Menu
23 / 06 / 2018 - 03:51 am
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 26

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

Κεφάλαιο 2

Η πολιτική κοινωνικοποίηση ως συνιστώσα αναπαραγωγής και μετεξέλιξης της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας. Φάσεις και φορείς κοινωνικοποίησης

Στόχος: Η πρόσληψη της πολιτικής κοινωνικοποίησης ως δυναμικής διαδικασίας που συμβάλλει τόσο στην αναπαραγωγή, όσο και στη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας, χωρίς αξιολογικές υποθέσεις σε σχέση με την «επιβίωση». Κριτική παρουσίαση θεωρήσεων της πολιτικής κοινωνικοποίησης που την προσλαμβάνουν με στατικούς και ιδεολογικά στρατευμένους υπέρ της συντήρησης όρους. Αναφορά στις φάσεις της κοινωνικοποίησης που παρουσιάζουν μεγαλύτερη και μικρότερη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα, στους βασικούς φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή, καθώς και στη συγκριτική βαρύτητά τους. Διάκριση της εφηβείας σε αρχική και ύστερη για τη μελέτη της πολιτικής κοινωνικοποίησης και των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων που είναι ενδεικτικές πολιτισμικών μεταβολών στο επίπεδο της συνολικής πολιτικής κουλτούρας.

2.1 Αναπαραγωγή και μετεξέλιξη

Είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας τα υποκείμενα αποκτούν «έμμεσα ή άμεσα ένα σύστημα αντιδράσεων, προκαταλήψεων, γνώσεων και εκτιμήσεων σχετικά με το πολιτικό φαινόμενο». (Μεταξάς, 1976). Μέσω της διαδικασίας αυτής αποκτούμε αξίες, διαμορφώνουμε στάσεις, αντιλήψεις και τελικά συμπεριφορές που σχετίζονται με τη σφαίρα της πολιτικής και ειδικότερα με το πολιτικό σύστημα. Δηλαδή, η υποκειμενική πολιτική φυσιογνωμία, όποια και εάν είναι αυτή, ανεξαρτήτως των ειδικών χαρακτηριστικών της, αναπότρεπτα διαμορφώνεται μέσω της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης. Είναι ωστόσο γεγονός ότι, η κυρίαρχη αντιμετώπιση της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην μακρο-πολιτική διάστασή της, την προβάλλει ως λειτουργία του πολιτικού συστήματος που στοχεύει στην επιβίωσή του. Κάτι που παρατηρήθηκε στην αμερικανική πολιτική επιστήμη ιδιαίτερα, ενώ αποτελεί μια εξαιρετικά περιοριστική αντιμετώπιση που υστερεί τόσο επιστημονικά όσο και επιστημολογικά. Διότι ταυτίζει την έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης με ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, που είναι η διαμόρφωση πολιτικής φυσιογνωμίας υποστηρικτικής και μόνον υποστηρικτικής για το υπάρχον πολιτικό σύστημα και την αναπαραγωγή του.

Αυτή η μονομερής αντιμετώπιση της πολιτικής κοινωνικοποίησης βρίσκει, νομίζω, την πληρέστερη και πιο επεξεργασμένη έκφρασή της στους Easton και Dennis, 1980,- που διατυπώνουν μια «πολιτική θεωρία» της κοινωνικοποίησης, η οποία τους οδηγεί στη μελέτη αυτής της διαδικασίας στο επίπεδο των παιδιών, με στόχο να μελετήσουν την προέλευση της δημιουργίας «υποστήριξης» προς το πολιτικό σύστημα. To επίκεντρο της μελέτης αυτής, όπως και άλλων στις οποίες συμμετείχε ο D. Easton, είναι μια αντίληψη της πολιτικής κοινωνικοποίησης που την καθορίζει ως μέσο για τη δημιουργία υποστήριξης, και ιδιαίτερα «διάχυτης υποστήριξης» προς το πολιτικό σύστημα, όπως την ονομάζει ο Easton (1965, σ. 274). Αυτή η «διάχυτη υποστήριξη», που δημιουργείται με τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης (με την οποία τελικά την ταυτίζουν) λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε, «αδιάφορο τι θα συμβεί, τα μέλη του πολιτικού συστήματος θα συνεχίσουν να συνδέονται με αυτό, με ισχυρούς δεσμούς αφοσίωσης και συναισθηματικούς δεσμούς» (Easton, 1965β).

politismiki pantelidou 27

Αυτή η σύνδεση της πολιτικής κοινωνικοποίησης με το πολιτικό σύστημα, του οποίου η πρώτη θεωρείται ως λειτουργία που στοχεύει στην επιβίωσή του, προτείνεται με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές από πολλούς πολιτικούς επιστήμονες, στις εργασίες των οποίων υφέρπει και η αντίληψη της πολιτικής κουλτούρας ως ενοποιημένης ολότητας. Ο Rose, 1964, σ. 59, για παράδειγμα, ορίζει την πολιτική κοινωνικοποίηση απλώς ως «μεταβίβαση της πολιτικής κουλτούρας από γενιά σε γενιά». Ο Brim, 1966, σ. 5, αναφέρεται στη διαδικασία εκμάθησης ρόλων που είναι αναμενόμενοι στην κοινωνία. Η δε Sigel, 1970, σ.20, στην οποία αρέσουν οι οργανομορφισμοί, λέει ότι «η επιβίωση είναι ο πρώτιστος στόχος του πολιτικού οργανισμού, όπως ακριβώς είναι και του ανθρώπινου οργανισμού», ενώ «η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι η σταδιακή εκμάθηση, στάσεων, συμπεριφορών και κανόνων που είναι αποδεκτοί και εφαρμόζονται στο υπάρχον πολιτικό σύστημα». Αλλά και ο Almond, 1977, συνεπής προς τη γενική του προσέγγιση που τοποθετεί το όλο θέμα σε σχέση με τη λειτουργία της πολιτικής κοινωνικοποίησης εντός του πολιτικού συστήματος, ο Pye, 1976, o Verba, 1972, o Greenstein, 1975, 1976, έμμεσα ή άμεσα εκφράζουν αυτή την περιοριστική και επιστημονικά προβληματική αντίληψη για την πολιτική κοινωνικοποίηση[26].

Αλλά τι υπονοείται στην κριτική που κάνω στη σχετική βιβλιογραφία; Μήπως η πολιτική κουλτούρα κάθε κοινωνίας δεν μεταβιβάζεται μέσω της πολιτικής κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς; Μέσω της πολιτικής κοινωνικοποίησης δεν γίνεται η εκμάθηση ρόλων που είναι αναμενόμενοι στην κοινωνία; Η απάντηση στα ερωτήματα είναι καταφατική. Όντως έτσι μεταβιβάζεται η πολιτική κουλτούρα. Δηλαδή, η πολιτική κουλτούρα αναγκαστικά μεταβιβάζεται μέσω της κοινωνικοποίησης, αλλά η πολιτική κοινωνικοποίηση δεν είναι μόνο αυτό. Ούτε μαθαίνονται μέσω αυτής μόνο ρόλοι «που είναι αναμενόμενοι στην κοινωνία». Διότι η πολιτική κοινωνικοποίηση δεν συμβάλει μόνο στην αναπαραγωγή της πολιτικής κουλτούρας, αλλά και στη μετεξέλιξή της, ενώ η ταύτισή της μόνο με την αναπαραγωγή λειτουργεί παραπλανητικά και δημιουργεί πολλά επιστημονικά ερωτήματα που επικεντρώνονται γύρω από το, πώς διαμορφώνονται οι πολιτισμικές εκείνες συνιστώσες που ευνοούν τις αλλαγές; Και οι οποίες απορρίπτουν το υπάρχον πολιτικό σύστημα και το αξιακό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται; Ποια διαδικασία είναι αυτή που γεννά τη μεταβολή στις στάσεις και τις αντιλήψεις, που διαμορφώνει νέες, διαφορετικές από τις προηγουμένως κυρίαρχες, στάσεις και αντιλήψεις; Πώς, δηλαδή, διαμορφώνονται αναπαραστάσεις και τελικά συμπεριφορές που δεν ευνοούν την αναπαραγωγή του υπάρχοντος συστήματος και την επιβίωσή του; Μέσω άλλης διαδικασίας, πέραν της πολιτικής κοινωνικοποίησης δημιουργείται η αμφισβήτηση, η αντίσταση και η μεταβολή; Όχι βέβαια.

Προφανώς η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης μπορεί να συμβάλει τόσο στην αναπαραγωγή όσο και στη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας, ενώ θα πρέπει να μην αποδεχτούμε μια αντίληψη για την πολιτική κοινωνικοποίηση η οποία την προσλαμβάνει ως «έναν προληπτικό μηχανισμό στην υπηρεσία ορισμένης πολιτικής κουλτούρας και πολιτικής δομής» (Μεταξάς, 1976, σσ. 14-18). Πρόκειται για κοινωνική διαδικασία που αναπότρεπτα εμπεριέχει στο μακρο-επίπεδο τόσο τη συντήρηση, όσο και τη μεταβολή, αφού δεχόμαστε ότι στο μικρο-επίπεδο η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι η διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκειμένων. Κι όσο και εάν υπερισχύουν τα στοιχεία αναπαραγωγής και συντήρησης, επιβάλλεται να μην αγνοούμε τις αντιστάσεις, τις ρωγμές και τις ευρύτερες αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, που διαμορφώνουν νέα μηνύματα και νέους τρόπους πρόσληψης και διαχείρισης μιας πραγματικότητας που εξ ορισμού μεταβάλλεται. Εντυπωσιάζει δε, πόσο έχει επηρεάσει η στατική αυτή θεώρηση της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που εκφράστηκε από τους αρχικούς εισηγητές του κλάδου, αφού και σε πιο πρόσφατες μελέτες η πολιτική κοινωνικοποίηση θεωρείται ότι «από τη φύση της... λειτουργεί ως μέσο για την αναπαραγωγή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων» (Hague, Harrop, 2011, σ.184).

politismiki pantelidou 28

Εξάλλου, αν κατά κάποιον τρόπο δικαιολογείται η αποκλειστική επιστημονική ενασχόληση με το πρόβλημα της επιβίωσης του υπάρχοντος (δημοκρατικού) πολιτικού συστήματος, «σ’ έναν κόσμο που μόλις βγήκε από τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και που προβληματίζεται γύρω από το φασιστικό φαινόμενο», όπως υποστηρίζει o S. Verba, στο «προσωπικό του υστερόγραφο» στο Almond, Verba, 1980, σ. 407, αυτή η δικαιολογία δεν ισχύει πια στη δεκαετία του 2010. Πλέον προσφέρονται νέα «καυτά» αντικείμενα για την επιστημονική έρευνα μιας ταχύτατα μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Με τον ενδεχόμενο περιορισμό στο βεληνεκές της επιβίωσης και μόνο του πολιτικού συστήματος, και της αναπαραγωγής της πολιτικής κουλτούρας, να έχει σοβαρές προεκτάσεις, συμβάλλοντας στην απαξίωση της πολιτολογικής έρευνας και την απονομιμοποίηση της κοινωνικής επιστήμης γενικότερα, πέρα από την καθαρά ιδεολογική στρέβλωση που δημιουργεί προβλήματα επιστημονικότητας.

Η αντίληψη αυτή για τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης, που μονοσήμαντα την αντιμετωπίζει ως λειτουργία του πολιτικού συστήματος η οποία συμβάλλει αποκλειστικά στην επιβίωσή του, αγνοώντας όλα τα άλλα ενδεχόμενα, εκφράζει ιδεολογικές σκοπιμότητες και στρεβλώσεις. Αλλά εκτός από αυτό, συνδέεται, όπως ήδη είπαμε, και με τον υπερτονισμό των ψυχολογικών παραγόντων. Οφείλεται δε σε μεγάλο βαθμό στην υπερβολική σπουδαιότητα -με την έννοια του απολύτως καθοριστικού χαρακτήρα- που αποδίδεται στην επίδραση των δύο αρχικών φορέων κοινωνικοποίησης, της οικογένειας και του σχολείου, όσον αφορά ευρύτατη γκάμα στάσεων και αντιλήψεων[27].

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε ότι η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης που ως ερευνητικό πεδίο «παραδοσιακά» χρησιμοποιήθηκε πρωτίστως, όπως είδαμε, για τη μελέτη των στοιχείων που συμβάλλουν στην «επιβίωση», αρχίζει να γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτή ως πρόσφορη και για τη μελέτη της αλλαγής στο πολιτικό σύστημα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι, σε θεωρητικό επίπεδο, η «αλλαγή» μπορεί ικανοποιητικά να μελετηθεί αποκλειστικά και μόνο με τα εννοιολογικά εργαλεία που προσφέρει ο κλάδος της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Διότι τις περισσότερες φορές δεν είναι τα πολιτισμικά στοιχεία που προκαλούν άμεσα μεταβολές στο θεσμικό πλαίσιο, ενώ οι συχνότεροι λόγοι αλλαγών στο πολιτικό σύστημα είναι σίγουρα διαφορετικοί: Αλλαγές στο σύστημα της κοινωνικοοικονομικής ιεραρχίας, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατιωτικά πραξικοπήματα, πόλεμοι, μερικότερες θεσμικές μεταβολές. Όλα αυτά, ανεξάρτητα από αλλαγές στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης, συμβάλλουν προφανώς, από μόνα τους σε μεταβολές του πολιτικού συστήματος. Αξίζει όμως να προσθέσουμε, ότι, όλες οι παραπάνω μεταβολές καθορίζουν νέα κοινωνικοποιητικά μηνύματα και εκφράζονται και με αλλαγές στους τρόπους και στο περιεχόμενο της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης, αλλαγές που με τη σειρά μελλοντικά θα συμβάλλουν αναπότρεπτα σε πρόσθετες μεταβολές στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος.

Παράλληλα, η ίδια η προσαρμοστικότητα και η επιθυμία για αλλαγή στο πολιτικό σύστημα μπορούν να αποτελέσουν μηνύματα της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Αντίστοιχα, η προσήλωση στην υπάρχουσα κατάσταση όπως και η παρουσίαση κάθε μεταβολής ως παθολογικού στοιχείου μπορούν να υπερτονίζονται μέσω αυτής της διαδικασίας. Έρευνες για την πολιτική κοινωνικοποίηση παιδιών και εφήβων μπορούν έτσι να αποτελέσουν εξαιρετικούς δείκτες μεταβολών που έχουν ήδη συντελεστεί στο πολιτισμικό πεδίο, αλλά δεν έχουν αποτυπωθεί στην πραγματικότητα της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ακόμη. Εξάλλου, έρευνες από τις οποίες εμφορούνται όλο και περισσότερο οι νέοι/-ες μεταπολεμικά, στις οποίες έχει σημειωθεί σημαντικότατη μεταβολή από τις πιο υλιστικές σε αυτό που ο Inglehart, 1971, 1977, αποκαλεί μετα-ϋλιστικές (όπως θα δούμε και παρακάτω), προσφέρουν στοιχεία ερμηνείας για πληθώρα μεταβολών και στο επίπεδο των δομών. Πρόκειται για μεταβολές, όπως: Στροφή στο life-style, ιδιώτευση/απομόνωση, άνοδος της νεοφιλελεύθερης κοσμοαντίληψης με ό,τι σημαίνει αυτή για την εκλογική συμπεριφορά και τις μεταβολές στο πολιτικό σύστημα κ.λπ.[28] Βεβαίως, οι αλλαγές αυτές δεν είναι ανεξάρτητες από σημαντικές μεταβολές στην κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, αφού πολιτισμικό και κοινωνικο- οικονομικό πεδίο αλληλοεπηρεάζονται σε μια συνεχή αμφίδρομη σχέση.

politismiki pantelidou 29

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι, με τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή της ανομοιογενούς και σίγουρα όχι ενοποιημένης πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας, που απορρέει από τις ιστορικές και κοινωνικές της εμπειρίες (βλ. και παρακάτω Κεφάλαιο 4). Παράλληλα, όμως, η διαδικασία αυτή (μπορεί να) συμβάλλει και στη μετεξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας, μέσω των νέων δεδομένων που διαμορφώνονται, αφού η κοινωνία διαμορφώνει τα άτομα τα οποία διαμορφώνουν (αναπαράγουν και μεταβάλλουν) την κοινωνία. (Berger, Luckmann, 1981). Ως εννοιολογικό εργαλείο η πολιτική κοινωνικοποίηση αποτελεί έτσι το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο μικρο-πολιτικό επίπεδο (το άτομο) και το μακρο-πολιτικό επίπεδο (το πολιτικό σύστημα) (Pateman,1980, σ. 69). Μέσω της διαμόρφωσης του μικρο-επιπέδου η διαδικασία της κοινωνικοποίησης επιδρά, τελικά, και στην εξέλιξη του «μάκρο».

2.2 Φάσεις και φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης

Μιλώντας για τις φάσεις της κοινωνικοποίησης, και ιδιαίτερα της πολιτικής, θα πρέπει να πούμε αρχικά ότι, παρ’ όλες τις ιδιομορφίες που χαρακτηρίζουν την παιδική και την εφηβική ηλικία και οι οποίες σχετίζονται με τη συνθήκη της ηλικίας, τα παιδιά και οι έφηβοι αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητους δείκτες των πολιτισμικών μετασχηματισμών μιας κοινωνίας. Πράγματι, αν ορισμένες από τις σχετικές ιδιομορφίες έχουν εγγενή τάση μεταβολής (όπως, για παράδειγμα, οι τάσεις εξιδανίκευσης της πολιτικής πραγματικότητας που παρατηρούνται σε ορισμένες κοινωνίες στην παιδική ηλικία), άλλες «ιδιομορφίες» που καθορίζονται από τη συγκεκριμένη χρονική, ιστορική στιγμή κατά την οποία συντελείται η πρώιμη πολιτική κοινωνικοποίηση της νέας γενιάς επιδρούν, σε μεγάλο βαθμό, στη διαμόρφωση των πολιτικών της στάσεων και, επομένως, στην εξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώνονται, διαμορφώνοντάς την.

Τα πολιτισμικά φαινόμενα δεν μπορούμε βέβαια να τα δούμε α-ιστορικά, αποκομμένα από την κοινωνική πραγματικότητα που τα γέννησε και πάνω στην οποία με τη σειρά τους επιδρούν. To ότι η ιστορική εμπειρία κάθε διαδοχικής γενιάς είναι αναπόφευκτα διαφορετική από αυτή της προηγούμενής της, αφήνει αποτυπώματα στην πολιτική κοσμοαντίληψή της, τα οποία επιδρούν στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα άτομα της γενιάς αυτής θα γίνουν αποδεκτά ως ισότιμα μέλη του (Βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 6). Επιπλέον οι νέοι/-ες, με λιγότερα μνημικά ίχνη από τους/ις παλαιότερους/-ες και επομένως με πιο περιορισμένη την «επιλεκτική αντίληψη» της πραγματικότητας, προσφέρονται περισσότερο για την ανάλυση των τάσεων εξέλιξης των πολιτισμικών φαινομένων όπως αυτά διαμορφώνονται στη βάση της μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Πρέπει να προσθέσουμε, εξάλλου, ότι η μελέτη των φαινομένων που έχουν σχέση με την πολιτική κουλτούρα, όπως αυτή των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, γίνεται πολύ γόνιμα σε ένα σημαντικό στάδιο της μορφοποίησής τους. Αφού αυτό το στάδιο είναι εξαιρετικά πλούσιο σε πληροφορία για το «τελικό προϊόν», πράγμα που αυξάνει τόσο το επιστημονικό, όσο και το γενικότερο κοινωνικό ενδιαφέρον της μελέτης της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην παιδική και την εφηβική ηλικία.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι μελετώντας το παιδί -«τον πατέρα του ενηλίκου» (Erikson, 1982) στη γλώσσα μιας ψυχολογικής προσέγγισης- μπορούμε να προβλέψουμε με βεβαιότητα τις μελλοντικές πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις του/ης ενηλίκου. Ούτε, συνεπώς, τα χαρακτηριστικά του μελλοντικού πολιτικού συστήματος. Κι αυτό διότι πολλαπλοί παράγοντες συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς και ευρύτερα της πολιτικής φυσιογνωμίας των πολιτών, ενώ πολλοί από αυτούς έχουν σχέση με την άμεση επαφή των πολιτών με το πολιτικό σύστημα και με τις εμπειρίες τους ως ενηλίκων στο χώρο της δουλειάς. Ο απόλυτα καθοριστικός χαρακτήρας των αρχικών κοινωνικοποιητικών εμπειριών δεν αποτελεί συνεπώς υπόθεση εργασίας σε αυτή τη μελέτη, όπως έχει ήδη διευκρινιστεί[29]. H εμπειρική όμως έρευνα στον τομέα της πολιτικής κοινωνικοποίησης έχει δείξει ότι, στην παιδική και εφηβική ηλικία, δημιουργούνται ορισμένες βασικές προδιαθέσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πολιτικών στάσεων των πολιτών. H διαδικασία της πρώιμης πολιτικής κοινωνικοποίησης αποτελεί έτσι έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα κοινωνικό συντελεστή στην πολιτική διαμόρφωση των ενηλίκων, που δεν γίνονται βέβαια ξαφνικά μέλη του πολιτικού συστήματος με τη νόμιμη ενηλικίωσή τους.

politismiki pantelidou 30

H ιδιαίτερη φυσιογνωμία, εξάλλου, των κύριων φορέων πολιτικής κοινωνικοποίησης στην παιδική και την πρώτη εφηβική ηλικία, αλλά και η ίδια η συνθήκη της ηλικίας που συχνά εμποδίζει την κριτική πρόσληψη των μηνυμάτων από τον κοινωνικοποιούμενο, αυξάνουν τη βαρύτητα που έχει η πρώιμη πολιτική κοινωνικοποίηση. Η οικογένεια, με το συναισθηματικό σύνδεσμο που δένει τα μέλη της, την εξάρτηση και την ταύτιση με τα πρότυπα φύλου που προσφέρονται στο πλαίσιό της, η πρώτη επαφή του παιδιού με ένα ευρύτερο, δομημένο κοινωνικό σύνολο που γίνεται στο σχολείο, ο ρόλος του/ης δασκάλου/-άλας ως φορέα εξουσίας, η οργάνωση της σχολικής ζωής και η ύλη των μαθημάτων, όλα αυτά ανάγουν τους δύο αυτούς φορείς κοινωνικοποίησης σε ισχυρότατους παράγοντες διαμόρφωσης των βασικών πολιτικών προδιαθέσεων των κοινωνικοποιούμενων. Πολλά μηνύματα μπορούν στη διάρκειά της πρώιμης αυτής φάσης της κοινωνικοποίησης να γίνουν αποδεκτά ως αδιαμφισβήτητα, χαράσσοντας μήτρες στη βάση των οποίων αργότερα ο/η πολίτης θα προσλάβει άλλα μηνύματα. Αυτό βέβαια ισχύει περισσότερο στο επίπεδο των βασικών στάσεων και προδιαθέσεων και πολύ λιγότερο σε αυτό των πολιτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών.

To δικαίωμα της ψήφου στα 18, που στην Ελλάδα κατοχυρώθηκε το 1981, αύξησε το πολιτικό και κοινωνικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης στην εφηβεία, αφού στο τέλος αυτής της φάσης της ζωής οι νέοι ανήκουν πλέον στο εκλογικό σώμα. H μείωση αυτή της ενηλικίωσης από τα 21 στα 18, είχε και συμβολική σημασία: Οι νέοι/-ες αναγνωρίζονται πλέον νωρίτερα από ό,τι παλιότερα ως ικανοί/-ές και έτοιμοι/-ες να συμμετάσχουν στη θεσμοθετημένη πολιτική διαδικασία, με τo τέλος της εφηβείας να γίνεται έτσι ορόσημο και σ’ έναν άλλο τομέα. Κι αυτό παρά την παράταση της νεότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε παρενθετικά ότι η εφηβεία, σε αντίθεση με την ήβη -που έχει σαφή οριοθέτηση όντας βιολογικά προσδιορισμένο φαινόμενο με αδιαμφισβήτητη αρχή- είναι κοινωνικά προσδιορισμένη. Έτσι η αρχή της, όπως και το τέλος της, δεν είναι πάντα σαφώς προσδιορισμένα σε ατομικό επίπεδο, παρόλο που συμβατικά στο λεγόμενο δυτικό κόσμο ορίζεται από τα 12-13 μέχρι τα 18-19 χρόνια.

Μιλώντας συστηματικά για φάσεις κοινωνικοποίησης, η βασική διάκριση που πρέπει αρχικά να κάνουμε είναι μεταξύ πρώιμης και δευτερεύουσας πολιτικής κοινωνικοποίησης. Και θα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί η κοινωνική διαδικασία που εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής των υποκειμένων και συμβάλλει στη δημιουργία πολιτικών προδιαθέσεων στους/ις κοινωνικοποιούμενους/-ες και, πιο συγκεκριμένα, οι πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις τους, γιατί μας ενδιαφέρουν πριν από τα 18; Δηλαδή, πριν από την ηλικία της νόμιμης ενηλικίωσης, οπότε και αυτές οι στάσεις και αντιλήψεις έχουν προφανώς μεγαλύτερη άμεση πολιτική σημασία, αφού οι κοινωνικοποιούμενοι/-ες έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν;

politismiki pantelidou 31

Όπως ήδη είπαμε, η μελέτη των πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων μπορεί πολύ γόνιμα να γίνει σε ένα σημαντικό στάδιο της μορφοποίησής τους, αφού αυτό το στάδιο είναι πολύ πλούσιο σε πληροφορία για το «τελικό προϊόν». Δεν υπονοώ, βέβαια, ότι υπάρχει ομοφωνία ως προς το βαθμό συμβολής των προδιαθέσεων που δημιουργούνται σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες στη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς των ενηλίκων. Όπως θα δούμε παρακάτω, μια μερίδα πολιτικών επιστημόνων, οι οποίοι/-ες ασχολούνται προνομιακά με το θέμα της μεταβολής στις πολιτικές στάσεις, υποστηρίζουν ιδιαίτερα τη σημασία των κοινωνικοποιητικών εμπειριών των ενηλίκων στη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων. Είναι ωστόσο γεγονός, μαρτυρεί γι' αυτό όλη η βιβλιογραφία που αναφέρεται στην πολιτική κοινωνικοποίηση πριν από την ενηλικίωση, ότι η εμπειρική έρευνα έχει δείξει πως στην παιδική και εφηβική ηλικία δημιουργούνται ορισμένες βασικές προδιαθέσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πολιτικών στάσεων και συμπεριφορών των μετέπειτα πολιτών. Ο Greenstein, (1976, σσ. 78-79) μάλιστα, με βάση διδάγματα της ψυχολογίας υποστηρίζει ότι «οι πολιτικοί προσανατολισμοί που είναι οι σημαντικότεροι στη συμπεριφορά των ενηλίκων είναι αυτοί που γεννιούνται νωρίτερα στη διαδικασία μάθησης που γίνεται στην παιδική ηλικία». Αυτό, ο συγγραφέας το αποδίδει στο γεγονός ότι η πρώιμη μάθηση γίνεται σε μια ηλικία κατά την οποία τα άτομα διαμορφώνονται γενικά, και στο ότι η «πρώιμη διαδικασία μάθησης επηρεάζει τη δευτερεύουσα». Οι Easton και Dennis, 1980, σ. 91, με βάση τις δικές τους εμπειρικές έρευνες σημειώνουν ότι στην παιδική ηλικία μπορούμε να διακρίνουμε τη δημιουργία των «βασικών συναισθηματικών δεσμεύσεων» σε σχέση με το πολιτικό σύστημα, ενώ οι Dawson και Prewitt, 1969, σ. 9 και σ. 24, που ορίζουν την πολιτική κοινωνικοποίηση ως τη «διαδικασία διαμόρφωσης του πολιτικού εγώ», διατυπώνουν την άποψη ότι «οι αρχικοί προσανατολισμοί επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τους μετέπειτα».

Συχνά μας εκπλήσσουν διατυπώσεις της παραδοσιακής βιβλιογραφίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπου υπογραμμίζεται η κοινωνικοποιητική σημασία της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, λόγω των απλουστευτικών ψυχολογισμών τους, όπως ήδη σημειώσαμε. Δεν παύουν όμως να υπάρχουν πολλαπλές ενδείξεις για την ορθότητα της υπόθεσης περί βαρύτητας της πρώιμης κοινωνικοποίησης, ανεξάρτητα από τον τύπο της αιτιολόγησης. Πιο πρόσφατες έρευνες έχουν μάλιστα τεκμηριώσει την υπόθεση σχετικά με την ιδιαίτερη σημασία της εφηβείας στη διαμόρφωση καθαρά πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων, με βάση τη σταθερότητα που παρουσιάζουν αυτές, όταν οι υπό διερεύνηση έφηβοι/-ες φτάσουν στην κατηγορία των ενηλίκων (Hooghe, Wilkenfeld, 2008). Όλη η θεωρία περί βαρύτητας της «πολιτικής γενιάς» στη διαμόρφωση της πολιτικής κοσμοαντίληψης, εξάλλου, βασίζεται σε αυτή την τεκμηριωμένη υπόθεση, όπως θα δούμε και παρακάτω (Κεφάλαιο 6). Αλλά η σημασία αυτή, προφανώς, υπονοείται και σε όλο το έργο του Inglehart, (1971, 1977, και ιδιαίτερα, 1997, και Inglehart, Welzel, 2005), με βάση την υπόθεση των σημαντικών αξιακών μεταβολών, που εντοπίζονται μαζικότατα στους νέους και τις νέες μεταπολεμικά. Προφανώς οι σχετικές αξίες διαμορφώνονται πολύ νωρίτερα και απλώς καταγράφονται στις συγκεκριμένες έρευνες, στην κατηγορία των νέων ενηλίκων.

H πολιτική κοινωνικοποίηση δεν σταματά, βέβαια, με την παιδική και την εφηβική ηλικία. Εμπειρίες των ενηλίκων μπορούν να αλλάξουν τις κατευθύνσεις που φάνηκε να χάραξε η πολιτική κοινωνικοποίηση στην παιδική ηλικία. Με αποτέλεσμα μια ανακοινωνικοποιητική διαδικασία στην οποία άλλοι φορείς θα παίξουν τον κύριο ρόλο. Εξάλλου, για να αναλύσουμε τις πολιτικές στάσεις και την πολιτική συμπεριφορά των ενηλίκων θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το σύνολο της κοινωνικής τους εμπειρίας. Παρόλα αυτά, οι νέοι/-ες δεν γίνονται ξαφνικά μέλη του πολιτικού συστήματος με τη νόμιμη ενηλικίωσή τους, και η πρώιμη πολιτική κοινωνικοποίηση, της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, δεν παύει να παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη δημιουργία πολιτικών στάσεων. Αυτό συμβαίνει, όπως είπαμε, τόσο λόγω της φύσης των κύριων φορέων της (συναισθηματικός σύνδεσμος των μελών της οικογένειας, πρώτη επαφή του παιδιού με ένα ευρύτερο δομημένο κοινωνικό σύνολο που γίνεται στο σχολείο), όσο και λόγω της ηλικίας του κοινωνικοποιημένου, που συχνά εμποδίζει την κριτική πρόσληψη των μηνυμάτων. Μηνύματα που γίνονται έτσι συχνά δεκτά ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες, χαράσσοντας μήτρες στη βάση των οποίων αργότερα θα γίνει η πρόσληψη άλλων μηνυμάτων. Η διαδικασία αυτή ενισχύεται και από την ιστορικά καθορισμένη κυρίαρχη αντίληψη για την παιδική ηλικία και την εφηβεία, η οποία καθορίζει τον τρόπο αντιμετώπισης αυτής της κατηγορίας ηλικιών από τους/ις ενηλίκους/-ες[30].

politismiki pantelidou 32

Ιδιαίτερα για τη σημασία και το ρόλο του συναισθηματικού οικογενειακού δεσμού στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης σύμφωνα με τους Berger και Luckmann, 1981, σ. 154, ο ισχυρός συναισθηματικός σύνδεσμος των παιδιών με τους «σημαντικούς άλλους», που είναι κυρίως οι γονείς, συμβάλλει στο να γίνει αντιληπτός ο κόσμος των γονιών τους σαν να είναι ο κόσμος. «Γι' αυτό ο κόσμος που εσωτερικεύεται στην πρώιμη φάση της κοινωνικοποίησης είναι τόσο περισσότερο βαθιά ριζωμένος στη συνείδηση, από τους κόσμους που εσωτερικεύονται στις δευτερεύουσες κοινωνικοποιήσεις». Ο Καραποστόλης δε (1984, σ. 192), λέει με γλαφυρότητα ότι «... η επαφή με τους θεσμούς και τις προσωποποιήσεις ... επιφέρει εξασθένιση της γονεϊκής επιρροής αν και δεν εξοστρακίζει το φάντασμά της».

Εξάλλου, για την προβληματική της μελέτης που παρουσιάζουμε εδώ, τα παιδιά και οι έφηβοι αποτελούν γόνιμο πεδίο για τη μελέτη των πολιτισμικών μετασχηματισμών μιας κοινωνίας, αφού είναι γενικότερα ιδιαίτερα ευαίσθητοι δείκτες των τάσεων εξέλιξης των πολιτισμικών φαινομένων. Το ότι κοινωνικοποιούνται σε διαφορετικό «κλίμα περιόδου» από τους γονείς τους, τόσο «πιο διαφορετικό» μάλιστα, όσο αναφερόμαστε σε περιόδους γρήγορων κοινωνικοπολιτικών αλλά και τεχνολογικών μεταβολών, δεν μπορεί παρά να συμβάλλει στη διαμόρφωση διαφορετικής κοσμοαντίληψης από γενιά σε γενιά, όπως θα δούμε και παρακάτω (Κεφάλαιο 6).

Δεν νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον το ερώτημα που αναφέρεται στο πότε ακριβώς αρχίζει η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης[31]. Αν δεχτούμε ότι η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μέρος της γενικής κοινωνικοποίησης, η οποία παρουσιάζει και πλευρές λανθάνουσας πολιτικότητας, σίγουρα η διαδικασία αυτή αρχίζει πριν από την παιδική ηλικία, που συμβατικά ορίζεται από τα 6 έως τα 12. Ενώ η οριοθέτηση της έναρξης της αμιγούς πολιτικής κοινωνικοποίησης, σε αντιπαράθεση με την προπολιτική, είναι εξαιρετικά δύσκολη και νομίζω όχι ουσιαστική. Όπως οι ενήλικοι/-ες που δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική, διαθέτουν μια πολιτική αντίληψη της πραγματικότητας την οποία μπορεί να διακρίνει ένας/μια παρατηρητής/-ήτρια, έτσι και τα παιδιά διαθέτουν πολύ νωρίς συστήματα αξιών, στάσεις και αντιλήψεις έμμεσης ή άμεσης πολιτικότητας. Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι η πολιτική κοινωνικοποίηση, προφανώς λανθάνουσα και άτυπη, αρχίζει από τη στιγμή που γεννιέται το παιδί και εισέρχεται σε συστήματα κοινωνικών, δηλαδή εξουσιαστικών σχέσεων. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την έμφυλη κοινωνικοποίηση, η οποία έχει σημαντικές συνέπειες στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας γυναικών και ανδρών.

politismiki pantelidou 33

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ταυτίζουμε την έννοια της πολιτικής κοινωνικοποίησης με αυτήν της πολιτικοποίησης. Πολιτική κοινωνικοποίηση δέχονται όλα τα άτομα ανεξάρτητα από το αν είναι πολιτικοποιημένα ή όχι. H πολιτικοποίηση, δηλαδή, είναι αποτέλεσμα της πολιτικής κοινωνικοποίησης, αλλά αποτέλεσμα ενδεχόμενο[32]. H διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης μπορεί να «παράγει» πολιτικοποιημένα άτομα, μπορεί όμως και όχι. Θεωρώ αυτή τη διάκριση ανάμεσα στις δύο έννοιες εξαιρετικά κρίσιμη, διότι έτσι η πολιτική κοινωνικοποίηση, ως εννοιολογικό εργαλείο, είναι περισσότερο λειτουργική στο επίπεδο της εμπειρικής έρευνας. Υπερβάλλοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν δεν γίνει διάκριση ανάμεσα στους δύο όρους θα κινδυνεύαμε να καταλήξουμε σε παραδοξολογίες στην περίπτωση που θα θέλαμε να μελετήσουμε τη διαδικασία «πολιτικοποίησης» κάποιου/-ας που δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική, που δεν συμμετέχει στις πολιτικές διαδικασίες, δεν διαβάζει εφημερίδα κ.λπ. Στοιχεία εντελώς αντιθετικά προς μια διάχυτη οριοθέτηση της έννοιας της πολιτικοποίησης. Παρότι δεν υπάρχει γενικά αποδεκτή επιστημονική εννοιολόγηση της «πολιτικοποίησης», είναι θεμιτό να συμφωνήσουμε ότι πολιτικοποιημένος/-η είναι ο/η πολίτης που έχει αντίληψη της σημασίας της πολιτικής για την ζωή (του/ης), και συνεπώς ενδιαφέρεται, ενημερώνεται και κατά κάποιον τρόπο συμμετέχει.

Είναι φανερό πως η πολιτική κοινωνικοποίηση είναι μια διαδικασία που ενδέχεται να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικοποιημένων πολιτών. Δηλαδή, εκτός απ’ όλα τα άλλα που μπορεί να υπονοεί αυτός ο αμφιλεγόμενος όρος, αναφέρεται σε πολίτες οι οποίοι/-ες διαπαιδαγωγούνται έτσι ώστε να θεωρούν αναμενόμενο το να συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία. Και είναι νομίζω επιστημονικά αλλά και κοινωνικά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, η μελέτη αυτής της διαδικασίας στο επίπεδο των παιδιών και των εφήβων,[33] όπως είναι και η ανάγκη ανάπτυξης της έρευνας προς αυτή την κατεύθυνση εξαιρετικά επιτακτική, αν στόχο αποτελεί η ερευνητική προσέγγιση τρόπων εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτό τόσο γιατί ο τρόπος θεμελίωσης των αστικοδημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα δημιούργησε προβλήματα που ακόμα και σήμερα γίνονται αισθητά στο ιδεολογικό επίπεδο και σε αυτό της ανάπτυξης της δημοκρατίας, όσο και γιατί οι βασικοί φορείς κοινωνικοποίησης της νέας γενιάς, οικογένεια και σχολείο, υπήρξαν παραδοσιακά και, για λόγους που συνδέονται με το παραπάνω, φορείς αυταρχικής και καταπιεστικής (πολιτικής) κοινωνικοποίησης.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 25-31

Σημειώσεις

[26] Για μια συνοπτική παρουσίαση της αγγλικής βιβλιογραφίας όπου προνομιακά μελετάται η πολιτική κοινωνικοποίηση ως λειτουργία του πολιτικού συστήματος, βλ. Dennis 1973. Κριτική αντιμετώπιση αυτής της βιβλιογραφίας, βλ. στο Greenberg, 1976, σσ. 8-14, και στο Percheron, 1974, σσ. 11-21.

[27] Διευκρινίστηκε και στο Κεφάλαιο 1 η διάκριση μεταξύ της μεγάλης κοινωνικοποιητικής βαρύτητας οικογένειας και σχολείου, και της πρόσληψής τους ως απολύτως καθοριστικών φορέων κοινωνικοποίησης.

[28] Βλ. Giddens, 1991, για την πολιτική του lifestyle, καθώς και περισσότερα για το θέμα παρακάτω, στο Κεφάλαιο 6.

[29] Για μια κριτική της προβληματικής για τον «απόλυτα προσδιοριστικό χαρακτήρα» της αρχικής ή πρώιμης πολιτικής κοινωνικοποίησης, βλ. και Μεταξάς, 1976, σσ. 17-24.

[30] Για την ιστορικότητα της αντίληψης για την παιδική ηλικία, βλ. Ariès, 1973.

[31] Οι Easton, Dennis, 1980, σσ. 73-91 και ιδιαίτερα σσ. 82-83 αναφέρονται διεξοδικά στο πότε αρχίζει η πολιτική κοινωνικοποίηση, υποστηρίζοντας ότι η οριοθέτηση αλλάζει, ανάλογα με την παράμετρο που χρησιμοποιούμε ως ενδεικτική.

[32] Για μια αντίθετη τοποθέτηση, βλ. Τερλεξής, 1975, όπου οι δύο όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά: «Τι είναι πολιτική κοινωνικοποίηση ή πολιτικοποίηση», σ. 12. Για μια τρίτη αντιμετώπιση, βλ. Dennis, 1973, σ. 23, όπου ορίζεται ότι, «σε μια μη συμμετοχική κοινωνία ... το να είναι κανείς πολιτικοποιημένος σημαίνει να παραμένει πολιτικά απαθής». Ο Βλάχος, 1976, σ. 79, δηλώνει ότι θεωρεί τον όρο «πολιτική κοινωνικο-ποίηση» αδόκιμο, «διότι αφήνει να νοηθεί ότι υπάρχει μια ξεχωριστή διαδικασία κοινωνικοποίησης του ανθρώπου πέρα από την έμφυτη ή επίκτητη κοινωνικότητά του», και προτιμά τον όρο «πολιτικοποίηση» για την ίδια διαδικασία.

[33] H διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης παιδιών και εφήβων στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα είναι σχετικά λίγο μελετημένη. Έμμεσες, αλλά σημαντικές εισφορές στον κλάδο, που προέρχονται από άλλες επιστημονικές κατευθύνσεις είναι ενδεικτικά: Φραγκουδάκη, 1977, Βαρνάβα-Σκούρα, Φατούρου κ.ά., 1978, Μουστάκα, Κασιμάτη, 1978, σσ. 166-189, Δραγώνα, 2007. Μελέτες στο πεδίο της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης παρουσιάζουν συχνά μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική επιστήμη, όσον αφορά το ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος στην πολιτική κοινωνικοποίηση της νέας γενιάς. Ενδεικτικά αναφέρω τα κλασικά σχετικά άρθρα των Α. Δημαρά, Μ. Ηλιού, Ε. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Μ. Νούτσου, Λ. Σταυρίτη-Αναστοπούλου, στο τεύχος 3, 1982, του περιοδικού Πολιτική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, στο οποίο είχα την επιμέλεια της σχετικής θεματικής βιβλιογραφίας.

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ