Menu
14 / 11 / 2018 - 04:17 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 56

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

3.3 Μύθοι για τη γυναικεία πολιτικότητα και πολιτολογικές ερμηνείες

Όσον αφορά τους μύθους και τα στερεότυπα που αναφέρονται στη γυναικεία πολιτικότητα, τα οποία και επιδρούν στα κοινωνικοποιητικά μηνύματα που διαμορφώνει η κοινωνία, το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι πόσο λίγο έχουν αυτά μετεξελιχθεί.

Η κεντρική ιδέα των σχετικών στερεοτύπων, που εντοπίζονται και στην επιστημονική έρευνα, μπορεί να συμπυκνωθεί στην αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι λιγότερο πολιτικά όντα από τους άνδρες. Η αντίληψη αυτή συνήθως εκφράζει θετική αξιολόγηση της «μειωμένης γυναικείας πολιτικότητας», (υποτιμώντας βεβαίως τις γυναίκες), είτε γιατί το «πολιτικό», σύμφωνα με την αριστοτελική παράδοση, γίνεται αντιληπτό ως ύψιστο αγαθό που απαιτεί ιδιότητες τις οποίες οι γυναίκες στερούνται και αν τις αποκτήσουν γίνονται «κακές» γυναίκες (Elshtain, 1974), είτε προσλαμβάνεται, σύμφωνα με αντιλήψεις μεταγενέστερων ιστορικών περιόδων, ως ανήθικο από το οποίο οι γυναίκες πρέπει να προστατευθούν, ως φορείς ιδιαίτερων αρετών (Randall, 1982, την εισαγωγή). Ύψιστο αγαθό ή ανήθικο, το πεδίο της πολιτικής πάντα απέκλειε ιδεολογικά και πρακτικά τις γυναίκες, περιορίζοντας την πολιτική τους δραστηριοποίηση. Ωστόσο, πάντα καθόριζε και οριοθετούσε τις συνθήκες της ύπαρξής τους, ξεπερνώντας τη διάκριση ιδιωτικού/ δημόσιου χώρου.

Το πρόβλημα από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ, ανακύπτει από τη στιγμή που οι γυναίκες απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και, συνεπώς, έπρεπε να διαπαιδαγωγηθούν ως πολίτες, παρά την ιδεολογική προϊστορία του πολιτικού αποκλεισμού τους. Και το ερώτημα είναι αν μπορεί η έμφυλη κοινωνικοποιητική διαδικασία, στην κυρίαρχη διπολική και ιεραρχική εκδοχή της, να κοινωνικοποιεί τις γυναίκες ως πολίτες, με δεδομένα τα πρότυπα «θηλυκότητας» που προάγει και με την έμφυλη κατανομή ρόλων την οποία προωθεί και στηρίζει;

Το ερώτημα αυτό δεν μοιάζει να απασχολεί καθόλου την καθιερωμένη Πολιτική Επιστήμη. Τις τελευταίες δεκαετίες, η αντίληψη περί «μειωμένης πολιτικότητας» των γυναικών βρίσκει εμπειρική στήριξη στην παρατήρηση ότι οι γυναίκες, ως κοινωνική κατηγορία, φαίνεται να εκδηλώνουν μειωμένο πολιτικό ενδιαφέρον σε σύγκριση με τους άνδρες. Η παρατήρηση αυτή είναι συνήθως έγκυρη, με βάση τους όρους της κυρίαρχης αντίληψης σχετικά με το τι συνιστά πολιτικό ενδιαφέρον και πώς μετράται η εκδήλωσή του[53]. Ωστόσο, έχει συγχρόνως περιορισμένη ερμηνευτική και ευριστική εμβέλεια. Γιατί, βέβαια, μοιάζει ταυτολογική η παρατήρηση ότι τα άτομα που έχουν κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να θεωρούν ότι χώρος δραστηριοποίησής τους είναι πρωταρχικά ο ιδιωτικός, και συνεπώς είναι προνομιακά επιφορτισμένα με ρόλους που αφορούν «την αναπαραγωγή της «εργασιακής δύναμης» των ανδρών και τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων -και μάλιστα στο πλαίσιο κοινωνιών όπου είναι κυρίαρχη η αντίληψη του απόλυτου διαχωρισμού δημόσιου και ιδιωτικού χώρου-, είναι συγχρόνως άτομα που εμπλέκονται λιγότερο από άλλα στο δημόσιο χώρο! Πώς είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι λιγότερο πολιτικά όντα από τους άνδρες, όταν ο ίδιος ο ορισμός του πολιτικού και της πολιτικότητας σε μεγάλο βαθμό τις αποκλείει; Και όταν κοινωνικοποιούνται από την πρώιμη ήδη φάση της κοινωνικοποίησης έτσι ώστε να διαμορφωθούν ως ενήλικες με χαρακτηριστικά που δεν εναρμονίζονται καθόλου με αυτά του «ελεύθερου και ανεξάρτητου» πολίτη της δημοκρατίας;

politismiki pantelidou 57

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, ενώ από τη δεκαετία του 1970 οι γυναίκες δεν αποκλείονται πλέον εντελώς από την πολιτική ανάλυση, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται ερευνητικά είναι ενδεικτικός της λειτουργίας των στερεοτύπων και των προϊδεάσεων και στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας, λόγω της εμφανούς αναγωγής κυρίαρχων κοινωνικών αντιλήψεων σε επιστημονικές προϊδεάσεις: Οι γυναίκες ενδιαφέρουν κυρίως από τη σκοπιά της πολιτικής συμπεριφοράς, και ιδιαίτερα της εκλογικής. Και αυτό πάντα με μέτρο σύγκρισης και σημείο αναφοράς τις αντίστοιχες παραμέτρους της πολιτικής φυσιογνωμίας των ανδρών. Η Πολιτική Επιστήμη ενδιαφέρεται γι' αυτές μόνο ως απόκλιση από το πρότυπο της πολιτικότητας των ανδρών (Goot, Reid, 1975), και όχι ως αυτόνομα πολιτικώς δρώντα υποκείμενα/πολίτες, με ποικιλόμορφες πολιτικές εκφράσεις. Παρεπόμενα της τάσης αυτής είναι ο υπερτονισμός της διαφοράς στην πολιτική συμπεριφορά γυναικών και ανδρών, η αντιμετώπιση των δύο κοινωνικών κατηγοριών φύλου ως ομοιογενών και χωρίς εσωτερικές διαφοροποιήσεις, καθώς και η a priori πρόσληψη γυναικείων πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, ως απολιτικών (Παντελίδου Μαλούτα, 1987). Με κλασικά παραδείγματα σεξισμού στην πολιτική ανάλυση να παραμένουν οι καθιερωμένες, συχνά εμβληματικές του κλάδου, εργασίες του Lane (1959), του Lipset (1960). Αλλά ο σχετικός κατάλογος είναι ιδιαίτερα μεγάλος και περιλαμβάνει ονόματα όπως των Dahl, 1989, Deutsch, 1974, ακόμη και του Lukes, 2007, για τους οποίους το φύλο βρίσκεται στην περιφέρεια της πολιτικής θεωρίας και ανάλυσης[54]. Ο Dahl, 1989, μάλιστα, ούτε καν στη σημαντική μελέτη του για τη δημοκρατική θεωρία και πράξη και τους περιορισμούς τους δεν προβληματίζεται γύρω από τις σχετικές συνέπειες της μειωμένης γυναικείας πολιτικής συμμετοχής. Αναφέροντας ότι έως τον 20ό αιώνα όλες οι δημοκρατικές χώρες ήταν στην καλύτερη περίπτωση «πολυαρχίες των ανδρών», προσθέτει ικανοποιημένος ότι η κατοχύρωση της γυναικείας ψήφου τις έκανε «πλήρεις πολυαρχίες» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Dahl, 1989, σ. 235). Αγνοώντας έτσι την ουσία πίσω από τον τύπο. Πράγματι, εντυπωσιάζει η τάση της αποσιώπησης της γυναικείας πολιτικής μειονεξίας στο πεδίο της αντιπροσώπευσης και της λήψεως αποφάσεων, όσο και η επιλογή της υπερεκτίμησης της διαφοράς ανδρικής και γυναικείας πολιτικής πρόσληψης και συμπεριφοράς, που είναι κυρίαρχη, κυρίως, στην εμπειρική έρευνα ακόμη και σε πείσμα των στοιχείων[55].

Στο πλαίσιο της έρευνας, μάλιστα, συχνά θεωρείται ότι ικανοποιούνται οι κοινωνιολογικές επιταγές αν αποδοθεί η σχετική απόκλιση ανδρικής και γυναικείας πολιτικότητας στους διαφοροποιημένους κοινωνικούς ρόλους. Χωρίς, ωστόσο, να διερευνάται ή να προβληματίζει πώς και γιατί διαιωνίζονται ως διαφοροποιημένοι οι έμφυλοι ρόλοι, παρά τις γρήγορες κοινωνικές αλλαγές. Ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνικοποίησης, θεσμοθετημένης και μη, και ποια είναι η ιδιαίτερη συμβολή του πολιτικού συστήματος στην αναπαραγωγή του «ανδρικού» και του «γυναικείου» προτύπου; Ποιος είναι, για παράδειγμα, ο ρόλος της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας και της πολιτικής με την οποία υλοποιήθηκε αυτή, στην εκσυγχρονιστική νομιμοποίηση της υπάρχουσας έμφυλης κατανομής των ρόλων φροντίδας και διαπαιδαγώγησης των παιδιών; Με ποιους τρόπους παρεμβαίνει το κράτος στην κατανομή των ρόλων, αναπαράγοντας τη γυναικεία καταπίεση στο όνομα του εκσυγχρονισμού ή ακόμη και της «ισότητας των φύλων»[56]; Και στο πεδίο της εκπαίδευσης τι γίνεται; Τι είδους έμφυλους κοινωνικούς ρόλους νομιμοποιούν και αναπαράγουν σχολικά βιβλία, εκπαιδευτικό πρόγραμμα και ανυποψίαστοι/ες δάσκαλοι και δασκάλες; Είναι εντυπωσιακό πόσο συχνά οι αναφορές στη θεωρία των κοινωνικών ρόλων, ως εξήγηση της περιορισμένης γυναικείας πολιτικής δραστηριοποίησης, καταλήγουν να υπονοούν ότι μόνο τις γυναίκες επηρεάζουν οι ρόλοι τους, αφού αγνοείται ότι η εκπλήρωση των σχετικών ρόλων από αυτές διευκολύνει, συγχρόνως, την πολιτική δραστηριοποίηση των ανδρών, (Siltanen, Stanworth, 1984, ιδιαίτερα σ. 201), ενώ επιπλέον η υπάρχουσα κατανομή ρόλων εμφανίζεται ως «επιλογή».

politismiki pantelidou 58

Πράγματι, είναι εντυπωσιακό ότι ενώ η Πολιτική Επιστήμη αναφέρεται στην έμφυλη διαφοροποίηση των κοινωνικών ρόλων, παρακάμπτει το συνακόλουθο πρόβλημα της διαφοροποιημένης ένταξης ανδρών και γυναικών στο πολιτικό σύστημα, χωρίς να προτείνει στοιχεία ερμηνείας. Γιατί, αν πρόκειται για διαφοροποιημένους κοινωνικούς ρόλους, τότε, δυνητικά τουλάχιστον, πρόκειται και για ανατρέψιμους ρόλους. Ανατροπή που βέβαια θα αναστρέψει και τη γυναικεία πολιτική μειονεξία. Και εδώ ο ρόλος της κοινωνικοποίησης είναι καταλυτικός, δίπλα στις θεσμικές παρεμβάσεις και τη διαμόρφωση πολιτικών. Άλλωστε, στο μέτρο που τόσο θεωρητικά όσο και κοινωνικά, με σημείο αναφοράς τη θεωρία και την πράξη της δημοκρατίας, είναι προβληματική η κοινωνική ανισότητα ως προς το φύλο, στην αναπαραγωγή της οποίας συμβάλλουν τόσο το κράτος με τους θεσμούς του, όσο και το ευρύτερο πολιτικό σύστημα, αντικείμενο και ζητούμενο θα ήταν αναμενόμενο να αποτελούν θεωρήσεις για την επίλυση του σχετικού κοινωνικού προβλήματος, καθώς και η διατύπωση υποθέσεων σχετικά με τις πολιτικές συνέπειές του. Είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι αν δεν συμβαίνει αυτό, είναι γιατί στις μεταθεωρητικές αντιλήψεις της πλειονότητας των μελετητών/-ριών, που αναφέρονται αβασάνιστα στους κοινωνικούς ρόλους, ως παράγοντες διαφοροποίησης της πολιτικής πρόσληψης των υποκειμένων ανάλογα με το φύλο, η σχετική κατανομή των ρόλων νομιμοποιείται, τελικά, ως κατά βάση αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη:

Υποκρύπτοντας τη βία (συμβολική τουλάχιστον[57]) στη βάση της οποίας συγκροτείται, και αποσιωπώντας το ρόλο της κοινωνικοποίησης στην αναπαραγωγή των έμφυλων ρόλων, η κατανομή αυτή δεν προσλαμβάνεται ως έκφραση διαφορετικής θέσης σ’ ένα σύστημα εξουσιαστικών έμφυλων σχέσεων, αλλά τελικά ως απορρέουσα από τη φύση. Επιτρέποντας έτσι τη διαιώνιση των μύθων περί δεδομένα «διαφορετικής γυναικείας πολιτικότητας». Μύθους που διαψεύδει όμως η πραγματικότητα:

Όσο γίνονται λιγότερο ρηγματωδώς διαφοροποιημένοι οι «γυναικείοι» και οι «ανδρικοί» κοινωνικοί ρόλοι και οι κοινωνικές συνθήκες ζωής, με την όλο και μαζικότερη είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας και την άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου τους, τόσο περισσότερο συγκλίνει και η πολιτική συμπεριφορά γυναικών και ανδρών. Στην κατεύθυνση αυτή οδηγεί και η αμφισβήτηση της κατανομής των έμφυλων ρόλων που συντελείται τόσο με την κατάδειξη του εξαναγκαστικού κοινωνικού χαρακτήρα της, όσο και με την ανάπτυξη της φεμινιστικής συνείδησης, που συμβάλλει στην αλλαγή κοινωνικοποιητικών προτύπων.

Η μεταβλητή του φύλου επομένως, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στη μελέτη της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας και στη διερεύνηση των διαφοροποιήσεων και των μετεξελίξεων που σημειώνονται στο εσωτερικό της, πέρα από μύθους και στερεότυπα περί γυναικείας πολιτικότητας. Το ίδιο σοβαρά με την κοινωνική/ταξική θέση, η επίδραση της οποίας διαπλέκεται με το φύλο, αλλά και με την ηλικία όπως αυτή σημασιοδοτείται κοινωνικά[58], αφού και το φύλο αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα διαφοροποίησης στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής και κατευθυντήρια διάσταση στην κοινωνικοποίηση των υποκειμένων. Με αποτέλεσμα να εμπλέκεται καθοριστικά στη διαμόρφωση της πολιτικής τους πρόσληψης και συμπεριφοράς. Ακόμη περισσότερο, μάλιστα, όταν αναφερόμαστε σε ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες αναπτύσσεται αμφισβήτηση των παραδοσιακών ρόλων, και σε κοινωνίες στις οποίες σημειώνεται σημαντική μετεξέλιξη στα πρότυπα ζωής των νέων σε αντιπαράθεση με αυτά των ηλικιωμένων, με αποτέλεσμα το φύλο να εμπλέκεται διαφορετικά στη δόμηση της κοσμοαντίληψης των πολιτών, ανάλογα με τη γενιά στην οποία ανήκουν. Συνεπώς, η επιταγή της αναφοράς στο φύλο εμπεριέχει την πρόσθετη επιταγή της αναφοράς και σε παραμέτρους οι οποίες, ενδεχομένως, διαφοροποιούν τον τρόπο με τον οποίο αυτό βιώνεται από τους φορείς του και, κατ’ επέκταση, επιδρά στην πολιτική τους πρόσληψη. Στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, μάλιστα, φαίνεται ότι η ηλικία αποτελεί την κατεξοχήν παράμετρο που συμβάλλει στις σχετικές ενδοφυλετικές διαφοροποιήσεις. Διότι τα έμφυλα πρότυπα κοινωνικοποίησης έχουν διαφοροποιηθεί εντονότατα τις τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα οι κόρες και οι μητέρες τους να διαφοροποιούνται σήμερα ως προς την έμφυλη αυτο-εικόνα τους, πολύ περισσότερο από ποτέ.

Είναι φανερό τελικά ότι η σύγχρονη προβληματική του φύλου δείχνει με τον πιο σαφή τρόπο ότι στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες της έμφυλης ανισότητας, η δημοκρατική συμβίωση των πολιτών δεν μπορεί να αφορά μόνο το δημόσιο χώρο. Συνεπώς, ούτε η σχετική διαπαιδαγώγηση μπορεί να περιορίζεται στην έκδηλη πολιτική κοινωνικοποίηση, μέσω μαθημάτων τύπου «Αγωγής του πολίτη», με λίγα «Στοιχεία δημοκρατικού Πολιτεύματος», ενώ θα συνεχίζεται η παραδοσιακή κατανομή των έμφυλων ρόλων να είναι ιεραρχική και να αποδίδει στις γυναίκες την ευθύνη της φροντίδας και της στήριξης των άλλων, κοινωνικοποιώντας τες αντίστοιχα, και αξιολογώντας παράλληλα τους σχετικούς ρόλους ως λιγότερο σημαντικούς.

Συμπερασματικά, αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε για τη γυναικεία πολιτικότητα σε σχέση με την έμφυλη διάσταση της κοινωνικοποίησης είναι ότι επιχειρείται να χωρέσει σε ένα διπολικό καλούπι η δυνητική πολλαπλότητα της ανθρώπινης έμφυλης εμπειρίας και των κοινωνικών της εκφράσεων. Καλούπι που επιτρέπει περιοριστικά και αποκλειστικά να «είσαι» ή το ένα ή το άλλο, τίποτα ενδιάμεσα και τίποτα άλλο. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης καλείται να επιτελέσει αυτό το ρόλο, με σημαντικότατες συνέπειες για την δόμηση της υποκειμενικότητας και κατ’ επέκταση, για την πολιτικότητα των υποκειμένων. Συνέπειες που γίνονται φανερές τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και συνολικά στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας. Στο τελευταίο αυτό επίπεδο διακρίνεται μια «γυναικεία» πολιτική υποκουλτούρα που εμπεριέχει πολλαπλά πολιτισμικά στοιχεία ενδεικτικά κοινωνικής υποτέλειας, (αυξημένη αίσθηση αναποτελεσματικότητας και ματαιότητας, μειωμένη επιθυμία ενημέρωσης και συμμετοχής, κ.λπ.), η οποία εντοπίζεται ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες και κοινωνικά πεδία όπου η παραδοσιακότητα των έμφυλων ρόλων είναι πιο αυστηρή (Παντελίδου Μαλούτα, 1992, 2012).

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 53-58

Σημειώσεις

[53] Σε ορισμένα από τα μεθοδολογικά προβλήματα που αφορούν τη μέτρηση του πολιτικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, αναφέρομαι στο Παντελίδου Μαλούτα, 1990. Βλ. και Παντελίδου Μαλούτα, 2012.

[54] Βλ. Jones, 1988, σ. 11, αλλά και Παντελίδου Μαλούτα, 1987. Στο θέμα αυτό αναφέρομαι περισσότερο στο Παντελίδου Μαλούτα, 1992, απ’ όπου αντλώ και μεγάλο μέρος της προβληματικής που αναπτύσσεται εδώ.

[55] Βλ. σχετικά παραδείγματα από την πολιτολογική βιβλιογραφία στο Παντελίδου Μαλούτα, 1987.

[56] Την επιχειρηματολογία μου για το θέμα και σχετική βιβλιογραφία, βλ. στο Παντελίδου Μαλούτα, 1988, καθώς και 2010. Για τον έμφυλο χαρακτήρα των προνοιακών πολιτικών, βλ. και Στρατηγάκη, 2007.

[57] Η θεωρία της συμβολικής βίας που προτείνει ο P. Bourdieu (Bourdieu, Passeron, 1970) είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για τη μελέτη της κοινωνικοποιητικής διαδικασίας και ιδιαιτέρως της έμφυλης, διότι καταδεικνύει πως τα θύματά της δεν είναι παθητικοί δέκτες. Συμβολική βία είναι η ειδική μορφή εξαναγκασμού που μπορεί να υπάρξει μόνο με την ενεργό συνενοχή, χωρίς αυτό να σημαίνει ενσυνείδητη και οικειοθελή συνενοχή αυτών που την υφίστανται, και οι οποίοι καθορίζονται μόνο από το βαθμό κατά τον οποίο στερούνται της δυνατότητας μιας ελευθερίας βασισμένης στη συνειδητοποίηση.

[58] Στην κοινωνιολογία της ηλικίας έχει από καιρό υπογραμμιστεί ότι η βιολογική πραγματικότητα της ηλικίας επιδέχεται πολλαπλές και διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνικές σημασιοδοτήσεις, οι οποίες συμβάλλουν στη δόμηση διαφοροποιημένων συστημάτων ιεράρχησης των διαφόρων κατηγοριών ηλικιών. Για μια συνοπτική παρουσίαση των σχετικών θεωρήσεων, βλ. O’ Donnell, 1985.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Aβδελά, E., Ψαρρά, A. (επιμ.) (1997), Σιωπηρές ιστορίες: Γυναίκες και φύλο στην ιστορική αφήγηση, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Αβδελά, Ε. (2006), «Το φύλο στην ιστοριογραφία: Ένα δυο πράγματα που ξέρω για αυτό», Σύγχρονα Θέματα 94, σσ. 38-42.

Alesina, A. Giuliano, P. Nunn, N. (2013), «On the origins of gender roles: Women and the plough», Journal of economics 128, 2, σσ.469-530.

Αρκουμάνη, Σ. (2006), Ταυτότητες φύλου στην οικογένεια: Ο ρόλος των γονιών, http://1kesyp-v.thess.sch.gr/eisigiseisEsperidas/060531EishghshArkoumanh.pdf

Βαρίκα, Ε. (1999), «Γυναικείο ζήτημα ή ζήτημα της δημοκρατίας;», στο Διοτίμα, Tο φύλο των δικαιωμάτων, Aθήνα, Nεφέλη.

Baudelot, Ch., Establet, R. (2006), «Τάξεις όλων των φύλων», στο Maruani, M., (επιμ.), Γυναίκες, φύλο, κοινωνίες: Τι γνωρίζουμε σήμερα, Αθήνα, Μεταίχμιο.

Beauvoir de, S. (1949), Le deuxième sexe, Paris, Gallimard.

Bourdieu, P., Passeron, J. C. (1970), La reproduction. Éléments pour une théorie du système d’enseignement, Paris, Minuit.

Bryson, V. (1999), Feminist debates, London, MacMillan.

Butler, J. (1990), Gender trouble, London, Routledge.

Connell, R.W. (1995), Masculinities, London, Allen & Unwin.

Connell, R.W. (2006), To κοινωνικό φύλο, (πρόλογος Δ. Κογκίδου, Φ. Πολίτης), Αθήνα, Επίκεντρο.

Cornell, D. (1992), «Gender, sex and equivalent rights», στο Butler, J., Scott, J. W. (επιμ.), Feminists theorize the political, London, Routledge.

Dahl, R. (1989), Democracy and it’s critics, New Haven, Yale University Press.

Δεληγιάννη Κουϊμτζή, Β., κ.ά. (2003), «Ο παράγοντας φύλο στην ελληνική σχολική πραγματικότητα: συνοψίζοντας τα ερευνητικά αποτελέσματα», στο Φύλο και εκπαιδευτική πραγματικότητα στην Ελλάδα: προωθώντας παρεμβάσεις για την ισότητα των φύλων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, Αθήνα, ΚΕΘΙ.

Delphy, Ch. (2008), Classer, dominer: Qui sont les “autres”?, Paris, La fabrique.

Deutsch, K. W. (1974), Politics and government: How people decide their fate, Boston, Houghton Mifflin.

EIGE (2012) Report on eliminating gender stereotypes in the EU. europa.eu/content/gender-stereotypes.

Elshtain, J. B. (1974), «Moral woman and immoral man: A consideration of the public-private split and its political ramifications», Politics and Society 4, 4, σσ. 453-473.

Frick, B.,«Gender differences in competitiveness: Empirical evidence from distance running», www.sciencedirenc.com/science/article/pii/S09275537110001259.

Goot, M., Reid, E. (1984), «Women: If not apolitical then conservative», στο Siltanen J., Stanworth, Μ. (επιμ.), Women and the public sphere, London, Hutchinson.

Ηenslin, J. M. (1999), Sociology: A down to earth approach, Boston, Allyn & Bacon.

Iγγλέση X. (1990), Πρόσωπα γυναικών προσωπεία της συνείδησης, Aθήνα, Oδυσσέας.

Jones, K., 1988,«Towards the revision of politics», στο Jones, K., Jonasdottir, A. G. (επιμ.), The political interests of gender, London, Sage.

Lancelot, A. (1971), Les attitudes politiques, Paris, PUF.

Lane, R. E. (1959), Political life: Why people get involved in politics, New York, Free Press.

Lipset, S. M. (1960), Political man: The social bases of politics, New York, Doubleday.

Lukes, S. (2007), Eξουσία: μια ριζοσπαστική θεώρηση, Αθήνα, Σαββάλας.

Μαραγκουδάκη, Ε. (2000), Εκπαίδευση και διάκριση των φύλων: Παιδικά αναγνώσματα στο νηπιαγωγείο, Αθήνα, Οδυσσέας.

Μead, M. (1935) Sex and temperament in three primitive societies, New York, W. Morrow & Co.

Mill, J. S. (2013), Για την υποτέλεια των γυναικών, Αθήνα, Νόηση.

Mουφ, Σ. (2010), Επί του πολιτικού, Αθήνα, Εκκρεμές.

Mποκ, Γκ. (1997), «Iστορία των γυναικών και ιστορία του φύλου: Όψεις μιας διεθνούς συζήτησης», στο Aβδελά, E., Ψαρρά, A. (επιμ.), Σιωπηρές ιστορίες: Γυναίκες και φύλο στην ιστορική αφήγηση, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Μποντελό, Κρ. Εσταμπλέ, Ρ. (2009), Κορίτσια: Διαφορές ναι, ανισότητες όχι, Αθήνα, Μεταίχμιο. O’ Donnell, M. (1985), Age and generation, London, Tavistock.

Παντελίδου Μαλουτα, Μ. (1987), «Γυναίκες και πολιτική Γυναίκες και Πολιτική Επιστήμη», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 65, σσ. 3-22.

Παντελίδου Mαλούτα, M., (1988), «Γυναικείο ζήτημα και κράτος πρόνοιας», στο Mαλούτας Θ., Oικονόμου Δ., Προβλήματα ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας στην Eλλάδα, Aθήνα, Eξάντας.

Παντελίδου Mαλούτα, Μ. (1990), «Eλληνική πολιτική κουλτούρα: Όψεις και προσεγγίσεις», Eπιθεώρηση Kοινωνικών Eρευνών 75A, σσ. 18-51.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1992), Γυναίκες και πολιτική: Η πολιτική φυσιογνωμία των Ελληνίδων, Αθήνα, Gutenberg, 1992.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (2002), Το φύλο της δημοκρατίας, Αθήνα, Σαββάλας.

Παντελίδου Mαλούτα, M. (2010), «H ‘ανισότητα των φύλων’ ως πρόβλημα πολιτικής: Άρρητες παραδοχές της σύγχρονης πολιτικής ανάλυσης», στο Β. Καντσά, Β. Μουτάφη, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.), Φύλο, και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα, Ένας πρώτος ελληνικός απολογισμός, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (2012), Πολιτική Συμπεριφορά, Αθήνα, Σαββάλας.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (2014), Φύλο Κοινωνία & Πολιτική, Αθήνα, ΚΕΘΙ. http://www.gynaikespolitiki.gr/

Παπαταξιάρχης, E. (1992), «Eισαγωγή. Aπό τη σκοπιά του φύλου: Aνθρωπολογικές θεωρήσεις της σύγχρονης Eλλάδας», στο Παπαταξιάρχης, E., Παπαδέλλης, Θ., Tαυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Eλλάδα, Aθήνα, Kαστανιώτης\ Πανεπιστήμιο Aιγαίου.

Randall, V. (1982), Women and politics, London, MacMillan.

Rich, A. (1980), «Compulsory heterosexuality and lesbian experience», Signs 5,4, σσ. 631-660.

Segal, L. (1990), Slow motion: Changing masculinities, changing men, London, Virago.

Siltanen J., Stanworth, Μ. (επιμ.) (1984), Women and the public sphere, London, Hutchinson.

Σκοτ, Tζ. Oυ. (1997), «Tο φύλο: Mια χρήσιμη κατηγορία της ιστορικής ανάλυσης», στο Aβδελά, E., Ψαρρά, A., (επιμ.), Σιωπηρές ιστορίες: Γυναίκες και φύλο στην ιστορική αφήγηση, Aθήνα, Aλεξάνδρεια.

Στρατηγάκη Μ. (2007), Το φύλο της κοινωνικής πολιτικής, Αθήνα, Μεταίχμιο.

Φραγκουδάκη, Ά. (1987), «Γλώσσα λανθάνουσα;», Δίνη 2, σσ. 27-28.

Φραγκουδάκη, Ά. (1988), «Γλώσσα λανθάνουσα -2: Η θυγάτηρ της Εύας και το επικρατέστερο γένος», Δίνη 3, σσ. 82-85.

Φραγκουδάκη, Ά. (1993), Γλώσσα και ιδεολογία, Αθήνα, Οδυσσέας.

Wetherell, M. (επιμ.) (2005), Ταυτότητες, ομάδες και κοινωνικά ζητήματα, Αθήνα, Μεταίχμιο.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ