, 1985, για παράδειγμα, να τις αποδίδει σε δομικές παραμέτρους του αποδιοργανωμένου πλέον καπιταλισμού και τις συνεπαγόμενες ταξικές αλλαγές. Η αντίληψη του Inglehart, 1971, 1973, που αποδίδει τις μεταβολές που παρατηρούνται στο πεδίο της πολιτικότητας στο σύστημα αξιών, με τις αλλαγές στο τελευταίο να συνδέονται με αλλαγές στην πυραμίδα των αναγκών, επιβεβαιώνεται βέβαια εμπειρικά, ως προς το πρώτο σκέλος. Με την έννοια ότι παρατηρείται όντως ηλικιακή/διαγενεακή μεταβολή στις αξίες, που σαφώς επιδρά στην πολιτική κοσμοαντίληψη και συμπεριφορά. Αλλά η ερμηνεία στην οποία προβαίνει ο Inglehart, 1971, 1973, ως προς το δεύτερο σκέλος της υπόθεσής του και η εννοιολόγηση που προτείνει στη διάκριση υλιστικά/μεταϋλιστικά πρότυπα, δεν εμβαθύνει, ίσως, επαρκώς στο φαινόμενο, στις αιτίες και την ουσία των αξιακών μεταβολών.

Οι Gibbins και Reimer, 1999, σ. 108, κ.έ, στην κριτική επισκόπησή τους των θέσεων του Inglehart, 1971, 1973, παρατηρούν ότι, ενώ η μεταϋλιστική υπόθεση βασίζεται σε μια αντίληψη της υποκειμενικότητας ως δεδομένης και δομημένης γύρω από έναν συγκροτημένο προϋπάρχοντα «εαυτό» που επιδιώκει την αυτοπραγμάτωση, οι ίδιοι υποστηρίζουν πως πρόκειται κυρίως για συνθήκες στις οποίες η υποκειμενικότητα δομείται και αναδομείται συνεχώς, χωρίς την ύπαρξη ενός σταθερού «εαυτού». Πρόκειται δηλαδή για μια μετανεωτερική υπόθεση, στην οποία αμφισβητείται η ύπαρξη μιας εσωτερικά συνεκτικής μεταϋλιστικής αντίληψης, με ομοειδείς αξίες να συγκροτούν ένα συγκροτημένο σύστημα. Στην αντίληψή τους εντοπίζεται, μάλλον, ένα συνονθύλευμα ετερογενών και πολυποίκιλων αιτημάτων και ανησυχιών, που επιδιώκουν αυτoέκφραση (όχι αυτοπραγμάτωση). Και τα οποία δεν στηρίζονται σε μια υποτιθέμενη συγκροτημένη νέα κοσμοαντίληψη όπου, για παράδειγμα, όπως υποστηρίζουν οι Gibbins, Reimer, 1999, το ενδιαφέρον για τα ζώα θα εκφράζεται ως γενικότερο ενδιαφέρεται για τη σωτηρία του ζωικού βασιλείου. Κάτι που υπονοείται στη μεταϋλιστική υπόθεση. Αλλά μάλλον θα χαρακτηρίζεται από την επιθυμία να σταματήσει ο βασανισμός των ζώων σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κατακερματισμός, η προτίμηση στο επιμέρους, η πολυσημία και η ποικιλία, τα πολλαπλά σημεία αναφοράς και στο πεδίο της πολιτικής, χαρακτηρίζουν τη μετανεωτερική συνθήκη, όπως την αντιλαμβάνονται οι Gibbins, Reimer, 1999, σε αντίθεση με τον πολύ πιο σαφή και ξεκάθαρο κόσμο των μεταϋλιστικών αξιών του R. Inglehart, 1971, 1973. Αλλά η ατομοκεντρική πρόσληψη είναι πολύ πιο ευκρινής στη διαδικασία αυτοέκφρασης, που υποστηρίζουν οι πρώτοι ως όχημα της αλλαγής των αξιών, από ό,τι στην ανάγκη αυτοπραγμάτωσης, την οποία υπονοεί ο δεύτερος ως γενεσιουργό αιτία των αξιακών μεταβολών που αποκαλεί μεταϋλιστικές.

Με την ατομοκεντρική (σε αντιπαράθεση με μια κοινωνιοκεντρική) αντίληψη, που συνοδεύει την ιδιώτευση να είναι πολλαπλά τεκμηριωμένη στην κοινωνική έρευνα. Επιπλέον δε, μια ευρεία θεώρηση των αλλαγών που συνδέονται με τον αναδυόμενο αποδιοργανωμένο καπιταλισμό, με τις πολυποίκιλες νέες δυνάμεις που επιδρούν και διαμορφώνουν την καθημερινότητα στις νέες συνθήκες και καθορίζουν νέες νοηματοδοτήσεις και νέους τρόπους θεώρησης της ζωής, (Gibbins, Reimer, 1999, στην εισαγωγή), επιτρέπουν την ένταξη των αξιακών μεταβολών στο ευρύτερο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας, κάτι που συμβάλει στην ουσιαστικότερη ερμηνεία τους. To ίδιο θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς και για την οπτική που συνδέει τις αλλαγές που παρατηρούνται με τη ύστερη φάση της νεωτερικότητας, οπότε η «χειραφετητική πολιτική» (emancipatory politics) έχει υποκατασταθεί από μια πολιτική που αποκαλείται life politics (Giddens, 1991). Σε αυτή τη φάση η πολιτική που προσέβλεπε σε «ευκαιρίες για όλου/ες», κι έτσι στην καταπολέμηση ανισοτήτων και την απελευθέρωση από ποικίλα δεσμά (πρόκειται για τη χειραφετητική πολιτική), έδωσε τη θέση της σε μια πολιτική που στοχεύει στην προαγωγή της δυνατότητας για μια πλούσια ζωή που «γεμίζει» τον/ην φορέα της και αποκαλείται από τον Giddens, 1990, πολιτική του lifestyle. Παρότι έχει δεχτεί πολλαπλές και βάσιμες κριτικές η σχετική θεώρηση του Giddens, 1990, λόγω κυρίως του διαχωρισμού που φαίνεται να προτείνει μεταξύ των δύο ειδών πολιτικής, οι οποίες ιστορικά δεν μπορεί να διαχωριστούν απόλυτα ως φάσεις (Flitner, Heins, 2002), ωστόσο δημιουργεί ενδιαφέρουσες υποθέσεις και δίνει πλούσια τροφή για σκέψη[91].

politsimiki pantelidou 94

Ενώ είναι πολλαπλά τεκμηριωμένη η μειωμένη αίσθηση υποκειμενικής συνάφειας με την παραδοσιακή πολιτική διαδικασία των νέων και εμφορούμενων κυρίως από πιο «μεταϋλιστικές» ή μετανεωτερικές αξίες, γενεών, αναπτύσσεται όλο και περισσότερο η έρευνα σχετικά με το ρόλο και τις χρήσεις του διαδικτύου στην πολιτική συμπεριφορά τους, καθώς και σχετικά με την ευρύτερη πολιτική σημασία του. Η σχετική συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε δύο κατευθύνσεις: Αφενός, γύρω από το ερώτημα αν το διαδίκτυο προσφέρει απλώς μια νέα διέξοδο συμμετοχής και συστράτευσης στους/ις νέους/-ες, που ταιριάζει στη νέα τεχνολογική εποχή, ή αν το ίδιο το μέσο επιδρά στον τύπο και την ποιότητα της συμμετοχής. Και αφετέρου, σχετικά με το εάν η ευκολία στην πρόσβαση διευκολύνει ένα είδος συμμετοχής ακόμη και για άτομα που θα ήταν αλλιώς μη συμμετοχικά, ή αν προσθέτει νέα εμπόδια και δομεί νέες διακρίσεις στην πολιτική συμμετοχή[92]. Υπάρχουν πολλές και αντιφατικές απαντήσεις και πορίσματα, με την ανάδυση ενός προτύπου ιδιότητας του πολίτη που συγχέεται με αυτή του/ης καταναλωτή/-ριας, να μοιάζει ιδιαίτερα διαδεδομένη την εποχή του διαδικτύου και να είναι πολιτικά ιδιαίτερα σημαντική (Gerodimos, 2012). Παράλληλα, το πρότυπο αυτό συνδέεται τόσο με βαθιά δυσπιστία απέναντι στη βαρύτητα και την αποτελεσματικότητα της συλλογικής δράσης και της κεντρικής πολιτικής διαδικασίας, όσο και με τη διάδοση αξιών που αποκαλούνται ακολουθώντας τον Inglehart, 1971, 1973, μεταϋλιστικές. Το τελευταίο, αποτελεί στοιχείο που διευκρινίζει περαιτέρω τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των νέων αξιακών προτύπων από τα οποία εμφορούνται οι νέες γενιές στον Ευρωπαϊκό Βορρά, κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, και παράλληλα επιτρέπει/ενισχύει τη συζήτηση γύρω από την υπόθεση του μετανεωτερικού χαρακτήρα τους, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Θα πρέπει τέλος να υπογραμμίσουμε ότι οι μελέτες που επιβεβαίωσαν την ύπαρξη σημαντικών αλλαγών στις πολιτικές στάσεις και στη συμπεριφορά των πολιτών στην Ευρώπη, αλλαγές που σχετίζονται με το αξιακό τους σύστημα και τις σημαντικές μεταβολές που παρατηρούνται σε αυτό, είτε αναφερθούμε σε μεταϋλιστικές (Inglehart, 1971, 1977, 1990), είτε σε μετανεωτερικές αξίες (Gibbins, Reimer, 1999), είτε σε πολιτικές του lifestyle (Giddens, 1990), υπογράμμισαν παράλληλα τη σημασία της «γενιάς», ως αναλυτικής κατηγορίας. Με τη συζήτηση δε που προκάλεσαν έβαλαν τη μελέτη των αξιών στο επίκεντρο της πολιτολογικής έρευνας για τους πολίτες και το ρόλο τους στην πολιτική διαδικασία. Κι αυτό αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που ευνοεί τη στροφή της μελέτης προς τις πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας. Την κάνει δε και κοινωνικά επιβεβλημένη, με δεδομένο το χαρακτήρα της ατομοκεντρικής κοσμοαντίληψης που διαφαίνεται ως κυρίαρχη στις νέες γενιές, προβάλλοντας πιθανολογικές προβλέψεις για το μέλλον όχι ευνοϊκές για την πορεία της δημοκρατίας. Από αυτή την άποψη, με βάση το ρόλο της κοινωνικοποίησης στη διαμόρφωση και την αναδιαπραγμάτευση στάσεων και αξιών, ίσως θα έπρεπε να απαντήσουμε απερίφραστα, μαζί με τη Brown, 2013, σ.105, σε ερωτήματα που θέτει η ίδια για τη δημοκρατία ότι: οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες έχουν, όντως, την ηθική ευθύνη «να μάθουν στις νέες γενιές να επιθυμούν» την ελευθερία και την ισότητα, τις οποίες υπόσχεται το δημοκρατικό όραμα. Έχουν δε και τη δυνατότητα να το κάνουν, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, να θέλουν κάτι τέτοιο.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 90-95

Σημειώσεις

[89] Για μια συνθετική παρουσίαση των μεθοδολογικών προβλημάτων που απορρέουν από τη χρήση της ηλικίας ως ανεξάρτητης μεταβλητής, βλ. Percheron, 1985, σσ. 228-262. Βλ. και Παντελίδου Μαλούτα, 2012.

[90] To δείγμα της πολύ σημαντικής αυτής έρευνας είναι αντιπροσωπευτικό των ατόμων 15 ετών και πάνω και η προέλευσή του είναι από την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία (Inglehart, 1973, σσ. 135-136).

[91] Για μια ενδιαφέρουσα κριτική παρουσίαση της σχετικής προβληματικής, βλ. Lemke, 2011.

[92] Για τις πολιτικές χρήσεις του διαδικτύου από τη νέα γενιά στην Ευρώπη, βλ. Loader, 2007, Livingstone, κ.ά., 2007, Hargittai, Hinnant, 2008, Coleman κ.ά, 2008, Gerodimos, 2012. Bλ. και παραπάνω, Κεφάλαιο 2.2.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Almond, G.A. (1977), «Youth and changing political culture in the United States», στο Direnzo Ο. (επιμ.), We the people: American character and social change, Westport, Greenwood Press.

Berger, P., Luckmann, T. (1981), The social construction of reality, Harmondsworth, Penguin.

Bottomore, T. (1983), Political Sociology, London, Hutchinson.

Bourdieu, P. (1972), Esquisse d’une théorie de la pratique, Genève, Droz, 1972.

Bourdieu, P. (1974), «Avenir de classe et causalité du probable», Revue Française de Sociologie 15, σσ. 3-42.

Brown, W. (2013), «Τώρα είμαστε όλοι δημοκράτες», στο Badiou, A., Nancy, J.-J., κ.ά, Πού πηγαίνει η δημοκρατία; Αθήνα, Πατάκης.

Coleman, R., Lieber, P., Mendelson, A. L., Kurpius, D. D. (2008), «Public life and the internet: if you build a better website, will citizens become engaged?», New Media & Society 10, 2, σσ. 179–201.

Converse, Ρ., Niemi, R. (1972), «Non voting among young adults in the United States», στο Crotty, W., κ.ά. (επιμ.), Political parties and political behavior, Boston, Allyn and Bacon.

Di Palma, G. (1970), Apathy and participation, New York, Free Press.

Flinter, M., Heins, V. (2002), «Modernity and life politics», Political Geography 21, σσ. 39-340.

Gaxie, D. (1978), Le sens caché, Paris, Seuil.

Gerodimos, R. (2008), «Mobilising young citizens in the UK: a content analysis of youth and issue websites», Information, Communication & Society 11, 7, σσ. 964–988.

Gibbins, J. R., Reimer, B., (1999), The politics of postmodernity: An introduction to contemporary politics and culture, London, Sage, 1999.

Giddens, A. (1990), The consequences of modernity, Cambridge, Polity Press.

Giddens, A. (1991), Modernity and self-identity, Cambridge, Polity Press.

Hargittai, E., Hinnant, A. (2008), «Digital inequality: differences in young adults’ use of the internet», Communication Research 35, 5, σσ. 602–621.

Inglehart, R. (1971), «Generational change in Europe», στο Dogan, M., Rose, R. (επιμ.), European politics: A reader, London, MacMillan.

Inglehart, R. (1973), «The silent revolution in Europe. Intergenerational change in post industrial societies», στο Dennis, J. (επιμ.), Socialization to politics. A reader, New York, John Wiley.

Inglehart, R. (1999), «Postmodernization erodes respect for authority but increases support for democracy», στο Norris, P. (επιμ.), Critical citizens, Oxford, Οxford University Press.

Ιnglehart, R., (2008), «Changing values among western publics 1970-2006», West European Politics 31, 1-2, σσ.130-146.

Jennings, M. Κ. (1987), «Residues of a movement: The aging of the American protest generation», American Political Science Review 81, 2, σσ. 367-382.

Lemke, T. (2011), Biopolitics: An advanced introduction, New York, New York University Press.

Livingstone, S., Couldry, N., Markham, T. (2007) «Youthful steps towards participation: does the Internet help?», στο Loader, B. (επιμ.), Young Citizens in the Digital Age: Political Engagement, Young People and New Media, London, Routledge.

Loader, B. (επιμ.) (2007), Young Citizens in th Digital Age: Political Engagement, Young People and New Media, London, Routledge.

Mannhein, Κ. (1952), «The problem of generations», στο Essays on the Sociology of knowledge, London, Routledge and Kegan Paul.

Niemi, R.G. (1973), «Political socialization», στο Knutson, J. (επιμ.) Handbook of Political Psychology, San Francisco, Jossey-Bass.

Niemi, R.G., Stanley, Η., Lawrence Evans, C. (1984), «Age and turnout among the newly enfranchised: Life cycle versus experience effects», European Journal of Political Research 12, 4, σσ. 371-386.

Offe, C. (1985), Disorganized capitalism: Contemporary transformations of work and politics, Cambridge, MIT Press.

Παντελίδoυ Μαλούτα, Μ. (1987), Πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στην αρχή της εφηβείας, Αθήνα, Gutenberg.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (1991), «Oι έφηβοι της ‘αλλαγής’», Eπιθεώρηση Kοινωνικών Eρευνών 80, σσ. 41–69.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1992), Γυναίκες και πολιτική: Η πολιτική φυσιογνωμία των Ελληνίδων, Αθήνα, Gutenberg.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (2010), «Αλλαγές στις πολιτικές αντιλήψεις των νέων γυναικών στο τέλος του 20ου αιώνα», στο Β. Καραμανωλάκης, Ε. Ολυμπίτου, Ι. Παπαθανασίου, Η ελληνική νεολαία τον 20ό αιώνα, Αθήνα, ΑΣΚΙ/Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς/Θεμέλιο.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (2012), Πολιτική Συμπεριφορά, Αθήνα, Σαββάλας.

Pye, L. (1976), Politics personality and nation building, Westport, Greenwood Press.

Percheron. A. (1985), «Age, cycle de vie, génération, période et comportement électoral», στο Gaxie, D. (επιμ.), Explication du vote. Un billan des études électorales en France, Paris, Presses de la FNSP.

Rintala, M. (1966), «A generation in politics: A definition», The Review of Politics 25, σσ. 509-552.

Rose, R. (1964), Politics in England, Boston, Little Brown.

Rose, R. (επιμ.) (1974), Electoral behavior: A comparative handbook, New York, Free Press.

Χέλερ, Α. (1983), Επανάσταση και καθημερινή ζωή, Αθήνα, Οδυσσέας.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ