Menu
10 / 12 / 2018 - 10:39 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

deneho-hrono

Συνέντευξη: Ηλίας Μαρμαράς

Ο Ηλίας Μαρμαράς συνομιλεί με τον Βασίλη Τσιάνο, δόκτορα της κοινωνιολογίας.

Ο Βασίλης Τσιάνος διδάσκει κοινωνιολογία της μετανάστευσης και κοινωνιολογία της επισφαλούς εργασίας στο πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Μαζί με τον Δημήτρη Παπαδόπουλο και τη Niamh Stephenson δημοσίευσαν το βιβλίο "Escape routes. Control and Subversion in the 21st century", εκδόσεις Pluto, 2008. 

Ότι πολλοί ζούμε –και διαρκώς ο αριθμός αυξάνεται– σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας είναι γνωστό. Οι σύνθετες πλευρές όμως αυτού του καθεστώτος και οι συνεπαγόμενες σχέσεις του «πρεκαριάτου» δηλαδή της –υποθετικής έστω– τάξης των επισφαλών εργαζομένων, είτε εσωτερικά εντός της τάξης είτε σε ό,τι αφορά τις καπιταλιστικές δομές παραγωγής και αναπαραγωγής, είναι λιγότερο γνωστές και συνειδητοποιημένες. Στην παρακάτω συνομιλία με τον Βασίλη Τσιάνο προσπαθούμε να προσεγγίσουμε κάποιες από αυτές τις πτυχές.

Ηλίας Μαρμαράς: Στο άρθρο σας Who's afraid of immaterial labour? μιλάτε για τις συνθήκες της σημερινής «μεταφορντικής» άυλης εργασίας που συνδέεται στενά με την επισφαλή εργασία και θέτετε το ερώτημα: ποιος φοβάται τους εργάτες της άυλης εργασίας; Τελικά τους φοβάται κανείς και για ποιους λόγους;

Bασίλης Tσιάνος: Νομίζω ότι κανείς δεν φοβάται τις εργάτριες και τους εργάτες της άυλης εργασίας, αλλά αυτό δεν είναι το πρόβλημα, είναι μάλλον ακριβώς το αντίθετο, είναι το σημείο εκκίνησης μιας λύσης. Αυτό που εννοούμε ο Δημήτρης Παπαδόπουλος κι εγώ στο άρθρο που αναφέρεσαι, έχει να κάνει με αυτό που ο de Certeau θα χαρακτήριζε τακτική, το παιχνίδι με τις δυνάμεις του αντιπάλου, μια μορφή πολιτικής που ακριβώς επειδή είναι δυσδιάκριτη, ή καλύτερα ασύλληπτη, παρασιτεί στο γυμνό σώμα του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού, μια πολιτική που κινείται στο πεδίο του αντιπάλου χωρίς μετωπικές συγκρούσεις, προκαλώντας τον όμως να ανασυνταχθεί και κατά συνέπεια να εξαντληθεί κυνηγώντας το άδειο πουκάμισο του πλήθους που κατοικεί τον αβάσταχτα μαγικό κόσμο της γενικευμένης επισφάλειας.

Ας κάνουμε σε αυτό το σημείο μια εννοιολογική διευκρίνιση. Ο όρος άυλη εργασία προέρχεται από τη γοητευτική προσπάθεια του Antonio Negri και άλλων στοχαστών του post-operaism να αναστοχαστεί την κριτική της πολιτικής οικονομίας του σύγχρονου μετασχηματισμού της εργασίας μαθητεύοντας στον Foucault, για την ακρίβεια την υποκειμενικότητα της εξαρτημένης εργασίας με όρους σωματικούς, δηλαδή βιοπολιτικά. Το επίθετο άυλη ήταν περισσότερο μια γόνιμη αλλά και προκλητική εννοιολογική λύση ανάγκης παρά ένα συγκροτημένο κοινωνικο-θεωρητικό παράδειγμα. Στο βιβλίο μας Εscape routes, ο Δημήτρης, εγώ και η Niamh Stephenson, προσπαθούμε να αναλύσουμε την άυλη εργασία σωματικά, δηλαδή σαν την ενσώματη εμπειρία της επισφάλειας. Με αυτόν τον τρόπο εγκαταλείπουμε την κοινωνιολογίζουσα καζουιστική* του να ορισθεί το άυλο της εργασίας και μιλάμε για τις υπαρκτές μεταμορφώσεις του σώματος της ζωντανής εργασίας σήμερα. Αυτό συμπεριλαμβάνει όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Sergio Bologna και την παραληρηματική καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων. Για να επανέλθουμε στην ερώτησή σου, κανείς δεν φοβάται την άυλη εργασία και γενικά την εργασία και αυτό δεν είναι μόνο κακό, το τέλος της πολιτικής της εκπροσώπησης-αναπαράστασης αλλά αφορά και το τέλος της πολιτικής της εκπροσωποποιημένης εργασίας και της βίας που η τελευταία ασκούσε και ασκεί στην (πέραν της εκπροσώπησης) μη εργασία. Κάποτε ήταν ο έμφυλος διαχωρισμός ιδιωτικού και δημοσίου, βιομηχανικού παραγωγισμού και οικιακής «δραστηριότητας», εντόπιας και αλλοδαπούς εργασίας που δομούσε τις βιωμένες μορφές διευρυμένης αναπαραγωγής των παραγωγικών σχέσεων, τώρα σε συνθήκες επισφαλούς ζωής και εργασίας οι διαχωρισμοί αυτοί διαχέονται σε όλο το σώμα του Κοινωνικού μετατρέποντάς το σε ένα τεράστιο εργαστήριο μεικτών και ενσώματων μορφών εργασίας και μη εργασίας, σε ένα πεδίο βολής για την μεγάλη ανυπακοή που έρχεται.

H.M: Υπάρχει γενικά η άποψη πως το «πρεκαριάτο» –δηλαδή η «τάξη» των εργατών της επισφαλούς εργασίας– δεν είναι αναπαράσταση. Η βασική θέση πάνω σε αυτό είναι πως το πλήθος των πρεκάριων δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί ούτε να αντιπροσωπευθεί, δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις, δεν συμμετέχει στις μόνιμες συμφωνίες, δεν μπορεί να συνάψει συμφωνίες, δεν επιτυγχάνει ποτέ τη θέση του νομικού προσώπου επειδή ποτέ δεν μεταφέρει και δεν διεκδικεί τα φυσικά του δικαιώματα με τον κυρίαρχο. Δεν μπορεί να αποκτήσει ούτε να μεταφέρει πολιτικά δικαιώματα. Συμφωνείς, και αν ναι, γιατί συμβαίνει αυτό;

B.T: Κατά κάποιο τρόπο προσπάθησα ήδη να το απαντήσω προηγουμένως. Σίγουρα το πλήθος που κατοικεί και βιώνει την επισφάλεια δεν είναι αναπαράσταση. Η εσωτερική σχέση κυριαρχίας που συνέδεε στον ιστορικό συμβιβασμό του Φορντισμού το υποκείμενο με εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα, απονομιμοποιώντας ταυτόχρονα αξιακά και πειθαρχικά τους κόσμους της μη εργασίας, έχει οριστικά διαρραγεί. Η οδυνηρή condition humana του «πρεκαριάτου», του μητροπολιτικού πλήθους της επισφάλειας είναι η δικαιωματική της απαξίωση. Αυτή ακριβώς όμως η απαξίωσή της γενικεύει όχι μόνο ένα καθεστώς ελεγχόμενης εξαθλίωσης αλλά και ένα κενό ρύθμισης. Γιατί ό,τι είναι μη αναπαραστήσιμο, μη μετρήσιμο, ασύλληπτο, είναι και μη ελεγχόμενο. Έτσι εξηγείται άλλωστε και η ασίγαστη επικοινωνιακότητα της εξουσίας στον ύστερο νεοφιλελευθερισμό.

H.M: Εντοπίζεις ένα κενό προστασίας σε ό,τι αφορά την εργασία εν γένει, με την επισφαλή εργασία να είναι ο κύριος εκφραστής αυτού του κενού. Υπάρχουν επίσης κάποιοι άλλοι όροι, όπως «ευελιξία με προστασία» (flexicurity). Πότε εμφανίστηκε αυτός ο όρος και γιατί διαφοροποιεί –ουσιαστικά αχρηστεύοντας– την προστασία που πρόσφεραν στο παρελθόν τα κλασικά εργατικά συνδικάτα;

B.T: Ο όρος flexicurity είναι μια καλή ιδέα σε λάθος χέρια. Ο όρος γεννήθηκε στα πεφωτισμένα μυαλά κάποιων γραφειοκρατών Ολλανδών/ «μεταρρυθμιστών» του work fare πριν από μια δεκαετία και αποτελεί μια κυνική απόπειρα αναγνώρισης και ρύθμισης της κρίσης που συνδέεται με το τέλος της εποχής της μισθωτής εργασίας. Επειδή η flexicurity δεν ξεπερνά τον παραγωγίστικο ορίζοντα της εργασίας αλλά απλά καθιστά ευέλικτη τη ρύθμιση παραγωγικών φάσεων εργασίας και μη «παραγωγικών» φάσεων ζωής, είναι σαν ένα χρήσιμο δάνειο με πολύ άσχημους όρους αποπληρωμής. Δεν είναι εναλλακτική στα κλασικά εργατικά συνδικάτα, είναι μια εναλλακτική χωρίς συνδικάτα.

H.M: Υπάρχουν παραδείγματα όπου εργάτες αυτο-οργανώθηκαν συνειδητοποιώντας τις συνθήκες της επισφάλειας;

B.T: Σίγουρα! Οι μεταφεμινιστικές βιοσυνδικαλίστριες Precarias a la deriva από τη Μαδρίτη και τη Μάλαγα, οι Chainworkers από το Μιλάνο και τη Βενετία, οι Intermittent du spectacle από το Παρίσι και το Στρασβούργο.

H.M: Επίσης στο βιβλίο σας, "Escape routes. Control and Subversion in the 21st century", αναφέρετε πως για πρώτη φορά στην ιστορία της εργασίας η έκφραση «δεν έχω χρόνο» γίνεται ξεκάθαρο πολιτικό αίτημα. Με ποιο τρόπο συμβαίνει αυτό;

B.T: Στην έκφραση «δεν έχω χρόνο» συνηχούσε μέχρι πρότινος μια μομφή έναντι κάθε μορφής απολιτικού αναχωρητισμού. Ήταν μια φράση εμβληματική για μη ιδεολογικοποιημένες μορφές αποχής. Όμως με τον Paolo Virno ξέρουμε ότι οι διαθέσεις του πλήθους συνδιαλέγονται με τον κατ΄ ανάγκη οπορτουνισμό των freelancer. Εμείς στη φράση «δεν έχω χρόνο» διαβάζουμε μια εκρηκτική αμφισημία που μπορεί να γίνει πολιτική: από τη μια εκφράζει την ενσώματη εμπειρία της επισφαλούς εργασίας από την οπτική του κεφαλαίου. Η συσσώρευση κεφαλαίου σήμερα δεν επικεντρώνεται απλά στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης στον παρόντα χρόνο. Η γενικευμένη επισφάλεια της εργασίας συνδέεται με ένα καθεστώς συσσώρευσης που εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη των διά βίου freelancer, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενεργοποιούν στο εργασιακό τους παρόν αποθέματα από το μέλλον τους, που δεν είναι ούτε πρόκειται να γίνει ποτέ αντικείμενο προστασίας. Και αυτό αφορά πρωταρχικά, ζητήματα υγείας, οικογενειακού προγραμματισμού και απροστάτευτης εργασιακής επιβάρυνσης. Όλοι και όλες ξέρουμε τι σημαίνει να καις την κάρτα σου, για να βγάλεις εις πέρας το πρότζεκτ για το οποίο δεν πληρώθηκες ακόμα. «Δεν έχω χρόνο», όμως, σημαίνει ταυτόχρονα από την άλλη πλευρά της υποκειμενικότητας της επισφαλούς εργασίας και το αντικειμενικό όριο της προκαταβολικής καταλήστευσης της ζωντανής εργασίας, κάτι ανάλογο με τις φράσεις «δεν έχω ψιλά» ή «δεν πληρώνω».

* καζουιστική: από το λατινικό casus (case). Ο όρος χρησιμοποιείται συνήθως σαν κριτική στις απόπειρες αιτιολόγησης που βασίζονται σε θεωρητικούς κανόνες και αρχές, ενώ διαπραγματεύονται ειδικές περιπτώσεις.

Πηγή: http://www.konteiner.gr/magazine/article/667

gay, γκέι, ομοφυλόφιλος, ομοφυλόφιλη, λεσβία, ομοφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλων, λεσβίες, τρανσέξουαλ, τρανς, αμφιφυλόφιλοι, LGBT, ΛΟΑΤ, ομοφοβία, γνωριμίες, φύλο, σεξουαλικότητα, πορνεία, σεξουαλικός, γυναίκα, ομοφυλοφιλία, λεσβιακή

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ