Menu
20 / 07 / 2018 - 05:45 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

politismiki pantelidou 17

Μάρω Παντελίδου Μαλούτα

1.4 Διαμόρφωση στάσεων και συγκρότηση συλλογικών αναπαραστάσεων

H διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης συμβάλλει -όπως είπαμε προηγουμένως και θα επανέλθουμε διεξοδικά παρακάτω- στην αναπαραγωγή της πολιτικής κουλτούρας μιας κοινωνίας, αλλά και στη μετεξέλιξή της, μέσω της δημιουργίας «συστημάτων προδιαθέσεων» στους/ις κοινωνικοποιούμενους/-ες.

Αυτά τα συστήματα προδιαθέσεων, που δεν αναφέρονται βέβαια στη μεταβίβαση απόψεων, αλλά στη μορφοποίηση στάσεων απέναντι σε πολιτικά αντικείμενα, ή γενικότερα στάσεων με πολιτική σημασία[12], παρουσιάζουν μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη διαχρονική μελέτη της εθνικής πολιτικής κουλτούρας σε διαφορετικές κοινωνίες. Κι αυτό, αφού αποτελούν την πηγή από την οποία απορρέουν άλλα, ευκολότερα μετρήσιμα, πολιτολογικά μεγέθη, όπως είναι οι πολιτικές συμπεριφορές, οι πολιτικές αντιλήψεις και απόψεις των πολιτών. Οι κοινωνικές στάσεις, συνεπώς, που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά με τη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης και που αφορούν τη σφαίρα της πολιτικής, τόσο στο μέτρο που δεν μεταβάλλονται, όσο και με τους διάφορους μετασχηματισμούς τους, προσδίδουν -σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία- σε μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της. Αλλά βεβαίως αποτελούν και τους βασικούς πυλώνες της δομής της πολιτικής φυσιογνωμίας των υποκείμενων, με τις βασικότερες από αυτές να διαμορφώνονται πολύ νωρίς στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης (συμμετοχικότητα, αυταρχισμός/ δημοκρατικότητα), ενώ είναι διακριτές συχνά, ακόμη και κάτω από αντιφατικές υποκειμενικές εκφράσεις της πολιτικότητας.

H έννοια της στάσης βρίσκεται στο επίκεντρο των προσεγγίσεων της κοινωνικής ψυχολογίας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε παλιότερα υπήρξε η τάση να ορίζεται η κοινωνική ψυχολογία ως ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τις κοινωνικές στάσεις[13]. Όσο για την πολιτική επιστήμη, εδώ δημιουργούνται συχνά ασάφειες όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένη εννοιολογική αποσαφήνιση και, συνεπώς, διαφοροποίηση ανάμεσα στις έννοιες της πολιτικής στάσης και σε αυτές της πολιτικής συμπεριφοράς, της πολιτικής αντίληψης και άποψης. Προς την κατεύθυνση της ασάφειας συμβάλλει και μια εννοιολόγηση της «στάσης» που εκφράζεται στην καθημερινότητα, όπου συχνά στάση και συμπεριφορά θεωρούνται ως συνώνυμα, αφού η «στάση» αποτελεί έναν από τους όρους που οι κοινωνικές επιστήμες «δανείστηκαν» έτοιμους από το λεξιλόγιο της καθημερινότητας. (Warren, Jahoda, 1979, σ. 9.)

Ο Lancelot, 1971, σ.7, αναφερόμενος στην έννοια της στάσης για να ορίσει τις πολιτικές στάσεις και να τονίσει τη σχετική σταθερότητά τους, σε αντιπαράθεση με τις πολιτικές συμπεριφορές και τις απόψεις, βασίζεται στον κλασικό ορισμό του Allport, 1950, του οποίου οι μελέτες έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στον ορισμό της «στάσης»[14]. Οι στάσεις αποτελούν «προδιαθέσεις για συμπεριφορά που συνθέτουν πιθανολογικές μεταβλητές»: μια πολιτική στάση δημιουργεί πιθανότητες για την ύπαρξη της A πολιτικής συμπεριφοράς: «Η στάση είναι μια προδιάθεση, μια αρχή οργάνωσης της συμπεριφοράς σε σχέση με ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση, δημιουργείται και μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο». (Lancelot, 1971, σ. 7).

politismiki pantelidou 18

Για έναν λειτουργικό ορισμό της στάσης είναι απαραίτητο να τονίσουμε την έννοια της «προδιάθεσης» ως συστατικό στοιχείο της, τονίζει και ο Brewster Smith, 1973, σ.57. Στοιχεία τόσο γνωστικά, όσο και συναισθηματικά και αξιολογικά εμπεριέχονται στον καθορισμό μιας πολιτικής στάσης, με αποτέλεσμα η μελέτη της προέλευσης συγκεκριμένων πολιτικών στάσεων να είναι ιδιαίτερα δύσκολη και να κινδυνεύει μερικές φορές να γίνει αυθαίρετη. H στάση συνεπώς είναι παραγωγός συμπεριφορών που είναι μερικότερες και ίσως πιο επιφανειακές, όπως εξάλλου και οι αντιλήψεις και απόψεις που εκφράζουν μέρος από το περιεχόμενο μιας στάσης. Κλασικό παράδειγμα κοινωνικής στάσης είναι ο ρατσισμός που μπορεί να εκδηλωθεί με πολλές διαφορετικές συμπεριφορές. Άλλο παράδειγμα στάσης, από τη σφαίρα της πολιτικής είναι η αδιαφορία για την πολιτική, η οποία μπορεί να υλοποιηθεί με διάφορες συμπεριφορές, ή αποφυγή από αυτές: Δεν διαβάζω εφημερίδα, δεν συζητώ πολιτικά, δεν ψηφίζω κ.λπ. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, βέβαια, με το πολιτικό ενδιαφέρον (στάση), που δυνητικά υλοποιείται με πολλές και διαφορετικές συμπεριφορές που μεταβάλλονται ανάλογα με τη συγκυρία και τις τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριφορές οι οποίες μάλιστα χρησιμεύουν και ως δείκτες για τη μέτρηση του πολιτικού ενδιαφέροντος.

H μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων και οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης, που μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια εικόνα για την εκλογική (πολιτική) συμπεριφορά μιας κοινωνικής ομάδας, ή ενός ατόμου και για τις απόψεις της πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, αποτελούν συγχρόνως «φτωχούς» δείκτες για τη μελέτη των πολιτικών στάσεων[15]. Ξέρουμε ότι η A πολιτική στάση μπορεί να οδηγήσει δυο πολίτες στο να ψηφίσουν διαφορετικά στις βουλευτικές εκλογές, ή τον ίδιο πολίτη στο να ψηφίσει φαινομενικά αντιφατικά σε δύο διαφορετικές εκλογές ή ακόμη και σε δύο ψηφοφορίες, που γίνονται ταυτόχρονα, αλλά η κάθε μια έχει τη δική της λογική (για παράδειγμα, βουλευτικές εκλογές και εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο). Κι αυτό γιατί οι πολιτικές στάσεις επιδέχονται διαφοροποιημένες συγκεκριμενοποιήσεις, ανάλογα με το ειδικότερο πλαίσιο στο οποίο κάθε φορά αναφέρονται.

Μια άλλη διατύπωση της έννοιας της στάσης, που παραπέμπει και στη διαδικασία δημιουργίας της, είναι αυτή που ορίζει τη στάση των ατόμων ως «μια διανοητική, συναισθηματική και αξιολογική τάση που διαμορφώνεται με την εμπειρία και προσανατολίζει τη συμπεριφορά ατόμων προς μια ορισμένη μορφή έκφρασης, ενόψει συγκεκριμένων καταστάσεων, αντικειμένων, προσώπων, αξιών κ.λπ.» (Ιντζεσίλογλου, 1983, σ.139)[16]. Ο τονισμός της εμπειρίας με βάση την οποία διαμορφώνονται οι στάσεις είναι ιδιαίτερα επιτυχής, γιατί έτσι υπογραμμίζεται η κοινωνική διάσταση της δημιουργίας των στάσεων και ξεπερνιέται η «μυθική» διάσταση που τις αποδίδει στον ψυχισμό των ατόμων. Συγχρόνως, εμφανίζεται καθαρότερα ο ρόλος της κοινωνικοποίησης, ως διαδικασίας δημιουργίας στάσεων[17]. Αυτή είναι και η οπτική γωνία από την οποία οι στάσεις ως εννοιολογικό εργαλείο ενδιαφέρουν και τη μελέτη που παρουσιάζουμε εδώ. Πρόκειται δηλαδή για κοινωνικά διαμορφωμένες προδιαθέσεις για συμπεριφορά που έχουν «πολιτική σημασία», προδιαθέσεις που καθορίζουν πιθανολογικά αλλά όχι μονοσήμαντα διάφορες πολιτικές συμπεριφορές, αντιλήψεις και απόψεις. Μια σχηματική παρουσίαση του θέματος της σύνδεσης των απόψεων και των αντιλήψεων με τις στάσεις είναι αυτή που προτείνει ο Eysenck, 1954. Σε πρώτο επίπεδο βλέπει τις τυχαίες, περιστασιακές απόψεις των ατόμων, σε ένα δεύτερο, τις πιο μόνιμες απόψεις που εκφράζουν αντιλήψεις τους, και σ’ ένα τρίτο επίπεδο τις στάσεις, από τις οποίες απορρέουν άμεσα οι δεύτερες και έμμεσα οι πρώτες· ενώ σε τέταρτο επίπεδο τοποθετεί το όλο ιδεολογικό σύστημα που περιλαμβάνει τις αξίες, και από το οποίο απορρέουν οι στάσεις.

politismiki pantelidou 19

Βεβαία, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, από μια συγκεκριμένη κοινή ιδεολογική τοποθέτηση και από ένα συγκεκριμένο κοινό σύστημα αξιών, δεν είναι δεδομένο ότι αναγκαστικά για κάθε συγκεκριμένο/-η κοινωνικοποιούμενο/-η, θα «απορρέει» η ίδια πολιτική στάση, ως προς ένα συγκεκριμένο πολιτικό αντικείμενο. Αντίστοιχα, η ίδια πολιτική στάση μπορεί να απορρέει από διαφορετικές ιδεολογικές εντάξεις, και διαφορετικά συστήματα αξιών. Δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός στη σύνδεση ιδεολογίας και συστήματος στάσεων, παρότι βεβαίως μπορούμε εμπειρικά να υποστηρίξουμε την ύπαρξη συνδυασμών που είναι πιο πιθανοί από άλλους στο υποκειμενικό επίπεδο. Κι αυτό γιατί οι πηγές των πολιτικών στάσεων είναι πολλές και ποικίλες, ενώ το γεγονός ότι συνήθως οι πολιτικές στάσεις εκφράζονται, ή τουλάχιστον γίνονται αντιληπτές από τους/ις άλλους/ες, μέσω του λόγου και της διατύπωσης απόψεων, που συγκροτούν την εξωτερίκευση αντιλήψεων, κάνουν στην πραγματικότητα τις διασυνδέσεις που σχηματοποιεί το πρότυπο του Eysenck, 1954, εξαιρετικά πολύπλοκες.

Εξάλλου, οι διαφορετικές στάσεις που χαρακτηρίζουν ένα άτομο είναι αλληλένδετες μεταξύ τους, ενώ οι πηγές τους είναι συχνά ετερόκλητες. Αναλυτικότερα θα λέγαμε ότι οι πηγές των πολιτικών στάσεων είναι πολλές και χαρακτηρίζονται από ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Εμπειρίες της πρώιμης πολιτικής κοινωνικοποίησης και της κοινωνικοποίησης στην εφηβεία, οι οποίες συχνά παρουσιάζουν μεγάλη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα, όπως θα δούμε και παρακάτω, κοινωνικοπολιτικές εμπειρίες των ενηλίκων καθώς και η ιδεολογική τους πρόσληψη που επηρεάζεται από, αλλά και επηρεάζει το σύστημα των πολιτικών τους στάσεων,[18] εμπειρίες με εμφανή ή με λανθάνουσα πολιτικότητα, όλα αυτά συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πολιτικών στάσεων των ενηλίκων. Δημιουργείται έτσι ένα πολύπλοκο πρότυπο για τη μελέτη της δημιουργίας, της εξέλιξης και της μεταβολής των στάσεων. Ιδιαίτερα για τη μελέτη των μεταβολών που υφίστανται οι διάφορες πολιτικές και γενικότερα κοινωνικές στάσεις, είναι απαραίτητες οι διαχρονικές έρευνες στον τομέα της πολιτικής κοινωνικοποίησης, αφού είναι φανερό σ’ αυτό τον τομέα ότι, «το παρόν δεν μπορεί πάντα να εξηγηθεί με τους δικούς του όρους αποκλειστικά» (Easton, Dennis, 1980, σσ. 8-9).

Ένα ερώτημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη της διαδικασίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης -κυρίως αν αφορά στις στάσεις και αντιλήψεις παιδιών και εφήβων- είναι το πώς και σε ποιο βαθμό συμβάλλουν οι εμπειρίες που δεν έχουν εμφανή πολιτικότητα στη διαμόρφωση των πολιτικών στάσεων.

Είναι γενικά αποδεκτό, όπως γνωρίζουμε, ότι, η δομή της εξουσίας «απολιτικών» κοινωνικών θεσμών ή ομάδων επηρεάζει τον/ην κοινωνικοποιούμενο/-η σε συγκεκριμένες ηλικιακές φάσεις στις καθαρά πολιτικές του/ης στάσεις. (Almond, Verba, 1963, σσ. 326-328). Η μεγάλη κοινωνικοποιητική βαρύτητα οικογένειας, σχολείου, ομάδας συνομηλίκων, στο πεδίο του πολιτικού, συνδέεται με το παραπάνω. Όπως γνωρίζουμε εξάλλου, οι διάφοροι κοινωνικοί ρόλοι τους οποίους αναλαμβάνει ο/η κοινωνικοποιούμενος/-η στην οικογένεια, στο σχολείο, και αργότερα στο χώρο της δουλειάς του, μπορεί να θεωρηθούν ως ένα είδος προπαίδευσης για τους πολιτικούς ρόλους που θα αναλάβει αργότερα. Επίσης, φαίνεται ότι ένας/μια πολίτης που έχει συνηθίσει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση κοινωνικών αποφάσεων στον εξωπολιτικό χώρο, θα θεωρεί αναμενόμενο το να συμμετέχει ενεργά στο σχηματισμό και πολιτικών αποφάσεων (Almond, Verba, 1963 σ. 328). Θα διαμορφώσει δηλαδή συμμετοχική στάση και απέναντι στα πολιτικά πράγματα. Είναι δε τεκμηριωμένη η σωρευτική επίδραση των εμπειριών αυτού του τύπου, από την οικογένεια, στο σχολείο και μετά στο χώρο της δουλειάς (Langton, 1984). Έχει μάλιστα εξαιρετική κοινωνική σημασία το γεγονός ότι, όσο χαμηλότερο είναι το μορφωτικό επίπεδο ενός/μιας πολίτη, τόσο αυξάνεται η βαρύτητα της ύπαρξης ή όχι στο παρελθόν κλίματος ενθάρρυνσης της συμμετοχής στην οικογένεια και στο σχολείο, όσον αφορά τις μετέπειτα πολιτικές του/της στάσεις. Ιδιαίτερα, όσες σχετίζονται με το κατά πόσο αισθάνεται ότι η συμμετοχή του στις πολιτικές διαδικασίες είναι αποτελεσματική ή αναποτελεσματική και συνεπώς διέπεται από αίσθηση ματαιότητας.

politismiki pantelidou 20

H γενική λοιπόν κοινωνική εμπειρία διαμορφώνει τις πολιτικές στάσεις των υποκειμένων, και όχι μόνο οι εμπειρίες που είναι φορτισμένες με εμφανή πολιτικότητα. Και αν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μελέτη των πολιτικών στάσεων στην αρχή της εφηβικής ηλικίας είναι ακριβώς γιατί εδώ φαίνονται πιο καθαρά οι επιρροές του γενικού κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως συγκεκριμενοποιούνται σε δύο πολύ σημαντικούς φορείς κοινωνικοποίησης για τη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων: την οικογένεια και το σχολείο. Εξάλλου, γνωρίζουμε ότι η διαδικασία διαμόρφωσης ενός κοινωνικού φαινομένου είναι πολύ πλούσια σε πληροφορία για το τελικό προϊόν. Έτσι η μελέτη των πολιτικών στάσεων στην αρχική φάση της διαμόρφωσής τους μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει ίσως να αλλάξει η κοινωνικοποιητική δράση των θεσμοθετημένων φορέων κοινωνικοποίησης -του σχολείου, για παράδειγμα- έτσι ώστε να συμβάλλουν αποτελεσματικότερα στη διαμόρφωση πολιτών που θεωρούν αναμενόμενο να συμμετέχουν ενεργά στα κοινά. Αλλά, βεβαίως, η σχετική επιλογή είναι ιδεολογική, συνεπώς πολιτική, ενώ πρακτικά αφορά τη διαμόρφωσης μέτρων πολιτικής.

Αυτό μήπως σημαίνει ότι, με κάποια πολιτική απόφαση που θα άλλαζε τη δομή και τη λειτουργία των θεσμοθετημένων φορέων κοινωνικοποίησης και με αλλαγή στο περιεχόμενο της πληροφόρησης -αφού λέμε ότι και γνωστικά στοιχεία καθορίζουν τις πολιτικές στάσεις- θα μπορούσαμε να μεταβάλλουμε τις διάφορες στάσεις; Οι κοινωνικές και πολιτικές στάσεις αλλάζουν, είναι αδιαμφισβήτητο, τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και από γενιά σε γενιά[19]. H μεταβολή αυτή όμως δεν έχει κανέναν αυτοματισμό. Είναι μια μακρόχρονη διαδικασία που σχετίζεται, εκτός από τις ατομικές εμπειρίες του/ης κάθε πολίτη, και με την εξέλιξη και μεταβολή της γενικότερης κουλτούρας της κοινωνίας μέσα στην οποία είναι ενταγμένος/-η. Εξάλλου είναι θεμιτό να αναφερόμαστε στη σχετική σταθερότητα των πολιτικών στάσεων[20] στο υποκειμενικό επίπεδο, αφού ξέρουμε ότι η δυνατότητα των υποκειμένων για πληροφόρηση είναι μια λειτουργία εξαιρετικά επιλεκτική. Και η πολιτική κοινωνικοποίηση, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια λειτουργία επικοινωνίας και σαν τέτοια υπόκειται στις διάφορες επικοινωνιακές αρχές.

O Newcomb, 1973, υποστηρίζει ότι το σύστημα των στάσεων ενός ατόμου, είναι ένα σταθερό και αυτο-αναπαραγόμενο σύστημα, στο μέτρο που οι υπάρχουσες στάσεις μπορούν να καθορίσουν την επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα τα οποία, με τη σειρά τους, χρησιμεύουν στο να αναπαράγουν τις ίδιες στάσεις που αρχικά καθόρισαν το ότι έχουν επιλεγεί. Και οι κάτοχοι συγκεκριμένων στάσεων τείνουν να επιλέγουν περιβάλλοντα στα οποία κάθε «νέα πληροφόρηση», αντιφατική προς τις στάσεις τους, μπορεί να αποφευχθεί. Ή περιβάλλοντα όπου υπάρχουν άλλα άτομα, τα οποία αναμένεται ότι θα ενισχύσουν τις υπάρχουσες στάσεις τους (Newcomb, 1973, σ. 413 και σ. 423).

Πράγματι, η αντίληψη που έχουμε για την πραγματικότητα είναι μερική, προ-προσανατολισμένη στο να δώσει ιδιαίτερο βάρος, να υπογραμμίσει ορισμένα στοιχεία που βρίσκονται σε αρμονία με τις προηγούμενες αντιλήψεις μας. Συχνά, στοιχεία που βρίσκονται σε πλήρη αντίφαση με μια συγκεκριμένη στάση μας τα αγνοούμε τελείως, δεν τα αντιλαμβανόμαστε ακόμα και όταν φαίνονται σε κάποιον άλλο «οφθαλμοφανή». Ενώ βέβαια κάθε αλλαγή στις στάσεις βασίζεται σε νέα πληροφόρηση. (Newcomb, Turner, Converse, 1975, σ. 82.) Με αυτή την έννοια ο Lancelot, 1971, σσ.37-39, αποκαλεί αυτή την επιλεκτική αντίληψη -που οι ψυχολόγοι έχουν μελετήσει από πολύ παλιά- «φύλακα των στάσεων». Ο Μεταξάς, 1976β, σ. 15, από την πλευρά του τονίζει ότι: «δεν μπορούμε να πληροφορηθούμε παρά μόνο στο μέτρο που η προβαλλόμενη εικόνα βρίσκει προεκτυπωμένα μνημικά ίχνη».

politismiki pantelidou 21

Βεβαίως, όλα τα παραπάνω δεν επιδιώκουν να υποδηλώσουν ότι οι στάσεις δεν αλλάζουν με θεσμικές παρεμβάσεις και πολιτικές αλλαγές. Αλλαγές στα σχολικά βιβλία και στην οργάνωση της σχολικής ζωής, που μπορούν να συντελεστούν με πολιτικές αποφάσεις, χωρίς να μπορούν να λειτουργήσουν άμεσα στο πεδίο της αλλαγής των στάσεων, μπορούν όμως σταδιακά να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός διαφορετικού πολιτισμικού πλαισίου. Ενός πλαισίου όπου τα κοινωνικοποιητικά πρότυπα θα ευνοούν, για παράδειγμα, την αυτενέργεια, θα ενισχύουν την προδιάθεση των παιδιών για συμμετοχή και συλλογική προσπάθεια, για αποδοχή εναλλακτικών υποκειμενικών εκφράσεων, θα καταπολεμούν σεξιστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις, κ.λπ. Αναμφίβολα, τέτοιου τύπου παιδαγωγικές παρεμβάσεις θα έχουν μακροπρόθεσμα ουσιαστικές επιπτώσεις στην πολιτική κοσμοαντίληψη και στο σύστημα των πολιτικών στάσεων νέων γενεών, προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης δημοκρατικότητας και συμμετοχικότητας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας.

Εκτός από τις στάσεις, που έχουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης, στην ίδια διαδικασία διαμορφώνονται και οι αξίες των υποκειμένων, επιμέρους αντιλήψεις τους και τελικά συμπεριφορές, που συνδέονται με όλα τα παραπάνω. Και ενώ το αξιακό υπόστρωμα κερδίζει όλο και μεγαλύτερο βάρος στις εμπειρικές έρευνες για τη μελέτη των μεταβολών στις πολιτικές κουλτούρες στον «δυτικό» κόσμο μετά τον πόλεμο, ειδικά μετά τις πρωτοποριακές μελέτες του Inglehart, 1971, 1973 (βλ. παρακάτω Κεφάλαιο 6.2), ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν ευρύτερα συστήματα νοητικής οργάνωσης από τις στάσεις, τα οποία δομούν το πώς κατανοούμε τον κόσμο που μας περιβάλλει. Οι ήδη διαμορφωμένες αναπαραστάσεις είναι αυτές που μας επιτρέπουν να σημασιοδοτούμε τις εμπειρίες μας, ακόμα και τις νέες και πρωτόγνωρες, όπως επίσης και να προβαίνουμε σε αξιολογήσεις (Moscovici, 1984). Οι δε αναπαραστάσεις τις οποίες μοιραζόμαστε συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αίσθησης της κοινότητας, συγκροτούν δηλαδή την αίσθηση ομάδας μεταξύ των φορέων τους. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για παράδειγμα για τη νεολαία στη σημερινή Ελλάδα με όρους συγκροτημένης κοινωνικής ομάδας και όχι απλώς με όρους κοινωνικής κατηγορίας (στην οποία εμείς, ως κοινωνικοί επιστήμονες, κατατάσσουμε ορισμένα άτομα με βάση ένα κοινωνικο-δημογραφικό χαρακτηριστικό ως κριτήριο), θα πρέπει να μπορούμε να εντοπίσουμε την ύπαρξη κοινών αναπαραστάσεων της πραγματικότητας στη σχετική κοινωνική κατηγορία. Αναπαραστάσεις οι οποίες θα συνδέονται με την κοινότητα της βιωμένης εμπειρίας τους σε σημαντικές φάσεις της κοινωνικοποίησής τους. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποκαλούνται και «γνώση της κοινής λογικής», με τη μελέτη τους να μπορεί να φωτίσει πληρέστερα και από διαφορετική από την συνήθη σκοπιά, τις κοινωνικές σχέσεις (Jodolet, 1994, Doise, 1985).

politismiki pantelidou 22

Η έννοια της αναπαράστασης είναι εξαιρετικά χρήσιμη στην έρευνα, διότι γνωρίζουμε πως συγκεκριμένοι τύποι αναπαραστάσεων συνδέονται με συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς, που έχουν βαρύνουσα πολιτική και κοινωνική σημασία. Οι ρατσιστικές και οι σεξιστικές στάσεις και η αντίστοιχη συμπεριφορά, για παράδειγμα, βασίζονται σε τρόπους αναπαράστασης του κοινωνικού κόσμου που μαθαίνονται και εσωτερικεύονται νωρίς στη διαδικασία κοινωνικοποίησης. Βάση των αναπαραστάσεων αυτών αποτελεί ένας συγκεκριμένος τρόπος κατηγοριοποίησης των υποκειμένων, με σημείο αναφοράς ιεραρχικές διπολικότητες που αποδίδονται πρωτίστως και κυριαρχικά στη φύση και τη βιολογία. Οι εσωτερικευμένες αυτές αναπαραστάσεις της ετερότητας γίνονται σταδιακά μέρος της νοητικής/συμβολικής ζωής των υποκειμένων, ενώ στη διαδικασία εξωτερίκευσής τους, μέσω της συμπεριφοράς, συχνά εντείνονται, αφού κινητοποιούν διάφορους ψυχοδυναμικούς μηχανισμούς ενίσχυσής τους. (Elliot, 1992). Οι αναπαραστάσεις του «εθνικού εαυτού» και του «εθνικού άλλου» στην εφηβεία, (Δραγώνα, 2007), είναι χαρακτηριστικές της λειτουργίας αυτής στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, αλλά και ενδεικτικές του ρόλου του σχολείου στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας των μαθητών/-ριών. Αντίστοιχα, οι αναπαραστάσεις της ετερότητας, και των κινδύνων που αντιπροσωπεύει «ο άλλος» στην ελληνική κοινωνία, μοιάζουν να διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό ταξικά (Μαλούτας, Παντελίδου, κ.ά. 2007), αναδεικνύοντας και την κοινωνική/ταξική βάση της διαμόρφωσης των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

1.5 Αναπαραγωγή στερεότυπων στάσεων και αντιλήψεων

Μια ιδιαίτερη κατηγορία στάσεων και αντιλήψεων που προκύπτουν από μια απλοποιημένη, άκαμπτη, συχνά μανιχαϊκή απεικόνιση της πραγματικότητας και συγκροτούν συλλογικές αναπαραστάσεις, αποτελούν τα στερεότυπα. Αυτά δημιουργούν ένα πολιτισμικό φίλτρο που «δεν προκύπτει από την άμεση εμπειρία των κοινωνικά δρώντων ατόμων», η λειτουργική συνεισφορά του οποίου «υλοποιείται και συγκεκριμενοποιείται στην εξοικονόμηση της σκέψης των μελών μιας κοινωνικής ομάδας, αφού μέσα από τα στερεότυπα παρέχεται μια απλοποιημένη απεικόνιση της πραγματικότητας» (Ιντζεσίλογλου, 1983, σ. 137). Οι προκατασκευασμένες αυτές στάσεις και αντιλήψεις που αποκαλούμε στερεότυπα, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνική συμβίωση, αλλά ακόμη και στην επιστημονική έρευνα. Αποτελούν μάλιστα συχνά εμπόδιο για έγκυρες προσεγγίσεις, ενώ μπορεί να οδηγήσουν σε προαποφασισμένα πορίσματα, ηθελημένα ή αθέλητα[21]. Διότι λειτουργώντας ως φίλτρο, μέσα από το οποίο προσλαμβάνουμε την κοινωνική «πραγματικότητα», λειτουργούν παραμορφωτικά και στην έρευνα αν δεν «ελέγξουμε» την επίδρασή τους, οδηγώντας μας να δούμε αυτό που περιμένουμε ότι θα δούμε.

Συχνά πρόκειται για απολιθώματα του παρελθόντος, των οποίων τη ζωή παρατείνει ένας μηχανισμός αδράνειας, ενώ οι αντικειμενικοί λόγοι στους οποίους οφείλονταν, αν είχαν υπάρξει ποτέ, μπορεί να έχουν προ πολλού εκλείψει. Παρουσιάζει δε μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πώς η διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης αναπαράγει και σε ποιο μέτρο και σε ποια κοινωνικά στρώματα ιδιαίτερα, αυτά τα πολιτισμικά απολιθώματα. Υποθέτουμε ότι οι στερεότυπες στάσεις, άσχετα αν στηρίζονται σε «αντικειμενικά» γεγονότα ή όχι, ή αν κάποτε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή σε μέρος της πραγματικότητας στην οποία αναφέρονται, υιοθετούνται από ένα σημαντικό αριθμό μελών μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και συμβάλλουν στη δημιουργία συμπεριφορών, αντιλήψεων και απόψεων σχετικά με την πολιτική διαδικασία. Το ζήτημα όμως είναι ότι, όπου τα στερεότυπα αποτελούν παγιωμένες στάσεις λειτουργούν σαν «ένα πέπλο που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα αντικείμενα και σε μας, και που τα κρύβει τόσο καλύτερα, όσο πιο διάφανο το θεωρούμε»[22] (Durkheim, 1963, σ. 19).

H ιδεολογική λειτουργία πολλών πολιτισμικών στερεοτύπων που αφορούν την πολιτική είναι ιδιαίτερα κρυφή, με αποτέλεσμα συχνά να μοιάζουν με αποτελέσματα της «κοινής λογικής». «Η πολιτική είναι βρώμικο παιχνίδι», «οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για προσωπικά οφέλη» κ.λπ., εκφράζουν αντιλήψεις που συχνά δεν επηρεάζονται ούτε από την τοποθέτηση του φορέα τους στη διάσταση Αριστερά/Δεξιά. Αυτή η ιδιότητα των στερεοτύπων, που τα κάνει να μοιάζουν με «φυσικές», αυτονόητες, αιώνιες αλήθειες, είναι που κρύβει την ιδεολογική τους λειτουργία. Διότι όπως γνωρίζουμε: «Δεν μπορείς να μάθεις μέσω της κοινής λογικής πώς είναι (πραγματικά) τα πράγματα, μπορείς μόνο να ανακαλύψεις πού ταιριάζουν στο υπάρχον σύστημα πραγμάτων. Έτσι η όψη δεδομένου, που έχει η κοινή λογική, είναι που την κάνει ένα μέσο στο οποίο οι ίδιες οι υποθέσεις και οι προϋποθέσεις της γίνονται αόρατες, λόγω της φαινομενικής διαφάνειάς της»[23]. Αυτή η ισχυρή κοινωνική λειτουργία της λεγόμενης κοινής λογικής δείχνει και τη συνάφειά της με τα στερεότυπα.

politismiki pantelidou 23

Είναι φανερό ότι υιοθετώ εδώ ευρύτερη από μια συνήθη εννοιολόγηση για τα στερεότυπα, διότι αυτό μου φαίνεται περισσότερο λειτουργικό στο επίπεδο της εμπειρικής έρευνας. Αλλά και διότι η ταύτιση που συχνά γίνεται μεταξύ στερεοτύπου και προκατάληψης είναι φορτισμένη με αξιολογικές υποθέσεις, αγνοεί το ότι ίδια στερεότυπα μπορούν να εξαρτώνται από εντελώς διαφορετικές προκαταλήψεις (Χέλερ, 1983 σ. 45), ενώ υπερτονίζει τη διάσταση της καθολικής αποδοχής ή της καθολικής αποδοκιμασίας[24].

Αντίθετα, μου φαίνεται πολύ γόνιμο το να γίνει παραλληλισμός μεταξύ της έννοιας του στερεοτύπου, όπως γίνεται αποδεκτή εδώ, και των ορισμών που δίνει για τους μύθους ο Barthes (1979, σ.201, σ. 203, σ.237, σ.229): «O μύθος αποτελεί ένα σύστημα επικοινωνίας - είναι ένα μήνυμα», «ο μυθικός λόγος αποτελείται από μια ύλη που είναι κιόλας κατεργασμένη και που προορίζεται για την κατάλληλη επικοινωνία». «Η ουσιαστική λειτουργία του μύθου είναι να μεταμορφώνει την ιστορία σε φύση». «Ο μύθος είναι ανεπίδεκτος τελειοποίησης και ταυτόχρονα αναντίρρητος: ούτε ο χρόνος ούτε η γνώση πρόκειται να του προσθέσουν ή να του αφαιρέσουν κάτι», «ο μύθος βιώνεται σαν αθώος λόγος». Κυρίως όμως, η παραβολή με τα στερεότυπα στηρίζεται στη χαρακτηριστική λειτουργία των μύθων, όπως την επισημαίνει ο συγγραφέας στη σχέση τους με τη φύση: «Η σημειολογία μάς δίδαξε πως έργο του μύθου είναι να θεμελιώνει μια ιστορική πρόθεση στη φύση, μια ενδεχομενικότητα στην αιωνιότητα». (Barthes, 1979, σ. 244). Αυτή «η μεταμόρφωση της ιστορίας σε φύση» μετατρέπει τα πολιτισμικά στερεότυπα σε «μυθικά», με την έννοια που έχουν, για παράδειγμα, τα διάφορα στερεότυπα περί εθνικού χαρακτήρα: Οι Έλληνες είναι Α΄, οι Γερμανοί είναι Β΄, κ.λπ. Η διαδικασία αυτή, υποβοηθείται και από το ότι αναπαράγονται αρχικά στο πλαίσιο δομών όπως η οικογένεια και το σχολείο που, όπως ξέρουμε, παρουσιάζουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην κοινωνικοποίηση των υποκειμένων. Προς την κατεύθυνση της αναπαραγωγής στερεοτύπων συμβάλλουν συστηματικά και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, νομιμοποιώντας περαιτέρω στερεοτυπικές αντιλήψεις. Ειδικά τα μέσα που απευθύνονται σε παιδιά, και ως εκ τούτου, παρουσιάζουν μεγάλη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα[25], έχουν σημαντική συμβολή στην αναπαραγωγή και την παγίωση στερεοτύπων.

Μερικές πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις μπορούμε να πούμε ότι συνιστούν στερεότυπα, από την άποψη ότι αποτελούν γενικεύσεις και απλοποιήσεις της πραγματικότητας που μοιάζουν αναντίρρητες. Αλλά δεν μπορούμε πάντα να τεκμηριώσουμε ότι υιοθετούνται από ένα σημαντικό αριθμό πολιτών, αφού συχνά δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο με σχετική βεβαιότητα. Παρότι βεβαίως ενίοτε γίνονται σχετικές μετρήσεις σε εμπειρικές έρευνες ή και δημοσκοπήσεις ακόμη, ιδιαίτερα σε ότι αφορά εθνικά και πολιτικά στερεότυπα. Έτσι, φαίνεται ότι μια αρνητική στάση απέναντι στην πολιτική, η δυσπιστία απέναντι στην εντιμότητα των πολιτικών γενικώς, μια αρνητική αντίληψη της προεκλογικής εκστρατείας, η αίσθηση ανεπάρκειας και αναποτελεσματικότητας των πολιτών απέναντι στην πολιτική εξουσία, αποτελούν ορισμένα από τα ερευνητικά τεκμηριωμένα στερεότυπα, που χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική κουλτούρα. Διακρίνονται δε τόσο για το γενικευτικό και άκριτο χαρακτήρα τους όσο και για την επίφαση της κοινής λογικής που τα χαρακτηρίζει. Η διάδοσή τους προφανώς αυξάνεται ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες συγκυρίες, αλλά παρουσιάζει σταθερή αυξητική τάση από τη δεκαετία του 1990 και μετά, και κορύφωση στην κρίση, κάτι για το οποίο υπάρχουν έγκυρα στοιχεία.

politismiki pantelidou 24

Αυτές οι στερεοτυπικές στάσεις και αντιλήψεις, οι οποίες είναι και αλληλένδετες, είναι χρήσιμο να μελετηθούν στην προεφηβική και στην πρώτη εφηβική ηλικία, επειδή φαίνεται ότι, οι φορείς που σε αυτές τις ηλικίες παρουσιάζουν μεγάλη κοινωνικοποιητική αποτελεσματικότητα, συμβάλλουν πολύ ουσιαστικά και στην αναπαραγωγή τους. Προνομιακά θα λέγαμε, αφού φαίνεται ότι «τα μικρά παιδιά δεν συμμερίζονται τις στερεότυπες ιδέες του περιβάλλοντός τους, μέχρι να ασπαστούν τη στερεότυπη στάση από μίμηση, πράγμα που συμβαίνει μερικές φορές αρκετά νωρίς». (Lancelot, 1971, σ. 29.) Εξάλλου, τόσο οι μεταβολές στο ποσοστό που είναι διαδεδομένα τα στερεότυπα στη νέα γενιά, όσο και η ενδεχόμενη αλλαγή στην κοινωνική κατανομή τους παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αφού οι μεταβολές στις πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις της νέας γενιάς είναι ενδεικτικές των μεταβολών μετεξελίξεων της πολιτικής κουλτούρας της συνολικής κοινωνίας. Κι αυτό, παρόλο που, όπως θα δούμε παρακάτω στο Κεφάλαιο 2.2, δεν μπορούμε βεβαίως να δεχτούμε ανενδοίαστα ότι «το παιδί είναι πατέρας του ενηλίκου».

Αλλά υπάρχει και μια άλλη κατηγορία στερεοτύπων, φαινομενικά μη πολιτικών, τα οποία όμως είναι φορτωμένα σημαντικών πολιτικών συνδηλώσεων και συνεπειών: Είναι τα στερεότυπα φύλου στα οποία θα αναφερθούμε στο Κεφάλαιο 3.2.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου Πολιτισμικές συνιστώσες της πολιτικής διαδικασίας της Παντελίδου Μαλούτα Μαρίας, σελ. 14-23

Σημειώσεις

[12] Βλ. Brewster Smith, 1973, σ. 59. Επιλέγω αυτή, την ευρύτερη διατύπωση της έννοιας της πολιτικής στάσης, διότι είναι περισσότερο λειτουργική στην έρευνα.

[13] Βλ. McGuire, 1968. Για τις διάφορες έννοιες του όρου και για ένα ιστορικό της χρήσης του, βλ. Brewster Smith, 1973, σσ. 57-63.

[14] Βλ. τις κλασικές μελέτες του Allport, 1935, σσ. 798 844, που επανεκδόθηκε στο Allport, 1950, καθώς και, του ίδιου, 1937.

[15] Γενικότερα, για τα προβλήματα που δημιουργούνται από τη χρησιμοποίηση των δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης, όσον αφορά τις αξιώσεις αντικειμενικότητας που προβάλλουν αυτές, καθώς και για τα όρια των δυνατοτήτων τους, βλ. μια από τις πρώτες σχετικές δημοσιεύσεις στην Ελλάδα, στο Τσεμπελής, 1981, σσ.154-170. Βλ. επίσης και Νικολακόπουλος, 2003, Βερναρδάκης, 2006.

[16] Ο Τερλεξής, 1975β, σσ. 96-97, φαίνεται να έχει διαφορετική αντίληψη για την έννοια της στάσης, από αυτήν που υποστηρίζεται εδώ. Γι αυτόν: «Η ‘στάση’ εκφράζει τη θέση που παίρνει το άτομο σ’ ένα συγκεκριμένο θέμα που είναι, ενδεικτική του βαθμού της κατανόησης που δείχνει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. H ‘στάση’ που υιοθετεί είναι ένας τρόπος συμπεριφοράς που εκφράζει μία ή περισσότερες πίστεις. Πέρα όμως από αυτό η ‘στάση’ μπορεί να είναι έκφραση κάποιου συναισθήματος μιας κλίσεως ή μιας προδιαθέσεως για δράση (έλλογη ενέργεια)».

[17] Για μια μελέτη των προδιαθέσεων που καθορίζουν συγκεκριμένες πολιτικές στάσεις, από τη σκοπιά της ψυχολογίας, και με βάση την υπόθεση, στην οποία ασκήσαμε κριτική προηγουμένως, ότι οι στάσεις είναι πρωτίστως θέμα ψυχολογικής προδιάθεσης, βλ. Hughes, 1975, σσ. 126 149, και Stone, 1974. Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τις πολιτικές στάσεις ψυχικά αρρώστων ατόμων, βλ. Knutson, 1973, σσ. 49-52.

[18] Για το ζήτημα της σχέσης της ιδεολογίας με τις πολιτικές στάσεις, βλ. Lancelot, 1971, σσ. 111-117.

[19] Για μια εισαγωγική θεώρηση του ζητήματος της αλλαγής των στάσεων βλ. Newcomb, Turner, Converse, 1975, σσ. 80-114. Για μια συνθετική παρουσίαση του θέματος αυτού, βλ. Brewster Smith, 1979, σσ. 24-46, και επίσης, Newcomb, 1973, σσ. 413-423. Για το ρόλο των επικοινωνιακών παραγόντων στην αλλαγή των στάσεων, βλ. Reich, Adlock, 1976, σσ. 57-71.

[20] H μελέτη της σταθερότητας και της αλλαγής των πολιτικών στάσεων απασχόλησε ιδιαίτερα Αμερικανούς κοινωνικούς επιστήμονες μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ την κλασική μελέτη των Adorno et al., 1950, όπου γίνεται προσπάθεια ένταξης των στάσεων στη συνολική προσωπικότητα, η οποία είναι συνδεδεμένη με τη γενικότερη κουλτούρα, ενώ κατασκευάζονται οι κλίμακες F (του φασισμού) και Ε (του εθνοκεντρισμού). Για άλλες τεχνικές μέτρησης των στάσεων, βλ. Daval κ.ά., 1963, και Grawitz, 1979, σσ.820-849. Βλ. επίσης και Μιχαλοπούλου, 1992.

[21] Για το πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν στην επιστημονική έρευνα αυτές οι «προκατασκευασμένες στάσεις» ή «προϊδεάσεις», όπως τις αποκαλούν, βλ. Bourdieu, Chamboredon, Passeron, 1980, όπου υπάρχει μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιλογή κειμένων για το θέμα. Βλ. επίσης και Μεταξάς, 1979, σσ.160-227. Για τις διασυνδέσεις των ψυχολογικών αναλύσεων-εξηγήσεων με τις εξηγήσεις που απορρέουν από την «κοινή λογική», βλ. Bloor, 1983, ιδιαίτερα σσ. 72-74 και 7-10.

[22] Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, συχνά θεωρίες της «modal personality» έχουν πολλά κοινά σημεία με στερεότυπες αντιλήψεις σχετικά με τον «εθνικό χαρακτήρα» διαφόρων λαών, η χρησιμοποίηση του οποίου, ως εννοιολογικό εργαλείο, δημιουργεί στην έρευνα πεδίο άνθησης στερεοτύπων. Βλ. Serpell, 1976, σσ. 21-22. Βλ. και παρακάτω Κεφάλαιο 5.

[23] Βλ. Hebdige, 1980, σ. 11, και για πληρέστερη ανάλυση, βλ. Hall, 1979, σσ. 315-348, στον οποίο ο πρώτος παραπέμπει.

[24] Για μια θεωρητική στήριξη της ταύτισης των δύο αυτών εννοιών, βλ. Τερλεξής, 1975β, σσ. 53-54. Για μια άλλη αντίληψη της σχέσης στερεοτύπου και προκατάληψης, βλ. Χέλερ, 1983, σσ.31-49. H συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι κοινωνικές προκαταλήψεις μπορεί να είναι ή να μην είναι στερεότυπα, στο ίδιο, σ. 37.

[25] Με το θέμα της συμβολής των παιδικών κόμικς στην αναπαραγωγή στερεοτύπων έχω ασχοληθεί στο Παντελίδου Μαλούτα, 1984, όπου επισημαίνεται και η σημαντική κοινωνικοποιητική επίδραση της λειτουργίας της στερεοτυπικής διακωμώδησης ανατρεπτικών ιδεών ή κινημάτων (του φεμινισμού, της οικολογίας κ.λπ.) που συχνά παρατηρείται σε αυτά. Γενικότερα για το ρόλο των ΜΜΕ στην πολιτική κοινωνικοποίηση, βλ. Chaffee, Kanihan, 1997, Huntemann, Morgan, 2001, Graber, 2002, German, Lally, 2007. Βλ., και παρακάτω, Κεφάλαια 2.2 και 2.3

Βιβλιογραφικές αναφορές

Adorno, T.W., et al. (1950), The authoritarian personality, New York, Harper and Row.

Almond, G.A., Verba, S. (1963), The civic culture, Princeton. Princeton University Press.

Allport, G.W. (1935), «Attitudes», στο Murchison, C. (επιμ.) A Handbook of Social Psychology, Worcester, Clark University Press, 1935.

Allport, G.W. (1950), The nature of personality, Reading, Addison-Wesley.

Althusser, L. (1976), Positions (1964–1975), Paris, Editions Sociales.

Barthes, R. (1979), Μυθολογίες, Αθήνα, Εκδόσεις Ράππας.

Berger, P., Luckmann, T. (1981), The social construction of reality, Harmondsworth, Penguin.

Βερναρδάκης, Χ. (2006), «Κοινή γνώμη, δημοσκοπήσεις και κοινωνική έρευνα», στο Αφουξενίδης, Α., Αλεξάκης, Μ. (επιμ.), Πολιτική Κοινωνιολογία, Αθήνα, Παπαζήσης.

Bloor, D. (1983), Wittgenstein. A social theory of knowledge, London, MacMillan.

Bourdieu, P. (1972), Esquisse d’ une theorie de la pratique, Geneve, Droz.

Bourdieu, P. (1980), Le sens pratique, Paris, Minuit.

Bourdieu, P., Chamboredon, J. C., Passeron, J. C. (1980), Le métier de sociologue, Paris, Mouton.

Brewster Smith, M. (1973), «Political attitudes», στο Knutson, J.N., (επιμ.) Handbook of Political Psychology, San Francisco, Jossey-Bass.

Bryant, C.G.A., Jary, D. (1991), «Coming to terms with Anthony Giddens», στο Bryant, C.G.A., Jary, D. (επιμ.), Giddens’ theory of structuration: A critical appreciation, New York, Routledge.

Chaffee, S. H., Kanihan, S. F. (1997), «Learning about politics from the mass media», Political Communication 14,4, σσ. 421-430.

Coleman, J. (1965), Education and political development, Princeton, Princeton University Press.

Connell. R.W. (1975), The child’s construction of politics, Hong Kong, Melbourn University Press.

Daval, R. et a1. (1963), Traité de Psychologie Sociale, Paris, PUF, t. 1.

Dawson, R., Prewitt, K. (1969), Political Socialization, Boston, Little Brown.

Διακουμάκος Γ. (2009), «Εικόνες της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, 1988-2005. Το πολιτικό ενδιαφέρον και ο μύθος του (απο)πολιτικοποιημένου Έλληνα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 34, σσ. 92-124.

Δερτιλής, Γ. (1985), Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση (1881-1909), Αθήνα, Εξάντας.

Doise, W. (1985), «Les representations sociales: definition d’ un concept», Connexions, 45, σσ. 242-251.

Δραγώνα, Θ. (2007), «Έλληνες έφηβοι και εθνικός εαυτός: Ανάμεσα στην ανατροπή και την εξασφάλιση του οικείου», στο Καφετζής Π., Μαλούτας Θ., Τσίγκανου Ι., Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες: Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Durkhein, E. (1963), Les regles de la méthode sociologique, Paris, PUF.

Elliot, A. (1992), Social theory and psychoanalysis in transition, Oxford, Blackwell.

Eysenck, Η. J. (1954), The psychology of politics, London, Routledge and Kegan Paul.

German, D., Lally, C. (2007), «A profile of America’s media use and political socialization effects: Television and the internet’s relationship to social connectedness in the USA», Policy Futures in Education 5, 3, σσ. 327-344.

Graber, D. A. (2002), Media Impact on Attitudes and Behavior. Mass Media and American Politics, Chicago, University of Illinois at Chicago, CQ Press.

Hall, S. (1979), Mass communication and society, London, Arnold.

Hebdige, D. (1980), Subculture. The meaning of style, New York, Methuen.

Huntemann, N., Morgan, M. (2001), «Mass Media and Identity Development», στο Singer D.& J. (επιμ.), Handbook of Children and the Media, California, Sage Publications.

Ιντζεσίλογλου, Ν. (1983), Η κοινωνικοποίηση του ατόμου, Αθήνα, Παρατηρητής.

Giddens, Α. (1979), Central problems in social theory: Action, structure and contradiction in social analysis, London, MacMillan.

Giddens, Α. (1984), The constitution of society: Outline of the theory of structuration Cambridge, Polity Press.

Gramsci, A. (1971), Selections from the Prison Notebooks, New York, International Publishers.

Grawitz, M. (1979), Méthodes des sciences sociales, Paris, Dalloz.

Greenberg, Ε. (επιμ.) (1970), Political socialization, New York, Atherton Press.

Greenstein, F. (1976), Children and politics, New Haven, Yale University Press (πρώτη έκδοση 1965).

Hague, R., Harrop, Μ. (2001), M., Συγκριτική πολιτική και διακυβέρνηση, Αθήνα, Κριτική.

Hughes, A. (1975), Psychology and the political experience, London, Cambridge University Press.

Hyman, H. (1969), Political socialization: Α study in the psychology of political behavior, New York, Free Press (πρώτη έκδοση 1959).

Inglehart, R. (1971), «Generational change in Europe», στο Dogan, M., Rose, R. (επιμ.) European politics: A reader, London, MacMillan.

Inglehart, R. (1973), «The silent revolution in Europe. Intergenerational change in post industrial societies», στο Dennis, J. (επιμ.) Socialization to politics. A reader, New York, John Wiley.

Jodelet, D. (1994), Les représentations sociales, Paris, PUF.

Keri, L. (1982), «Notes to the research on political socialization in Hungary», International Journal of Political Education 5, σσ. 29l-300.

Knutson, J.N. (1973), «Personality in the study of politics», στο Knutson, J.N. (επιμ.) Handbook of Political Psychology, San Francisco, Jossey Bass.

Lancelot, A. (1971), Les attitudes politiques, Paris, PUF.

Langton, K. (1972), Political socialization, New York, Oxford University Press.

Lenk, K. (2005), Πολιτική Κοινωνιολογία: Δομές και μορφές ενσωμάτωσης της κοινωνίας, Αθήνα, Επίκεντρο.

Leonard, P. (1984), Personality and ideology. Towards a materialist understanding of the individual, London, MacMillan.

Μαλούτας, Θ., Παντελίδου Μαλούτα, Μ., Βαρίκα, Ε., κ.ά. (2007), «Η απόρριψη του ‘άλλου’ ως τρόπος αντιμετώπισης της ετερότητας», στο Καφετζής, Π., Μαλούτας, Θ., Τσίγκανου, Ι. (επιμ.), Πολιτική-Κοινωνία-Πολίτες: Αναλύσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας-ESS, Αθήνα, ΕΚΚΕ

McGuire, W. J. (1968), «Personality and susceptibility to social influence», in Borgatta, Ε., Lambert, W. W. (επιμ.), Handbook of personality theory and research, Chicago, Rand McNally, vol. 3.

Μεταξάς, Α.-Ι. Δ. (1976), Πολιτική κοινωνικοποίηση, Αθήνα, Ολκός.

Μεταξάς, Α.-Ι. Δ. (1976β), Πολιτική επικοινωνία, Αθήνα, Ολκός.

Μεταξάς, Α.-Ι. Δ. (1979), Πολιτική Μεθοδολογία, Αθήνα, Σάκκουλας.

Μιχαλοπούλου, Κ. (1992), Κλίμακες μετρήσεως στάσεων, Αθήνα, Οδυσσέας.

Moscovici, S. (2001), Social representations: Essays in Social Psychology, New York, New York University Press.

Newcomb, T. M. (1973), «Persistence and regression of changed attitudes», in Dennis, J., Socialization to politics, New York, John Wiley.

Newcomb, T. M., Turner, R. N., Converse, P. (1975), Social Psychology. The study of human interaction. London, Routledge and Kegan Paul.

Νικολακόπουλος, Η. (2003), «Η ανάπτυξη των πολιτικών δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα» στο, Τσάτσος, Δ.Θ., Κοντιάδης, Ξ.Ι. (επιμ), Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, Παπαζήσης.

O’Neil, N. (1985), «Marxism and psychology», στο Shaw, H. (επιμ.) Marxist sociology revisited, London, MacMillan.

Owen, D. (2008), «Political socialization in the 21st century: Recommendations for researchers», paper presented at the conference on The future of civic education in the 21st century, Montpelier, September 2008.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1982), «Πολιτική κοινωνικοποίηση και σχολείο», Πολιτική. Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 3, σσ. 7-22.

Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (1984), «Η συμβολή των κόμικς στην πολιτική κοινωνικοποίηση των παιδιών», Διαβάζω 94, σσ.41 47.

Percheron, A. (1974), L’univers politique des enfants, Paris, Presses de la FNSP.

Pye, L. (1976), Politics personality and nation building, Westport, Greenwood Press.

Reich, Β., Adlock, L. (1976), Values, attitudes and behaviour change, London, Methuen.

Sapiro, V. (2004), «Not your parents’s political socialization: Introduction for a new generation», Annual Review of Political Science 7, σσ.1-23.

Serpell, R. (1976), Culture’s influence on behaviour, London, Methuen.

Sherrod, L.R., Flanagan, C., Youniss, J. (2002), «Dimensions of citizenship and opportunities of youth development», Applied Developmental Science 6, 2, σσ.264 272.

Stone, W. (1974), The psychology of politics, New York, Free Press.

Τερλεξἡς Π. (1975), Πολιτική κοινωνικοποίηση. Η γένεση του πολιτικού ανθρώπου, Αθήνα, Καστανιώτης.

Τερλεξής. Π. (1975β), Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή, Αθήνα, ΕΚΚΕ.

Thompson, J. (1984), Studies in the theory of ideology, Cambridge, Polity Press.

Τοdorov, T. (2009), Ο φόβος των βαρβάρων: Πέρα από τη σύγκρουση των πολιτισμών, Αθήνα, Πόλις.

Τσεμπελής, Γ. (1981), «Σφυγμομετρήσεις και τέταρτη εξουσία», Πολιτική. Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 1, σσ. 154-170.

Χέλερ, Α. (1983), Επανάσταση και καθημερινή ζωή, Αθήνα, Οδυσσέας.

Warren, Ν., Jahoda, M. (1980) (επιμ.), Attitudes, Harmondsworth, Penguin

Πηγή: https://repository.kallipos.gr/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ