Menu
10 / 12 / 2018 - 07:11 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 46

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Το φύλο ως παράγοντας διαφοροποίησης στην κοινωνικοποίηση και οι κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις της διαφοροποίησης αυτής

Το φύλο ως κοινωνική κατασκευή και ως παράγοντας ιεράρχησης των υποκειμένων. Η διαδικασία εκμάθησης έμφυλων ρόλων, έμφυλα κοινωνικοποιητικά πρότυπα, διαφορές στα μηνύματα και διαμόρφωση «ανδρικών» και «γυναικείων» χαρακτηριστικών. Έμφυλη πολιτική κοινωνικοποίηση και διαφοροποιήσεις στα έμφυλα πρότυπα πολιτικότητας. Η κεντρική σημασία των κυρίαρχων αντιλήψεων για το φύλο στην καθημερινή ζωή και την κοινωνική οργάνωση. Στερεότυπα φύλου, δομές αναπαραγωγής τους και αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Έμφυλες ταυτότητες και πρότυπα πολιτικότητας. Προϊδεάσεις και μύθοι για τη γυναικεία πολιτικότητα, πολιτολογικές ερμηνείες και «αβλεψίες». Οι κοινωνικοί ρόλοι ως εξήγηση χωρίς προβληματισμό για την προέλευσή τους.

3.1 Φύλο, έμφυλα κοινωνικοποιητικά πρότυπα, έμφυλη πολιτική κοινωνικοποίηση

Η έννοια του φύλου, που βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής αυτού του κεφαλαίου μοιάζει καθημερινή, γνώριμη και προφανής. Η δε εμπειρία του φύλου, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προβληματίζει, ενώ βιώνεται εξαρχής, στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, με βάση προϊδεάσεις που παραπέμπουν στη φαινομενικά αυτονόητη δυαδικότητά του και τον υποτιθέμενο προφανή και αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα του. Οικείο συστατικό της υπόστασης («είμαι» το φύλο μου), αλλά και ενίοτε αντιφατική παράμετρος της υποκειμενικότητας, το φύλο αποτελεί κεντρικό στοιχείο ταυτότητας -είναι μάλιστα το πρώτο που αποδίδεται με τη γέννηση- αλλά συγχρόνως, δυνητικά, και ρευστό και μεταβαλλόμενο σημείο ταυτίσεων.

Το φύλο επιπλέον επιδρά σε όλες τις πλευρές της ζωής αφού κυριαρχεί στην καθημερινότητα ως κεντρική κοινωνικο-πολιτισμική κατηγορία: Καθορίζει διαδρομές ζωής, σχέσεις και πρακτικές, οργανώνει τη σεξουαλικότητα των υποκειμένων, αποτελώντας έτσι ένα από τα σταθερότητα σημεία αναφοράς στη λογική της νεωτερικότητας σε σχέση με τη διαμόρφωση ταυτοτήτων. Σημείο αναφοράς το οποίο, όμως παράλληλα, αμφισβητείται και επαναδιατυπώνεται συνεχώς. Κι αυτό, τόσο σε ατομικό επίπεδο, ως συνέπεια των μεταβολών στη θέση στον κύκλο της ζωής ή διότι εκεί οδηγεί ενίοτε η αυτογνωσία, όσο και κοινωνικά, λόγω των αλλαγών που σημειώνονται στο σύστημα έμφυλων σχέσεων και συνακόλουθα στην ιδεολογία που το αφορά. Η δε διπολικότητα που αποτελεί τη βασική αρχή συγκρότησής του και εκφράζεται κοινωνικά μέσω του «γυναικείου» και του «ανδρικού» που αλληλαποκλείονται[49], λειτουργεί περιοριστικά μέσω προτροπών και απαγορεύσεων για όλες και όλους.

Συνέπεια των παραπάνω στο πολιτικό πεδίο αποτελούν αφενός, οι διαφορές που παρατηρούνται στην πολιτικότητα γυναικών και ανδρών, και αφετέρου, η άκριτη αποδοχή της αντίληψης ότι ο (πολιτικός) αποκλεισμός των γυναικών είναι απόρροια της «έμφυλης διαφοράς». Παρότι, αντίθετα, το πρόβλημα έγκειται στην έμφυλη κοινωνική διαφοροποίηση που γεννά τον αποκλεισμό, ο οποίος με τη σειρά του δομεί τις «διαφορές», και όχι βέβαια το αντίστροφο. (Βαρίκα, 1999, σσ. 508-526). Η κοινωνικοποίηση είναι αυτή που δημιουργεί αγόρια και κορίτσια, γυναίκες και άνδρες. Τα στοιχεία που αποκαλούμε γυναικεία και ανδρικά ενυπάρχουν και συνυπάρχουν σε όλα τα υποκείμενα. Η έμφυλη ανθρώπινη υπόσταση εμπεριέχει και από τα δύο. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης είναι αυτή η οποία, με τα πρότυπα φύλου που διαμορφώνει και τα οποία διαφέρουν, επιτρέπει σε κάποια χαρακτηριστικά να αναπτυχθούν και σε άλλα να καταπιεστούν ανάλογα με το φύλο του/ης φορέα τους. Βεβαίως, όμως, πρέπει να προσθέσουμε και ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες είναι γυναίκες, και οι άνδρες-άνδρες. Kι αυτό γιατί το φύλο βρίσκεται σε διαντίδραση με άλλους παράγοντες κοινωνικής ανισότητας δημιουργώντας έτσι πολλαπλές εκφράσεις του έμφυλου, ενώ, επιπλέον, το όλο πλέγμα των έμφυλων σχέσεων και ταυτοτήτων μεταβάλλεται ιστορικά.

politismiki pantelidou 48

Το φύλο, συνεπώς, αποτελεί βασική αρχή οργάνωσης της κοινωνίας που κατατάσσει διχοτομικά (αγόρι/κορίτσι) και έτσι ιεραρχεί τα υποκείμενα: Ανώτερο/κατώτερο. Λειτουργεί δε, με βάση μια ιδεολογικά καθορισμένη αντίληψη του τι επιτάσσει η φύση. (Butler, 1990). Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Διότι θα πρέπει να κατανοήσουμε, ως κοινωνικοί επιστήμονες, ότι αυτά που θεωρούμε ως βιολογικά χαρακτηριστικά των υποκειμένων επιδέχονται πολλαπλών κοινωνικών ερμηνειών. Αν για παράδειγμα, οι άνδρες έχουν την φυσική ικανότητα του βιασμού, το πόσο συχνά γίνονται βιασμοί σε μια κοινωνία είναι κοινωνικά και πολιτισμικά καθορισμένο, και συνδέεται με την παραδοσιακότητα του συστήματος έμφυλων σχέσεων. (Bryson, 1999, σ. 47.) Εξάλλου, ακόμη και όταν υπάρχουν μετρήσιμες διαφορές ανάλογα με το φύλο, όπως είναι η ποσότητα της τεστοστερόνης που είναι περισσότερη στους άνδρες, για παράδειγμα, και η οποία θεωρείται ως η ορμόνη της επιθετικότητας, αυτές οι διαφορές υπάρχουν ως τάσεις. Εξαρτάται από το κοινωνικό περιβάλλον το κατά πόσο θα εκδηλωθούν. Η κοινωνικοποίηση των αγοριών και τα πρότυπα με τα οποία μαθαίνουν να ταυτίζονται είναι αυτά που επιτρέπουν ενίοτε σε ορισμένους άνδρες να γίνουν επιθετικοί και βίαιοι. Έχουμε συνεπώς ένα συνεχές -και όχι τομή στα σχετικά χαρακτηριστικά φύλου, (επιθετικότητα/απάθεια)- στο οποίο συνεχές η κοινωνικοποίηση παίζει τον καθοριστικό ρόλο.

Πράγματι, πολλά από τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο βιολογικό φύλο είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης των υποκειμένων. H βία, για παράδειγμα, αποτελεί πολύ περισσότερο στοιχείο στην κοινωνικοποίηση των αγοριών από ό,τι των κοριτσιών, κάτι που δεν είναι άσχετο με την αριθμητικά διαφοροποιημένη παραβατικότητα ανά φύλο στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία (Segal, 1990). H ανταγωνιστικότητα, επίσης, είναι εμπειρικά επιβεβαιωμένο ότι μαθαίνεται ως στάση ζωής που αρμόζει στα αγόρια περισσότερο από τα κορίτσια, απολύτως ανεξάρτητα από ορμονικές ή άλλες υποτιθέμενα προδιαθεσιακές παραμέτρους (Frick, 2010). Άλλα χαρακτηριστικά, εξάλλου, που συνιστούν όντως φυσικές διαφορές, όπως το ότι οι γυναίκες είναι αυτές που κυοφορούν και γεννούν, δεν είναι απαραίτητο να έχουν ούτε τις κοινωνικές συνδηλώσεις που έχουν, ούτε βεβαίως τα παραδοσιακά οικονομικά επακόλουθα (Cornell, 1992, σ. 292). Η κοινωνική οργάνωση και τα μέτρα πολιτικής που θεσμοθετούνται είναι αυτά που καθορίζουν το κατά πόσο η μητρότητα «επιβαρύνει» μόνο τις γυναίκες.

Η κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη για το φύλο, που αναπαράγεται μέσω της κοινωνικοποίησης, έχει συγκλονιστικές κοινωνικές συνέπειες για τα ίδια τα υποκείμενα, γυναίκες και άνδρες, αλλά και για τη συνολική κοινωνική συμβίωση. Είναι συνεπώς αναμενόμενο ότι η πολιτική, όπως και η γενικότερη κοινωνικοποίηση που δέχονται τα υποκείμενα από τη στιγμή που γεννιούνται, έχει έντονα έμφυλο χαρακτήρα. Δηλαδή, διαφοροποιείται στο πεδίο των μηνυμάτων ανάλογα με το φύλο του/ης κοινωνικοποιούμενου/-ης και τις συνεπαγόμενες κοινωνικές αναμονές φύλου. Κι έτσι συμβάλλει στη διαμόρφωση δύο διαφοροποιημένων προτύπων πολίτη, που μάλιστα δεν είναι απλώς «διαφορετικά», αλλά αξιολογικά ιεραρχημένα. Η έμφυλη κοινωνικοποίηση είναι ακριβώς η κοινωνική διαδικασία μέσω της οποίας οι φορείς κοινωνικοποίησης προσπαθούν να μεταβιβάσουν (κατά κανόνα τα κυρίαρχα) πρότυπα φύλου στη νέα γενιά, πρότυπα που είναι διαφορετικά και αξιολογικά άνισα. Έτσι, αγόρια και κορίτσια προετοιμάζονται από πολύ νωρίς για διαφορετικούς και αξιολογικά ιεραρχημένους ρόλους. Η έμφυλη κοινωνικοποίηση είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της γενικής κοινωνικοποιητικής διαδικασίας, η οποία μάλιστα με ποικίλους, λανθάνοντες και έκδηλους, τρόπους ενισχύει τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους (Henslin, 1990). Έχει δε σημαντικές συνέπειες και έμμεσα, σε όλα τα επιμέρους είδη κοινωνικοποίησης, όπως είναι, για παράδειγμα, η πολιτική κοινωνικοποίηση.

politismiki pantelidou 49

Η ιδιαίτερη κοινωνικοποίηση που απευθύνεται στα μικρά κοριτσάκια συνεπώς, όπως και η αυθαίρετη κατανομή ρόλων, στην οποία γίνονται προσπάθειες να συμμορφωθούν αγόρια και κορίτσια, δεν ενδιαφέρουν μόνο τη γενική κοινωνιολογία, την κοινωνιολογία του φύλου ή τις γυναικείες σπουδές, αλλά και την Πολιτική Επιστήμη. Κι αυτό διότι είναι θεμιτή η υπόθεση ότι συντελούν στη διαμόρφωση δύο διαφοροποιημένων προτύπων πολιτικότητας και πολιτικής συμμετοχής, με τις γυναίκες να εμφανίζονται παραδοσιακά να υστερούν, και σε αυτό το πεδίο, λόγω των συγκεκριμένων κοινωνικοποιητικών μηνυμάτων με βάση τα οποία κοινωνικοποιούνται ως κατηγορία φύλου. Έτσι, η έμφυλη κοινωνικοποίηση συμβάλλει, παράλληλα, και στον περιβόητο μεγαλύτερο συντηρητισμό του γυναικείου σε σχέση με τον ανδρικό πληθυσμό. Συντηρητισμός που θεωρείται ως δεδομένος, σε πολλές εμπειρικές έρευνες, αν και πιο σύγχρονες αναλύσεις δείχνουν ότι αφενός είχε υπερεκτιμηθεί, και αφετέρου δεν παρατηρείται πλέον, παρά σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες[50]. Αναμφίβολα δε, το γεγονός ότι ως συνέπεια της ιεραρχικής κοινωνικής κατάταξης οι γυναίκες βρίσκονται σε κατώτερη κοινωνική θέση από τους άνδρες, με βάση όλους τους δείκτες που μπορούμε να επιλέξουμε, δεν μπορεί παρά να συμβάλλει στη διαμόρφωση των κοινωνικών αναπαραστάσεων που τις αφορούν, αλλά και να λειτουργεί για τις ίδιες ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία και στο πολιτικό πεδίο: Οι γυναίκες θεωρούνται λιγότερο συμμετοχικές από τους άνδρες, κοινωνικοποιούνται έτσι ώστε να γίνουν λιγότερο συμμετοχικές, κάτι που συχνά (αλλά όλο και λιγότερο), επιβεβαιώνει την αρχική υπόθεση. Παράλληλα, συχνά υστερούν σε αυτοεκτίμηση και πάλι λόγω των κοινωνικοποιητικών μηνυμάτων που δέχονται, αλλά ειδικότερα και λόγω του ότι στη διαδικασία της διαμόρφωσης της ταυτότητας του φύλου τους ταυτίζονται με ένα πρότυπο που είναι υποτιμημένο, το γυναικείο (Ιγγλέση, 1990). Όλα αυτά έχουν σαφείς και σημαντικές συνέπειες και στην πολιτική φυσιογνωμία τους.

Έτσι, σε όλα τα κοινωνικά πεδία συμπεριλαμβανομένου και του πολιτικού, η γυναικεία «διαφορετικότητα» είναι, συγχρόνως, μια πραγματικότητα την οποία παρατηρούμε καθημερινά στις κοινωνικές μας σχέσεις -πραγματικότητα που οφείλεται στην έμφυλη ανισότητα και την κοινωνικοποίηση που απορρέει από την ανισότητα αυτή και συμβάλλει στην αναπαραγωγή της- και παράλληλα αποτελεί ένα μύθο που νομιμοποιεί την ανισότητα αυτή. Ο Mill (2013, σ. 52), ήδη το 1869 έγραφε ότι: «Αυτό που σήμερα ονομάζουμε φύση των γυναικών είναι ένα κατ’ εξοχήν τεχνητό πράγμα αποτέλεσμα εξαναγκασμένης περιστολής σε κάποιες κατευθύνσεις, αφύσικης υποκίνησης σε άλλες». Καλύτερη σύνοψη της βαρύτητας και των κατευθύνσεων της έμφυλης κοινωνικοποίησης των κοριτσιών δεν θα μπορούσαμε να βρούμε. Κάτι αντίστοιχο ισχύει, βεβαίως, και για τα αγόρια.

Είπαμε προηγουμένως ότι το φύλο αποτελεί θεσμοθετημένο παράγοντα κοινωνικής ιεράρχησης, με την έννοια ότι με βάση το φύλο η κοινωνία ταξινομεί, χωρίζει τα άτομα σε δύο κατηγορίες (γυναίκες-άνδρες) και ταξινομώντας τα, τα ιεραρχεί (Delphy, 2008). Έτσι όπως το γνωρίζουμε δε και το βιώνουμε στην καθημερινότητά μας, το φύλο είναι περιοριστικό και καταπιεστικό για όλες και για όλους. Και για τους άνδρες, δηλαδή, τους οποίους ωθεί να μην αναπτύσσουν πλευρές της προσωπικότητάς τους οι οποίες, σύμφωνα με το κυρίαρχο πρότυπο ανδρισμού, «δεν αρμόζουν σε άνδρα». Η έμφυλη κοινωνικοποιητική διαδικασία προβάλλει συγκεκριμένες και οριοθετημένες (αλλά διαφορετικές) προδιαγραφές για τα άτομα που κατατάσσει στην κατηγορία «γυναίκες» και για όσα κατατάσσει στην κατηγορία «άνδρες», παρότι, βεβαίως, ως σύστημα εξουσιαστικών σχέσεων, το φύλο επιβαρύνει πρωτίστως τις γυναίκες.

Μιλώντας για συγκεκριμένες προδιαγραφές με βάση τις οποίες κοινωνικοποιούνται τα υποκείμενα ανάλογα με το φύλο τους, κατανοούμε ότι το φύλο αποτελεί κοινωνική κατασκευή, λειτουργεί ως σύνολο επιταγών που μας μαθαίνουν κανόνες συμπεριφοράς και τρόπους σκέψης, οριοθετεί επιδιώξεις και προσδοκίες που μας διδάσκουν όσα αρμόζουν στην κατηγορία όπου μας κατατάσσει, και όλα αυτά γίνονται κατά τρόπο ώστε, συνήθως, έχουμε την αίσθηση ότι ελεύθερα αποφασίζουμε και επιλέγουμε. Με αυτή την έννοια υποστηρίζω ότι τα πρότυπα φύλου είναι για όλους και όλες περιοριστικά και καταπιεστικά, κατά τρόπο που, βεβαίως, δεν προωθεί τη δημοκρατική και ισότιμη συμβίωση των ατόμων (Παντελίδου Μαλούτα, 2002). Το φύλο εμποδίζει, δηλαδή, την «ελεύθερη» ανάπτυξη ικανοτήτων, ταλέντων και επιδιώξεων του καθενός και της καθεμιάς, βάζοντάς τους σε καλούπια που κατασκευάζονται από τις κυρίαρχες προδιαγραφές του φύλου και χωρίζουν τα άτομα διχοτομικά σε άνδρες ή γυναίκες. Το πρόβλημα με την πολιτική κοινωνικοποίηση στην έμφυλη διάστασή της είναι ότι τα γυναικεία πρότυπα καθόλου δεν ευνοούν το δυναμισμό, τη διεκδικητικότητα, την αποφασιστικότητα, τη μαχητικότητα, την έμπρακτη συμμετοχή, την ελεύθερη έκφραση απόψεων κ.λπ. Τα χαρακτηριστικά αυτά όμως περιγράφουν την ιδιότητα του πολίτη στη δημοκρατία. Έτσι τα έμφυλα πρότυπα πολιτικότητας μαθαίνονται από τη νέα γενιά τόσο άμεσα, μέσω των αναπαραστάσεων της πολιτικής και την εικόνα του «φύλου της εξουσίας» που είναι κυριαρχικά ανδρικό, όσο και κατά λανθάνοντα τρόπο, μέσω των γενικών έμφυλων κοινωνικοποιητικών προτύπων που προτείνονται σε αγόρια και κορίτσια.

politismiki pantelidou 50

Κατά συνέπεια, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το φύλο, όπως το γνωρίζουμε και το βιώνουμε σήμερα ως έμφυλοι/-ες πολίτες (Παντελίδου Μαλούτα, 2014):

• Αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες διαφοροποίησης στην κοινωνικοποίηση των παιδιών και οδηγεί σε αυθαίρετη κατανομή έμφυλων κοινωνικών ρόλων
• Αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά σημεία αναφοράς για τη διαμόρφωση της ταυτότητας των υποκειμένων
• Αποτελεί σύστημα σχέσεων με αλληλο-αποκλειόμενες θέσεις («είμαι γυναίκα» σημαίνει «δεν είμαι άνδρας»)
• Αποτελεί όριο στη βιωμένη πραγματικότητα, στα όνειρα και τη φαντασία των υποκειμένων
• Δημιουργεί προβλήματα στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση δύο διαφορετικών κατηγοριών πολιτών.

Συνεπώς, η έμφυλη κοινωνικοποίηση με βάση τα κυρίαρχα, ιεραρχικά πρότυπα φύλου αποτελεί παράγοντα ανελευθερίας και περιορισμού της αυτοπραγμάτωσης των υποκειμένων. Κι αυτό διότι η διχοτομική αντίληψη του φύλου (γυναίκες/άνδρες) συνδέεται με, και διαμορφώνει διαφοροποιήσεις στα κοινωνικοποιητικά μηνύματα και στους έμφυλους ρόλους για τους οποίους προετοιμάζονται τα παιδιά, ρόλοι που είναι όχι απλώς διαφορετικοί, αλλά αξιολογικά και ιεραρχικά διαφοροποιημένοι, κάτι που δεν εναρμονίζεται με τις αρχές της δημοκρατικής συμβίωσης.

3.2 Έμφυλα στερεότυπα και η διαμόρφωση ταυτότητας φύλου

Αναφερθήκαμε προηγουμένως στα στερεότυπα και τον κοινωνικό ρόλο τους (Κεφάλαιο 1.5), που συνοψίζεται στη λειτουργία τους ως φίλτρου μέσω του οποίου βλέπουμε παραμορφωτικά την κοινωνική «πραγματικότητα», ενώ συχνά ανάγουμε στη φύση πολιτισμικές κατασκευές. Όσον αφορά τα στερεότυπα φύλου, αυτά είναι κοινωνικές αντιλήψεις και πρακτικές σύµφωνα µε τις οποίες ορισµένα προτερήµατα ή μειονεκτήματα και τύποι συµπεριφοράς αποδίδονται στα άτοµα ανάλογα µε το φύλο τους, αγνοώντας ή παραβλέποντας τις ατοµικές τους διαφορές και ιδιαιτερότητες (Δεληγιάννη Κουϊμτζή, 2003). Και αποδίδονται, τουλάχιστον στις κοινωνίες που γνωρίζουμε καλύτερα, με βάση μια αξιολογικά φορτισμένη προϊδέαση για το φύλο, που κατά κανόνα υποτιμά και απαξιώνει τις γυναίκες. Κάτι που πολλαπλά καταγράφεται στη γλώσσα (Φραγκουδάκη, 1987, 1988, 1993). Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα από την καθημερινότητα που δείχνουν ότι τα στερεότυπα φύλου αναπαράγονται συνεχώς, άκριτα και ασυνείδητα, και σε πάρα πολλά και διαφορετικά πλαίσια[51]. Είναι δε πολύ σημαντικό να επισημάνουμε ότι, όπως γνωρίζουμε από τις κλασικές μελέτες της Μead, 1935, διαφορετικές κουλτούρες μπορεί να έχουν διαφορετική θεώρηση σχετικά µε το ποιες συµπεριφορές, ασχολίες και χαρακτηριστικά αρµόζουν σε άνδρες και σε γυναίκες. Κάτι που καταδεικνύει τον απολύτως κοινωνικά κατασκευασμένο χαρακτήρα τους, υπόθεση που ενισχύεται, βεβαίως, από τις ευρύτατα διαδεδομένες σήμερα διαφορές στα όρια και στο πόσο ρηγματώδης είναι η διάκριση μεταξύ «ανδρικών» και «γυναικείων» ρόλων, ανάλογα με το ισχύον σύστημα έμφυλων σχέσεων[52].

politismiki pantelidou 51

Ωστόσο, παρά τις αλλαγές που έχουν σηµειωθεί στην κοινωνική θέση των γυναικών στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, στερεότυπα φύλου εξακολουθούν να επικρατούν και να τέµνουν κάθετα ηλικία, θρήσκευµα, φύλο οικογενειακή κατάσταση και µορφωτικό επίπεδο (Μαραγκουδάκη, 2000). Πράγματι, σε μεγάλη εμπειρική έρευνα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Έμφυλη Ισότητα (EIGE, 2012), σημειώνεται ότι, παρά τις σημαντικότατες αλλαγές στα καθεστώτα φύλου στις χώρες της ΕΕ, τα στερεότυπα φύλου εξακολουθούν να λειτουργούν μαζικότατα και δυναμικά προς την κατεύθυνση των διακρίσεων και του αποκλεισμού των γυναικών, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο χώρο. Κάτι που ισχύει ακόμη περισσότερο στις χώρες με πιο παραδοσιακό σύστημα έμφυλων σχέσεων, όπως είναι αυτές του ευρωπαϊκού Νότου.

Μάλιστα η αντίληψη των ατόμων, που σε όλες τις περιπτώσεις είναι, όπως ξέρουμε, επιλεκτική, ενισχύεται από και ενισχύει προϊδεάσεις και στερεότυπα, τα οποία είναι τόσο ισχυρά, ώστε να «βλέπουμε» μια πραγματικότητα χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων αγοριών και κοριτσιών, είτε αυτά υπάρχουν, είτε δεν υπάρχουν (Βλ. παραδείγματα στο Αρκουμάνη, 2006.) Η δύναμη των στερεοτύπων είναι πράγματι τέτοια, ώστε να αναπαράγονται από γενιά σε γενιά, διαμορφώνοντας αγόρια και κορίτσια που «διαφέρουν» μεταξύ τους, διότι έτσι τα διαμόρφωσε η κοινωνικοποιητική διαδικασία. Μια διαδικασία που άκριτα και ασυντόνιστα, ακόμη και σε θεσμοθετημένους φορείς κοινωνικοποίησης όπως το σχολείο και τα ΜΜΕ που αφορούν σε παιδιά και όχι μόνο, αναπαράγει και νομιμοποιεί περαιτέρω στερεότυπες αντιλήψεις για τις ικανότητες και τις «κλίσεις» των ατόμων ανάλογα με το φύλο τους, λειτουργώντας και πάλι ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Διότι, όπως ξέρουμε, εκτός από περιγραφικά, τα στερεότυπα έχουν και μια κανονιστική λειτουργία. Μας λένε πώς πρέπει να είμαστε, ως γυναίκες ή ως άνδρες.

Αν εμβαθύνουμε στα στερεότυπα φύλου θα δούμε ότι το γεγονός πως το φύλο αποτελεί σύστημα σχέσεων -ότι δηλαδή, δεν υπάρχει γυναικείο χωρίς ανδρικό και αντίστροφα, με τη διάκριση να είναι συνήθως απολύτως αντιθετική- καθορίζει και το πώς αυτά λειτουργούν: Οι γυναίκες, για παράδειγμα, υποτίθεται ότι (πρέπει να) είναι, τρυφερές, γλυκιές, στοργικές, τακτικές, συναισθηματικές, ευαίσθητες, ήσυχες, αλλά και (αρνητικά στερεότυπα) πονηρές, επιπόλαιες, πανούργες, ζηλιάρες, εκδικητικές κ.λπ. Δηλαδή, στερεοτυπικά ό,τι δεν είναι οι άνδρες, που αναφέρονται ως γενναίοι, τολμηροί, ριψοκίνδυνοι, ντόμπροι, διεκδικητικοί, μαχητές, δυναμικοί, λογικοί, κ.λπ. Οι στερεοτυπικές διατυπώσεις, όμως, όπως είπαμε, δεν περιγράφουν μόνο. Περιγράφοντας λειτουργούν παράλληλα και κανονιστικά. Δηλαδή, μαθαίνουν σε αγόρια και κορίτσια, πώς πρέπει να είναι με βάση το φύλο τους: Το φύλο μας, που υποτίθεται ότι μας περιγράφει διατυπώνοντας το τι είμαστε, στην ουσία μας λέει τελικά πώς πρέπει να είμαστε. Και το «πώς πρέπει να είναι οι γυναίκες» είναι αντιθετικό με το «πώς πρέπει να είναι ένα πολιτικό oν». Τα στερεότυπα φύλου περιορίζουν τις επιλογές και την ελευθερία των υποκειμένων και καταλήγουν να είναι το υπόβαθρο διακρίσεων και ανισοτήτων.

Ενώ οι μορφές ανισότητας είναι πολλές και όλες εμπλέκονται διαφοροποιητικά στη διαδικασία κοινωνικοποίησης, και παρότι πρέπει να έχουμε συνείδηση ότι κοινωνικά διαπλέκονται, (δηλαδή, για παράδειγμα, καμία δεν είναι μόνο γυναίκα, μπορεί να είναι και αγράμματη ή μορφωμένη, ανάπηρη ή αρτιμελής, μειονοτική κ.ά., διαπλοκή που διαφοροποιεί την ίδια την εμπειρία του φύλου), παρόλα αυτά είναι χρήσιμο ερευνητικά να «απομονώσουμε» το φύλο και τα στερεότυπα που το αφορούν στην μελέτη της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Έτσι ώστε να το μελετήσουμε (και) ως ξεχωριστή μορφή ανισότητας, με σημαντικότατες συνέπειες στη διαμόρφωση της κοινωνικοπολιτικής φυσιογνωμίας των πολιτών per se.

politismiki pantelidou 52

Μια από τις πιο γνωστές φεμινιστικές ρήσεις, αυτή της Simone De Beauvoir στο Δεύτερο φύλο (De Beauvoir, 1949), αναφέρεται στο ότι οι γυναίκες δεν γεννιούνται, οι γυναίκες γίνονται. Αυτό σημαίνει ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στις κατηγορίες φύλου, και εν προκειμένω στις γυναίκες, διαμορφώνονται κοινωνικά μέσω της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης. Διδάσκουμε, ως κοινωνία, ως γονείς, ως σχολείο, στα παιδιά να γίνουν αγόρια ή κορίτσια, να αποκτήσουν, δηλαδή, εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα θεωρήσουμε ότι έχουν «λόγω του φύλου τους». Οι βασικοί φορείς πρώιμης κοινωνικοποίησης, η οικογένεια πρωτίστως, αλλά και το σχολείο, η ομάδα συνομηλίκων, όπως και τα ΜΜΕ, αλλά στους ενήλικες και άλλοι κοινωνικοποιητικοί φορείς (ο στρατός, για παράδειγμα, στους νέους άνδρες), λειτουργούν καθοριστικά στη διαμόρφωση και την παγίωση της έμφυλης ταυτότητας. Γνωρίζουμε δε, ότι καμιά ερμηνεία της υποκειμενικής ταυτότητας κάποιου/-ας δεν μπορεί να είναι επαρκής, αν δεν περιλάβει την κατανόηση των εμπειριών (φύλου), όπως βιώθηκαν από το υποκείμενο και όπως εσωτερικεύτηκαν από αυτό (Wetherell, 2005, σσ. 416-417).

Η συγγραφέας αυτή επισημαίνει επιπλέον ότι όταν σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση της ταυτότητας είναι η φυλή, η τάξη ή το φύλο, δεν βαρύνουν μόνο οι «πραγματικές» εμπειρίες που βιώνουν τα υποκείμενα, αλλά και μνήμες του παρελθόντος, όπως μεταβιβάζονται στη διαδικασία κοινωνικοποίησης, φαντασιακές κατασκευές, επιθυμίες, συμβολισμοί κ.λπ. Και ενώ η κοινωνική ταυτότητα, συνήθως, θεωρείται ως ενοποιημένη και σαφής (κανείς είναι ή άνδρας ή γυναίκα, και ή ετεροφυλόφιλος/-η ή ομοφυλόφιλος/-η), στην πραγματικότητα η ταυτότητα είναι συχνά ένα αντιφατικό μείγμα θέσεων, με αποτέλεσμα ορισμένοι συνδυασμοί να είναι ενίοτε εξαιρετικά δύσκολα βιώσιμοι (Wetherell, 2005, σ. 419). Με αυτή την έννοια είναι ίσως χρήσιμο να αναφερόμαστε σε πολλαπλές επιμέρους ταυτίσεις των υποκειμένων και όχι σε μία ταυτότητα, διότι η διατύπωση αυτή μπορεί να είναι απολύτως παραπλανητική και να εμπεριέχει στερεοτυπικές συνδηλώσεις. Κι αυτό, παρότι ακόμη και σε περιόδους αύξησης του ατομοκεντρισμού, σαν αυτή που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες σε συνδυασμό με ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές, πάντα διαμορφώνονται συλλογικές ταυτότητες και επιμέρους ταυτίσεις που μοιραζόμαστε με άλλου/-ες. Η Μουφ, 2010, σ. 38, μάλιστα, στην οποία έγινε αναφορά και προηγουμένως, υποστηρίζει πως ο Φρόυντ και ο Κανέτι μας έμαθαν ότι η ανάγκη για συλλογικές ταυτίσεις δεν εκλείπει ποτέ, αφού είναι εγγενής στο τι σημαίνει ανθρώπινη ύπαρξη. Οι δε «γυναίκες» ως σημείο συλλογικής ταύτισης είναι υποτιμημένο και ιεραρχικά δευτερεύον, κάτι που δεν μπορεί παρά να λειτουργεί προβληματικά στη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας των μικρών κοριτσιών (Ιγγλέση, 1990).

Εξάλλου, στο μείγμα αυτό που συγκροτεί την ταυτότητα, και είναι περισσότερο ή λιγότερο αντιφατικό, οφείλεται και το ότι όπως ήδη επισημάνθηκε, δεν υπάρχει μόνο μία γυναικεία ή μία ανδρική ταυτότητα, αλλά πολλές και διαφορετικές. Είναι δε ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, αν ο φεμινισμός έχει προ πολλού καταγγείλει την περιοριστική και καταπιεστική λειτουργία της αντίληψης περί μιας γυναικείας ενιαίας ταυτότητας -που τελικά σημαίνει ότι στο βάθος όλες οι γυναίκες (πρέπει να) είναι ίδιες, να έχουν δηλαδή τα ίδια στερεοτυπικά χαρακτηριστικά- τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια πλούσια βιβλιογραφία και για τους «ανδρισμούς». Ο Connell, 1995, μάλιστα, υποστηρίζει την ύπαρξη πλειάδας προτύπων ανδρισμού και διακρίνει ηγεμονικούς, περιθωριακούς, συνεργικούς και υποτελείς ανδρισμούς, με τους πρώτους να λειτουργούν ως μέτρο σύγκρισης, προς το οποίο φιλοδοξούν να εναρμονιστούν πολλοί άνδρες. Σε κάθε περίπτωση οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι άνδρες είναι άνδρες και οι γυναίκες-γυναίκες καθορίζονται από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησής τους και τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται, εσωτερικεύουν και εξωτερικεύουν πρότυπα και ρόλους, διαμορφώνοντας έτσι την ταυτότητα του φύλου τους. Σύµφωνα µε τους Δεληγιάννη Κουϊμτζή κ.ά., 2000, και τις έρευνές τους σε εφήβους, οι ταυτότητες φύλου διαµορφώνονται με βάση τα παρακάτω:

politismiki pantelidou 53

Η ανδρική ταυτότητα δοµείται µε βάση χαρακτηριστικά όπως είναι η σωµατική δύναµη και η προσωπική ελευθερία. Συνδέεται µε τη δηµόσια σφαίρα και τις θετικές επιστήµες. Ταυτίζεται µε παραδοσιακές αξίες και αντιλήψεις για τον έμφυλο καταµερισµό της εργασίας και τις έμφυλες σχέσεις στην οικογένεια και την αγορά εργασίας (βασίζεται στο «τι κάνει και τι δεν κάνει ένας άνδρας» στο σπίτι και τη δουλειά). Διατηρεί το ρόλο του άνδρα-κουβαλητή στην οικογένεια. Επενδύει στην οικονοµική εξασφάλιση και την επαγγελµατική πρόοδο, όσον αφορά την έννοια της επιτυχίας. Αν προσθέταμε σ’ αυτά την τόλμη, την αποφασιστικότητα, την ανεξαρτησία και τη δυσκολία να εκφράσουν συναισθήματα και αδυναμίες, θα είχαμε μια σφαιρική εικόνα χαρακτηριστικών με βάση τα οποία διαμορφώνεται η ανδρική ταυτότητα.

Η γυναικεία ταυτότητα, από την άλλη, σύµφωνα πάντα µε τους Δεληγιάννη Κουϊμτζή κ.ά., 2000, δοµείται µε βάση χαρακτηριστικά όπως η φροντίδα, η επιµέλεια, οι καλές επιδόσεις, η πειθαρχία και η ήπια συµπεριφορά. Συνδέεται µε την ιδιωτική σφαίρα και τις θεωρητικές επιστήµες. Ταυτίζεται µε ανανεωτικές ιδέες, όσον αφορά τις έμφυλες σχέσεις στην οικογένεια και τον καταµερισµό της εργασίας, διατηρώντας όμως παράλληλα µια παραδοσιακή αντίληψη για το ρόλο του άνδρα ως κουβαλητή. Διατηρεί επίσης και το ρόλο της µητέρας-νοικοκυράς στην οικογένεια. Στοχεύει στην προσωπική ολοκλήρωση μέσω επιτυχημένων σχέσεων, όσον αφορά την έννοια της επιτυχίας.

Ο ανδρισμός και η «γυναικότητα» δομούνται, συνεπώς, κοινωνικά και ποικίλλουν εσωτερικά, ενώ αποτελούν διαδικασίες διαμόρφωσης ταυτοτήτων και όχι, βεβαίως, εκφράσεις προϋπαρχόντων χαρακτηριστικών. Παρότι για να αιτιολογηθούν οι όποιες διαφορές στην αντιμετώπισή τους, συχνά, γίνεται επίκληση χαρακτηριστικών που αποδίδονται στη φύση. Φύση την οποία, και αυτή, την αντιλαμβανόμαστε με βάση τα στερεότυπα φύλου που έχουμε μάθει στην κοινωνία. Σύμφωνα με την (πρωτοποριακή) επισήμανση της Butler 1990, σσ. 6-7, το κοινωνικό φύλο δεν αποτελεί απλή πολιτισμική αντανάκλαση της φυσικής διχοτομίας του βιολογικού, όπως συνήθως πιστεύεται. Αλλά μάλλον καθορίζει τις κοινωνικές πρακτικές διαμέσου των οποίων η διχοτομία του φύλου προβάλλει ως απορρέουσα από τη φύση. Κι ενώ συστηματικά τα κοινωνικοποιητικά πρότυπα διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο των κοινωνικοποιούμενων, και μάλιστα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, αντίστοιχα διαφοροποιούνται και οι αναμονές των γονιών, των δασκάλων, των φίλων. Και τελικά των κοινωνικοποιούμενων των ίδιων, που διαμορφώνουν διαφορετική «αίσθηση εαυτού» και αντίληψη περί των ικανοτήτων τους, ανάλογα με το αν είναι αγόρια ή κορίτσια. Έτσι, η διαμόρφωση της ταυτότητας φύλου μοιάζει να κατευθύνεται από στερεοτυπικές αντιλήψεις, που είναι εξ ορισμού απλοποιητικές και ιδεολογικά καθορισμένες για το τι σημαίνει «είμαι αγόρι», «είμαι κορίτσι», και σε αυτή τη βάση κατευθύνουν κοινωνικές προτροπές και αναμονές.

politismiki pantelidou 55

Eίναι γεγονός ότι η οικογένεια, από την πρώτη στιγμή της γέννησης, εκφράζει διαφορετικές αναμονές ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Ερμηνεύει επίσης διαφορετικά τη συμπεριφορά του, με ρητή ή άρρητη αναφορά στο φύλο του, ενώ είναι προφανές ότι προσφέρει διαφορετικά κοινωνικοποιητικά ερεθίσματα σε αγόρια και σε κορίτσια. Τα διαφορετικά παιχνίδια και μόνο που προσφέρονται στα παιδιά «ανάλογα με το φύλο τους», ενισχύουν διαφορετικές δεξιότητες και ενδιαφέροντα, που στη συνέχεια ερμηνεύονται ως απόδειξη της «έμφυλης διαφοράς», ενώ έχουν συμπράξει ενεργά στη δόμηση των «διαφορών» (Μποντελό, Εσταμπλέ, 2009). Υπεύθυνα για την πρακτική αυτή της διαφοροποίησης στην κοινωνικοποίηση είναι βέβαια τα στερεότυπα, από τα οποία εμφορούνται γονείς, δάσκαλοι, ομάδα συνομηλίκων, ΜΜΕ κ.ά.π., και τα οποία μεταβιβάζουν άκριτα αλλά συστηματικά και, όπως φαίνεται, πολύ αποτελεσματικά. Υπάρχουν δε μαρτυρίες που δείχνουν ότι ακόμη και η συνειδητή κοινωνικοποίηση που δεν θέλει να βασίζεται σε σεξιστικά στερεότυπα από την πλευρά των γονιών, συχνά προσκρούει σε αντίθετα μηνύματα από την πλευρά του σχολείου ή του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος δημιουργώντας σύγχυση στους/ις κοινωνικοποιούμενους/-ες, με την ομάδα συνομηλίκων να ασκεί σημαντική επιρροή στον τομέα αυτό, ιδιαίτερα την περίοδο της εφηβείας.

Παράλληλα, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και κάτι άλλο. Η επιστημονική μας κουλτούρα είναι προσανατολισμένη στο να εντοπίζει διαφορές, όχι ομοιότητες, εντείνοντας έτσι μια εικόνα διχοτομίας στην έμφυλη υπόσταση των υποκειμένων. Αγνοείται δε ότι ακόμη και η στρεβλή και διαφοροποιητική έμφυλη κοινωνικοποίηση, όπως και η έμφυλη κοινωνική ανισότητα, δεν καταφέρνουν να ακυρώσουν το ότι αυτά που μας ενώνουν ως ανθρώπινα υποκείμενα είναι, ούτως ή άλλως, απείρως περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν διχοτομικά και στο πεδίο των στάσεων και των αντιλήψεων.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 47-53

Σημειώσεις

[49] Σύμφωνα με μια θεωρητική υπόθεση, η διπολικότητα του φύλου εγκαθιδρύει παράλληλα και την κυριαρχία της (αναγκαστικής) ετεροφυλοφιλίας, που λειτουργεί ως πρόσθετος παράγοντας περιορισμού, ιεράρχησης και αποκλεισμών, αλλά βεβαίως και ως πεδίο αμφισβήτησης και ανατροπών. Βλ. Rich, 1980, αλλά και Butler, 1990. Δεν θα ασχοληθώ εδώ σε βάθος με εννοιολογήσεις και ορισμούς του φύλου. Βλ. σχετική επισκόπηση με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές αναφορές στο Παντελίδου Μαλούτα, 2014. Αναλυτικότερα, για την εμβάθυνση στο έννοια του φύλου, βλ. την εισαγωγή στο Aβδελά, Ψαρρά, 1997, αλλά και πολλά άρθρα στον ίδιο τόμο. Ιδιαίτερα αυτά της Σκοτ, 1997 και της Mποκ, 1997. Bλ. επίσης και την εισαγωγή του E. Παπαταξιάρχη, στο Παπαταξιάρχης, Παπαδέλλης, 1992, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της «ανακάλυψης» του φύλου από τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά και Αβδελά, 2006 όπως και Connell, 2006. Βλ. και Παντελίδου Μαλούτα, 2002, 2012, 2014.

[50] Βλ. μια κλασική συνθετική παρουσίαση του θέματος του συντηρητισμού των γυναικών στο Lancelot, 1971, σσ. 21-22, καθώς και μια πρωτοποριακή φεμινιστική κριτική των σχετικών κυρίαρχων πολιτολογικών αντιλήψεων, στο Goot, Reid, 1984 με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Women: if not apolitical then conservative». Βλ. και Παντελίδου Μαλούτα, 1987β και 1992.

[51] Βλ. για παράδειγμα, Αρκουμάνη, 2006, που αναφέρεται στη διαμόρφωση της ταυτότητας φύλου στην οικογένεια, και παραθέτει πορίσματα από εμπειρικές παρατηρήσεις που καταδεικνύουν πρακτικά τον τρόπο με τον οποίο συντελείται η λειτουργία των έμφυλων στερεοτύπων σε συγκεκριμένες συνθήκες.

[52] Αυτό το τελευταίο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως ξέρουμε από τη φεμινιστική βιβλιογραφία, αλλά και από το επίπεδο και τον τύπο της οικονομικής ανάπτυξης ακόμη και εντός της ΕΕ (Alesina, Guliano, Nunn, 2013).

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ