Menu
18 / 08 / 2018 - 03:28 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 69

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

4.2. Οι «διάρκειες» των πολιτισμικών μεταβολών, η διεύρυνση της «πολιτικής κουλτούρας» και τυπολογίες που την αφορούν

Όπως όμως δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι είναι τα πολιτισμικά φαινόμενα αυτά που καθορίζουν τη μορφή και τη λειτουργία των δομών, και αντίστροφα, οι επιδράσεις του πολιτικού και γενικότερα του κοινωνικού συστήματος στα πολιτισμικά φαινόμενα δεν ενεργούν με κανέναν αυτοματισμό στη διαμόρφωση αυτών των τελευταίων, αφού, όπως ξέρουμε, στην ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών υπάρχουν «διάρκειες» σε διαφορετικό μέγεθος.

Οι αναφορές του Braudel 1958, σσ.725-753, στην ύπαρξη διαφορετικών ιστορικών διαρκειών,[70] παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους πολιτικούς επιστήμονες που ασχολούνται με θέματα πολιτικής κουλτούρας. Όταν δεχτούμε ότι τα ιστορικά φαινόμενα χαρακτηρίζονται από ανισομεγέθεις διάρκειες και ότι, μάλιστα, οι πιο μεγάλες διάρκειες είναι αυτές που αφορούν την ανθρώπινη σκέψη, τότε αποφεύγουμε τις διάφορες ισοτελικές παρερμηνείες της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας -παρερμηνείες που προτείνονται από πολλούς και διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων πολιτικούς επιστήμονες- οι οποίες αναφέρονται, τόσο στο ότι A΄ πολιτική κουλτούρα δημιουργεί A΄ πολιτικό σύστημα, όσο και στο ότι Β΄ πολιτικό σύστημα δημιουργεί Β΄ πολιτική κουλτούρα. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι, ερευνητικές εφαρμογές της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου για την μελέτη ενός νέου επιστημονικού πεδίου τη δεκαετία του 1980, και συγκεκριμένα της πολιτικής κουλτούρας των σοσιαλιστικών κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης, χωρίς να αναφέρονται στον Braudel, 1958, καταλήγουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα σχετικά με τις διάρκειες. Υπογραμμίζουν τους αργότερους ρυθμούς των μεταβολών στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας, απ’ ό,τι σε αυτό των δομών, παρά τις έκδηλες και θεσμοθετημένες προσπάθειες για σχετικές αλλαγές[71]. Κάτι που έγινε ιδιαίτερα φανερό και μετά την κατάρρευση των καθεστώτων αυτών σε συγκεκριμένους τομείς όπως είναι για παράδειγμα, οι έμφυλες σχέσεις. Είναι γεγονός ότι εντυπωσιάζει η παραδοσιακότητα των καθεστώτων φύλου σε συγκεκριμένες πρώην σοσιαλιστικές κοινωνίες.

Αλλά και γενικότερα, οι έρευνες για την πολιτική κουλτούρα στις σοσιαλιστικές κοινωνίες της δεκαετίας του 1980 κυρίως, εμπλούτισαν την προβληματική γύρω από το βεληνεκές της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου, ελέγχοντας την αναλυτική του δύναμη στο πλαίσιο διαφορετικών κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών συστημάτων. To ουσιαστικότερο επιστημολογικό όφελος που απορρέει από αυτές τις προσεγγίσεις αφορά, όπως ήδη αναφέρθηκε, την ενσωμάτωση της «πολιτικής συμπεριφοράς» στην έννοια της πολιτικής κουλτούρας. Ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1970 ερευνητές/-ριες της πολιτικής κουλτούρας σοσιαλιστικών κοινωνιών πρότειναν, περισσότερο ή λιγότερο έκδηλα, ευρύτερους ορισμούς της πολιτικής κουλτούρας στους οποίους εμπεριέχεται όντως και η πολιτική συμπεριφορά (Fagen, 1969, σσ. 4-6, Tucker, 1973, σ. 182). Κάτι που συστηματοποιήθηκε από τις αρχές του 1980. Εκτός όμως από τους «δυτικούς» μελετητές, φαίνεται πως στην ίδια τη σοβιετική πολιτική επιστήμη της εποχής, η χρησιμοποίηση της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικό εργαλείο υπήρξε πολύ διαδεδομένη, με την πλειονότητα των σχετικών επιστημόνων να περιλαμβάνει και την πολιτική συμπεριφορά (Brown, 1984, σσ. 100-114, Hill, 1980).

Έτσι, ενώ για τους αρχικούς εισηγητές της πολιτικής κουλτούρας ως εννοιολογικού εργαλείου και, γενικότερα για τους ερευνητές/-ριες της πολιτικής κουλτούρας στον Τρίτο και στον «Πρώτο κόσμο», τουλάχιστον στην αρχή, η έννοιά της περιορίζεται στους υποκειμενικούς προσανατολισμούς απέναντι στο πολιτικό σύστημα, για τις περισσότερες από τις προσεγγίσεις της πολιτικής κουλτούρας που αναφέρονταν στον «Δεύτερο» (σοσιαλιστικό) κόσμο πριν από την κατάρρευσή του, η πολιτική κουλτούρα εμπεριέχει και το σύνολο των πολιτικών συμπεριφορών. Αφού κρίνεται αυτό απαραίτητο για τη μελέτη των κοινωνιών αυτών, εμπλουτίζεται γενικότερα η έννοια της πολιτικής κουλτούρας και διευρύνεται μεθοδολογικά η προσέγγιση με την απαραίτητη συμπερίληψη της «συμπεριφοράς», ως επιμέρους πολιτισμική έκφραση στάσεων, αντιλήψεων και αξιών. Εξάλλου, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι ένας από τους πιο επιτυχημένους ορισμούς της «κουλτούρας», στην κοινωνιολογική και ανθρωπολογική της έννοια, τονίζει τη σημασία της γενικής διάρθρωσης «όλων των μορφών επίκτητης συμπεριφοράς» (Linton, 1977, σ. 33). Είναι φανερή η διαφορά στο τι εισέφεραν οι μελέτες για τον «Δεύτερο κόσμο» στην εννοιολόγηση και τη χρήση της πολιτικής κουλτούρας, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες για τον «Τρίτο». Στην τελευταία περίπτωση η «πολιτική κουλτούρα» συνδέθηκε στενότατα όπως ήδη σημειώσαμε, με την περιβόητη έννοια της «πολιτικής ανάπτυξης», προδίδοντας μια εξελικτική και ελεγχόμενης επιστημονικότητας αντίληψη για τις πολιτισμικές διαδικασίες, με επίκεντρο πάντα τους «προσανατολισμούς».

politismiki pantelidou 70

Ο εμπλουτισμός αυτός της έννοιας της πολιτικής κουλτούρας με την πολιτική συμπεριφορά είναι γενικότερα χρήσιμος, παρά το ότι ένα ήδη πολύ «ευρύ» εννοιολογικό εργαλείο γίνεται ακόμα ευρύτερο. Κι αυτό γιατί όπως οι πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις, έτσι και οι πολιτικές συμπεριφορές σε μια δεδομένη κοινωνία, είναι απόρροια ενός πολύπλοκου πλέγματος στο οποίο η ιστορία και οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στις οποίες λειτουργεί αυτή η κοινωνία κατέχουν σημαντική θέση, διότι τις νοηματοδοτούν. Επιπλέον, όμως, όσον αφορά τις μεταβολές στο πολιτικό σύστημα, η πολιτική συμπεριφορά, που αποτελεί δυνητικά τη συγκεκριμενοποίηση πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, παίζει ακόμα εμφανέστερο/αμεσότερο ρόλο. Αρκεί να σκεφτούμε για παράδειγμα, τη βαρύτητα της εκλογικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος.

Έτσι καταλήγουμε στο ότι η πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας περιλαμβάνει τόσο τις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις, αξίες και αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, γνωστικά και αξιολογικά στοιχεία, όσο και τις πολιτικές συμπεριφορές που εκδηλώνονται σε μια δεδομένη στιγμή. Μορφοποιείται δε στη βάση της ιστορικής εμπειρίας και της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, ενώ ταυτόχρονα (μπορεί να) συμβάλλει και στη μεταβολή αυτής της πραγματικότητας. Τελικά, είναι αυτός ο διττός και δυναμικός χαρακτήρας της πολιτικής κουλτούρας, αυτή η αλληλεξάρτηση που παρουσιάζει με το πολιτικό σύστημα ενώ συγχρόνως βρίσκεται σε σχετική αυτονομία ως προς αυτό -αφού αποτελεί τόσο αντανάκλαση όσο και παράγοντα της πολιτικής πραγματικότητας- που την ανάγουν σε ευαίσθητο στη χρήση αλλά εξαιρετικά πλούσιο και ερευνητικά ευριστικό εννοιολογικό εργαλείο. Το οποίο μάλιστα, επιτρέπει και την διατύπωση προβλέψεων για τις τάσεις εξέλιξης πολιτολογικών φαινομένων.

Όσον αφορά μια τυπολογία της πολιτικής κουλτούρας που είναι καθιερωμένη, παρότι έχει οδηγήσει τους εισηγητές της σε αμφιλεγόμενα συμπεράσματα, είναι αυτή των Almond, Verba, 1963. Στην ανάλυσή τους εντοπίζουν τρία είδη πολιτικής κουλτούρας που σε κάποιο βαθμό συνυπάρχουν σε όλες τις σύγχρονες εθνικές πολιτικές κουλτούρες αφού ποτέ αυτές δεν είναι αμιγείς. Ξεχωρίζουν αρχικά την «κοινοτική κουλτούρα» η οποία αφορά άτομα που δεν αναφέρονται στο κοινωνικό σύνολο του έθνους κράτους, αλλά έχουν τοπικές (χωριό), ή άλλες αναφορές (φατρία, φυλή κ.λπ.). Οι κοινοτικές κουλτούρες δεν αφορούν σύγχρονα κράτη, παρότι μπορούν να εντοπιστούν στοιχεία κοινοτικής κουλτούρας σε απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές στο εσωτερικό τους. Δεύτερη είναι η «κουλτούρα υποταγής», στην οποία οι μετέχοντες/-ουσες δεν αισθάνονται πολίτες αλλά υπήκοοι. Αφορά πρωτίστως αυταρχικά καθεστώτα, αλλά επιμέρους στοιχεία κουλτούρας υποταγής μπορεί να είναι φανερά παντού. Θα μπορούσε μάλιστα να διατυπωθεί η υπόθεση ότι, σήμερα, οι νέες γενιές στην Ευρώπη χαρακτηρίζονται από μια αύξηση της διάδοσης υποτακτικών πολιτισμικών στοιχείων, ως συνακόλουθη της «αποξένωσης» από την πολιτική η οποία καταγράφεται σε αξιοσημείωτο κομμάτι τους. Και τέλος, η «συμμετοχική κουλτούρα» είναι αυτή όπου οι πολίτες είναι και αισθάνονται συμμέτοχοι, εμπλέκονται ποικιλοτρόπως στην πολιτική διαδικασία, λένε τη γνώμη τους, ελέγχουν και παρεμβαίνουν. Αυτή η συμμετοχική κουλτούρα μοιάζει, προφανώς, η ενδεδειγμένη για τη δημοκρατία, η λειτουργία της οποίας εξ ορισμού προϋποθέτει συμμετοχικούς πολίτες. Δεν ισχύει όμως αυτό στην αντίληψη των Almond και Verba, 1963.

politismiki pantelidou 71

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ενώ ο βαθμός συμμετοχής των πολιτών στο πλαίσιο μιας κοινωνίας θεωρείται, στη συγκριτική ανάλυση, ενδεικτικός της συνολικής φυσιογνωμίας της πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας αυτής, που έτσι χαρακτηρίζεται ως περισσότερο ή λιγότερο συμμετοχική, κάτι που είναι καθοριστικό και για την αξιολόγηση της λειτουργίας της δημοκρατίας στην αντίστοιχη κοινωνία, για τους δύο πρωτοποριακούς μελετητές της πολιτικής κουλτούρας (Almond, Verba, 1963, σσ. 16-20), η «κουλτούρα πολιτών» (civic culture) δεν ταυτίζεται με την συμμετοχική πολιτική κουλτούρα, αλλά περιλαμβάνει και στοιχεία υποτακτικής και κοινοτικής πολιτικής κουλτούρας. Δηλαδή, σύμφωνα με την προβληματική τους, για την επιβίωση της δημοκρατίας η ιδανική κουλτούρα είναι μεικτή και είναι αυτή που εξισορροπεί αρμονικά στοιχεία υποτακτικής και κοινοτικής με τα συμμετοχικά στοιχεία, που θα ήταν (εξ ορισμού) τα αναμενόμενα όσον αφορά την κουλτούρα που στηρίζει τη δημοκρατία.

Είναι γεγονός ότι στις υπάρχουσες δημοκρατίες η πολιτική κουλτούρα είναι παντού μεικτή. Κατάλοιπα του παρελθόντος, κοινωνική ανισότητα και αποκλεισμοί οδηγούν στην ύπαρξη υποτακτικών ακόμη και κοινοτικών πολιτισμικών εκφράσεων. Αλλά στην αντίληψή μου, αποτελεί σύγχυση του υπαρκτού με το δέον το να υποστηρίζεται ότι η «ιδανική» πολιτική κουλτούρα για τη δημοκρατία, η κουλτούρα πολιτών (civic culture), πρέπει να εμπεριέχει και τέτοια στοιχεία/κατάλοιπα του παρελθόντος. Κι αυτό, είτε για να εξισορροπείται η συμμετοχή και η υπερφόρτωση την οποία συνεπάγεται για το πολιτικό σύστημα η ύπαρξη πολλών εισροών, είτε γιατί η αυξημένη πολιτική συμμετοχή των πολιτών θεωρείται ότι επιβαρύνει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Το να μην συμμετέχουν κάποιοι/-ες θεωρείται συνεπώς θετικό, αφού αυτό εξασφαλίζει ευελιξία στην κυβέρνηση. Εκτός από σύγχυση του υπαρκτού και του δέοντος, (αφού οι ακτιβιστές δημοκρατικοί πολίτες δεν είναι το συνηθισμένο, «τότε δεν πρέπει να υπάρχουν» σύμφωνα με την εμπειρική πολιτική ανάλυση, σχολιάζει ο Lukes, 1990, σ.264), πρόκειται και για (ιδεολογική) κυνική αντίληψη που καταλήγει ίσως να μπορεί να θεωρηθεί και ως αντιδημοκρατική. Αλλά αυτό είναι αντικείμενο (άλλης) συζήτησης. Πάντως έχουν διατυπωθεί πολλές εύλογες κριτικές για τον εθνοκεντρισμό της τυπολογίας αυτής, και τον κανονιστικό περισσότερο παρά περιγραφικό χαρακτήρα της (Barringron, 2010). Όπως επίσης και για την «αγγλοαμερικανική στρέβλωση» από την οποία χαρακτηρίζεται, αφού η μακροχρόνια σταθερότητα της δημοκρατίας προβάλλει ως δυνατή μόνο στις σχετικές κοινωνίες, όπου και εντοπίζεται «κουλτούρα πολιτών» (Rosamond, 1997/2005).

Ο Lukes, 1990, ασκεί δριμύτατη κριτική στην αντίληψη των Almond, Verba, 1963, για την έννοια του πολίτη σε μια κοινωνία που διακρίνεται, στην αντίληψή τους, από την ύπαρξη «κουλτούρας πολιτών» η οποία στηρίζει τη δημοκρατία. Επιχειρώντας μια φουκωϊκή ανάλυση, ο Lukes, 1990, σ. 258 κ.ε., υποστηρίζει πώς οι δύο συγγραφείς δομούν υπηκόους της βιοεξουσίας, οι οποίοι πρέπει να αποδεχτούν να γίνουν υποτελείς στην, και υποκείμενα της, εξουσίας των ελίτ. Αφού όπως υποστηρίζουν, κατά τον Lukes, 1990, «ο δημοκρατικός πολίτης πρέπει να ακολουθεί αντιφατικούς στόχους: να είναι ενεργητικός αλλά και παθητικός, να εμπλέκεται στην πολιτική διαδικασία, αλλά όχι και πολύ, να επηρεάζει, αλλά να συμμορφώνεται κιόλας» (Almond, Verba, 1963, σσ. 478-479, και Lukes, 1990, σ. 260). Πόσο ακυρωτική είναι η αντίληψη αυτή για την ιδιότητα του πολίτη, σε σχέση με την αντίστοιχη στη δημοκρατική θεωρία! Και πόσο ο λόγος αυτός, που «περιγράφει» τους πολίτες μιας υποτιθέμενης επιτυχούς δημοκρατίας στην ουσία δομεί υποτελείς, νομιμοποιώντας ως αποδεκτά όλα τα προβλήματα στη δημοκρατική λειτουργία των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων.

politismiki pantelidou 72

Βεβαίως, έχουν προταθεί και άλλες κατηγοριοποιήσεις τυπολογίες της «πολιτικής κουλτούρας», όπως αυτή του Lijphart, 1971, με έμφαση είτε στους εκφραστές της (κουλτούρα των ελίτ/κουλτούρα των μαζών) ή με σημείο αναφοράς τον συνεργατικό ή ανταγωνιστικό χαρακτήρα της πολιτικής κουλτούρας, είτε τέλος το βαθμό ομοιογένειάς της (ομοιογενής ανομοιογενής). Διαδεδομένη στην αμερικανική Πολιτική Επιστήμη, κυρίως, είναι και η τυπολογία του Elazar, 1984, ο οποίος διαχωρίζει τρεις υποκουλτούρες που συγκροτούν την πολιτική κουλτούρα των ΗΠΑ: Την ατομικιστική, στην οποία η πολιτική προσλαμβάνεται ως αντιπαράθεση ιδιωτικών συμφερόντων με την διακυβέρνηση να περιορίζεται στο εντελώς απαραίτητο για τη λειτουργία της αγοράς, την ηθικιστική υποκουλτούρα (moralistic), που δίνει έμφαση στο δημόσιο συμφέρον, τη συλλογικότητα, τη συμμετοχή για το γενικό καλό, και τέλος την παραδοσιακή που αποτελεί αντιφατικό μείγμα, αμφιταλαντευόμενη στάση απέναντι στις αρχές στις οποίες βασίζονται οι προηγούμενες. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας εντοπίζει διαφορετικές πολιτισμικές τάσεις ανάλογα με την προέλευση των εποίκων σε κάθε περιοχή όπου κυριαρχεί η μία ή η άλλη υποκουλτούρα κι έτσι εντοπίζει με κοινωνιολογικούς και γεωγραφικούς όρους τους βασικούς εκφραστές τους. Βεβαίως, υπάρχει και η εύλογη κριτική σχετικά με το ότι, προφανώς, ατομοκεντρικές και κοινωνιοκεντρικές κοσμοθεωρήσεις εντοπίζονται σε πολλές πολιτικές κουλτούρες και δεν αποτελούν αμερικανική αποκλειστικότητα (Mamadouh, 1997). Παρόλα αυτά, ο Elazar, 1984, επικεντρώνεται στην αμερικανική πολιτική κουλτούρα και διερευνά πειστικά και σε βάθος την προέλευση των δύο κοσμοθεωρήσεων, ως συγκροτησιακών παραμέτρων συγκεκριμένης υποκουλτούρας, που συνδέεται με τα διαφορετικής προελεύσεως κύματα εποικισμού, τα οποία έχουν έτσι και συγκεκριμένη γεωγραφική αποτύπωση. Κατά τα άλλα, και αυτός εννοιολογεί την πολιτική κουλτούρα ως «τον συγκεκριμένο τρόπο συνάρθρωσης των προσανατολισμών για πολιτική δράση όπου είναι εμβαπτισμένο το πολιτικό σύστημα» (Elazar, 1984, σ. 84).

Στη συνέχεια (Κεφάλαιο 7), θα ασχοληθούμε με μια άλλη κατηγοριοποίηση/τυπολογία της πολιτικής κουλτούρας που προτείνεται συγκεκριμένα ως αναλυτικό σχήμα για τη μελέτη της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας (Διαμαντούρος, 2000). Είναι δε ενδιαφέρον να δούμε ενδεχόμενες συνάφειες της ελληνικής περίπτωσης με το πρότυπο των Almond, Verba, 1963, αλλά και, ως προς τον τρόπο κοινωνιολογικής ανάλυσης των φορέων της κάθε υποκουλτούρας, με αυτό του Elazar, 1984.

politismiki pantelidou 73

Και οι  σχέσεις πολιτικής κουλτούρας και πολιτικής κοινωνικοποίησης; Πώς συνδέονται οι δυο έννοιες με βάση την εννοιολογική «επίσκεψη» στην πολιτική κουλτούρα που μόλις έγινε; Μήπως η σχετική σύνδεση, στο πεδίο της θεωρίας, έχει υποστεί μεταβολές; Είδαμε στο Κεφάλαιο 2.1 με αφορμή μια παραδοσιακή εννοιολόγηση της πολιτικής κοινωνικοποίησης και της σύνδεσής της με την πολιτική κουλτούρα, μια στατική αντίληψη για την τελευταία, η οποία δεν εμπεριέχει την «αλλαγή». Για παράδειγμα, είπαμε ότι ο Rose, 1964, σ.59, με τον πιο έκδηλο τρόπο ορίζει την πολιτική κοινωνικοποίηση απλώς ως «μεταβίβαση της πολιτικής κουλτούρας από γενιά σε γενιά». Και βεβαίως δεν είναι ο μόνος. Και ο Almond, 1963, 1977, ο Pye, 1976, ο Verba, 1972, και πολλοί/-ές άλλοι/-ες, έμμεσα ή άμεσα εκφράζουν αυτή την αντίληψη για την πολιτική κοινωνικοποίηση, στην οποία εμφιλοχωρεί μια στατική πρόσληψη της πολιτικής κουλτούρας και μια απλουστευτική συντηρητική θεώρηση για τη διαδικασία κοινωνικοποίησης. Στην κριτική που κάναμε παραπάνω, στο Κεφάλαιο 2.1, διευκρινίσαμε ότι ως προς τον τρόπο αναπαραγωγής της, η πολιτική κουλτούρα μεταβιβάζεται όντως μέσω της πολιτικής κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς. Αλλά τονίσαμε πως η πολιτική κοινωνικοποίηση δεν συμβάλει μόνο στην αναπαραγωγή της πολιτικής κουλτούρας αλλά και στη μετεξέλιξή της. Η δε ταύτισή της μόνο με την αναπαραγωγή λειτουργεί παραπλανητικά και δημιουργεί πολλά επιστημονικά ερωτήματα που επικεντρώνονται γύρω από το πώς διαμορφώνονται οι πολιτισμικές εκείνες συνιστώσες που ευνοούν τις αλλαγές; Προφανώς και καταγράφονται στην εμπειρική έρευνα στάσεις και αντιλήψεις οι οποίες απορρίπτουν το υπάρχον πολιτικό σύστημα και το αξιακό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται. Εξάλλου, αλλάζουν αξιολογήσεις και πολιτικές ταυτίσεις. Διαμορφώνονται νέες στάσεις και κυρίως αντιλήψεις, διαφορετικές από τις προηγουμένως κυρίαρχες. Σταδιακά μορφοποιούνται νέες αναπαραστάσεις που δεν ευνοούν την αναπαραγωγή του υπάρχοντος συστήματος και την επιβίωσή του, ενώ εμφανίζονται στοιχεία από νέα αξιακά συστήματα. Η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης έχει εμπλοκή σε όλες αυτές τις εξελίξεις, αφού (μπορεί να), συμβάλει τόσο στην αναπαραγωγή όσο και στη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας. Πρόκειται για κοινωνική διαδικασία που αναπότρεπτα εμπεριέχει τόσο τη συντήρηση, όσο και τη μεταβολή. Και όσο κι εάν υπερισχύουν τα στοιχεία αναπαραγωγής και συντήρησης -είδαμε ότι ως προς πολλές παραμέτρους οι πολιτισμικές «διάρκειες» είναι οι μεγαλύτερες- οφείλουμε να μην αγνοούμε τις αντιστάσεις και τις ευρύτερες εξελίξεις στην πολιτισμική πραγματικότητα. Νέες εμπειρίες γεννούν νέα μηνύματα και διαμορφώνουν νέους τρόπους πρόσληψης και διαχείρισης μιας πραγματικότητας που μεταβάλλεται. Και νέοι τύποι αντίστασης και αμφισβήτησης αναφύονται σταδιακά, νέες πρακτικές υποσκάπτουν τα καθιερωμένα και προσωρινώς σταθερά.

Συνεπώς, η ανομοιογενής και πολυποίκιλη πολιτική κουλτούρα μιας κοινωνίας, που απορρέει από τις ιστορικές και κοινωνικές της εμπειρίες, εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της με τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Ο ρόλος της οποίας όμως είναι διττός αφού μέσω της διαδικασίας αυτής διαμορφώνονται και οι πολιτισμικές προϋποθέσεις (αξίες, στάσεις, αντιλήψεις κ.ά) που συμβάλουν στη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας: Η κοινωνία διαμορφώνει τα άτομα που την διαμορφώνουν, δηλαδή την αναπαράγουν ή/και την μεταβάλλουν (Bhaskar, 1979, σσ.25-46). Σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες δε, οι μετεξελίξεις και οι αλλαγές είναι περισσότερες και σε ταχύτερους ρυθμούς, με την εμπειρική έρευνα να εντοπίζει εντυπωσιακές μεταβολές στο πεδίο των στάσεων και αντιλήψεων των πολιτών.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 68-74

Σημειώσεις

[70] Βλ. και την παρουσίαση του θέματος των «διαρκειών» που κάνει ο Ασδραχάς, 1983, σ. 134.

[71] Βλ. Brown, Gray, 1979 (ιδιαίτερα στην εισαγωγή), White, 1984, σσ. 62-99, Brown, 1984, σσ. 100-114. Βλ. επίσης τα σχετικά συμπεράσματα του Almond, 1983, σσ.127-138. Για τα προβλήματα που δημιουργούνται στην εφαρμογή μιας προσέγγισης με βάση την έννοια της πολιτικής κουλτούρας για τη μελέτη της σοβιετικής κοινωνίας, βλ. White, Gardiner, Schöpfin, 1982, σσ. 27-74.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Almond, G. A. (1956), «Comparative political systems», Journal of politics 18, 3, σσ. 391-409.

Almond, G. A. (1983), «Communism and political culture theory», Comparative Politics 16, 1, σσ. 127-138.

Almond, G. A., Bingham Powell, G. (1978), Comparative politics, Boston, Little Brown, 1978.

Almond, G. A., Coleman, J .S. (επιμ.) (1960), The politics of the developing areas, Princeton, Princeton University Press.

Almond, G.A., Verba, S. (1963), The civic culture, Princeton. Princeton University Press.

Almond, G.A. Verba, S. (επιμ.) (1980), The civic culture revisited, Boston, Little Brown.

Aσδραχάς, Σ. (1983), Ζητήματα Iστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο.

Barrington, L. (2010), Comparative Politics: Structures and choices, Boston, Wadsworth, Centage Learning.

Barry, B. M. (1970), Sociologists, economists and democracy, London, Collier-MacMillan.

Bhaskar, R. (1979), The possibility of naturalism, Brighton, Harvester Press.

Binder, L, Pye, L., Coleman, J. S. (1974), Crises and sequences in political development, Princeton, Princeton University Press.

Berger, P., Luckmann, Τ. (1981), The social construction of reality, Harmondsworth, Penguin.

Braudel, F. (1958), «Histoire et sciences sociales. La longue durée», Annales 4, σσ. 725-753.

Brint, M. (1991), A genealogy of political culture, Boulder, Westview Press.

Brown, A., (επιμ.) (1984), Political culture and communist studies, London, MacMillan.

Brown, A., Gray, J., (επιμ) (1979), Political culture and political change in communist states, London, MacMillan.

Campbell, A., Converse, Ph., Miller, W. Stokes, D. (1964), The American voter, New York, John Wiley.

Διαμαντούρος N. (2000), Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Eλλάδα της Mεταπολίτευσης, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Diamond, L. (επιμ.) (1994), Political culture and democracy in developing countries, Boulder, Lynn Reinner Publications.

Dogan, M., Pelassy, D. (1982), Sociologie politique comparative: Problèmes et perspectives, Paris, Economica.

Dowse, R. E., Hughes, J.A. (1972), Political sociology, New York, John Wiley.

Easton, D. (1991), «Political Science in the United States: Past and Present», στο Easton, D., Gunnell, J., Graziano, L. (επιμ.), The development of Political Science, London, Routledge.

Easton, D. (1997), «The future of the post-behavioral phase in Political Science» στο, Renwick Monroe, K (επιμ.), Contemporary empirical political theory, Berkeley, University of California Press.

Εlazar, D. (1984), American federalism: A view from the states, New York, Harper and Row.

Elkins, D. J., Simeon, R. E. B. (1979), «A cause in search of its effects, or what does political culture explain», Comparative Politics 11, σσ. 127-145.

Fagen, Η. (1969), The transformation of political culture in Cuba, Stanford, Stanford University Press.

Geertz, C. (1973), The interpretation of cultures, New York, Basic Books.

Gibbins, J. R. (1989), Contemporary political culture: Politics in a postmodern age, London, Sage.

Goldfarb, J. (1991), Beyond glasnost, Chicago, University of Chicago Press.

Goldfarb, J. (2012), Reinventing political culture: The power of culture versus the culture of power, New York, Wiley.

Hague, R., Harrop, M. (2011), Συγκριτική πολιτική και διακυβέρνηση, Αθήνα, Κριτική.

Ιnkeles, A., Levinson, D.J. (1969), «National character: The study of modal personality and sociocultural systems», στο Lidnzey. G., Aronson, E. (επιμ.) The Handbook of Social Psychology, τομ.4, Reading Massachussets, Addison-Wesley.

Κavanagh, D. (1980), «Political culture in Great Britain: The decline of the civic culture», στο Almond, G.A. Verba, S. (επιμ.) The civic culture revisited, Boston, Little Brown.

Καφετζής, Π. (1996), Πολίτες, πολιτική και πολιτική κουλτούρα στην Ελλάδα, 1985-1990, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα.

Lijphart, A. (1971), «Comparative politics and the comparative method», American Political Science Review, 65, 3, σσ. 682-693.

Linton, R. (1977), Le fondement culturel de la personnalité, Paris, Bordas, 1977.

Lipset, S.M., Lowenthal, L. (επιμ.) (1961), Culture and social character, New York, Free Press.

Lukes, T.W. (1990), Social theory and modernity: Critique, dissent and revolution, London, Sage.

Lynn, R. (1971), Personality and national character, New York, Pergamon.

Λυριντζής, Χ. (1990), «Mεθοδολογικά ζητήματα στη σύγχρονη πολιτική ανάλυση», Eπιθεώρηση Kοινωνικών Eρευνών 75A, σσ. 58-70.

MacIntryre, A. (1978), «Is a science of comparative politics possible?», στο, του ίδιου, Against the self image of the age, Notre Dame, University of Notre Dame Press.

Mamadouh, V. D. (1997), «Political culture: A typology grounded on cultural theory», GeoJournal 43, σσ.17-25.

Μεταξάς, Α.-Ι.Δ. (1979), Πολιτική Μεθοδολογία, Αθήνα, Σάκκουλας.

Moises, J. A. (2011), «Civic culture», στο IPSA, The Encyclopedia of Political Science, London, Sage.

Pasquino, G. (2010), The theory of political development, paperoom.ipsa.org/papers/paper_1539

Pateman, C. (1971), «Political culture, political structure and polititical change», British Journal of Political Science 1, 3, σσ. 291-305.

Pateman, C. (1980), «The civic culture: A philosophic critique», στο Almond G. Α., Verba, S. (επιμ.) The civic culture revisited, Boston, Little Brown.

Paul, D. W. (1979), The cultural limits of revolutionary politics, New York, East European Monographs.

Pye, L. (1976), Politics personality and nation building, Westport, Greenwood Press.

Pye, L., Verba, S. (επιμ.) (1972), Political culture and political development, Princeton, Princeton University Press, 1972 (πρώτη έκδοση 1965).

Rocher, G. (1968), Introduction à la sociologie générale, τομ. 1, L’action sociale, Paris, Editions H.M.H., Points.

Rosamond, B. (1997/2005), «Ρolitical culture», στο Axford, B., κ.ά.. Politics: An Introduction, London, Routledge.

Rose, R. (1964), Politics in England, Boston, Little Brown.

Singer, M. (1961), «A survey of culture and personality theory and research», στο Kaplan, B. (επιμ.) Studying personality cross-culturally, New York, Harper and Row.

Taylor, Ch. (1985), «Interpretation and the science of man», στο του ίδιου, Philosophy and the Human Sciences: Philosophical Papers, τομ. 2, Cambridge, Cambridge University Press.

Τερλεξής, Π. (1975), Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Tucker, R. C. (1973), «Culture, political culture and communist society», Political Science Quarterly  88, 2, σσ. 173-190.

Weber, Μ. (2006), Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, Αθήνα, Gutenberg.

Welch, S. (1993), The concept of political culture, London/New York, MacMillan/St Martin’s Press.

White, S. (1979), Political culture and soviet politics, London, MacMillan.

White, S. (1984), «Soviet political culture reassessed», στο Brown, A. (επιμ.) Political culture and communist studies, London, MacMillan.

White S., Gardner, Ι., Schöpfin, G., (1982), Communist political systems: An introduction, London, MacMillan.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ