Menu
21 / 07 / 2018 - 04:40 pm
A Site By Your Side
A+ A A-

telos eidous 9

Η κατάρρευση του χρόνου είναι στενά συνδεδεμένη με την αντίστοιχη του χώρου. Η εξουδετέρωση των αποστάσεων μέσω της μείωσης της διάρκειας των ταξιδιών και της σχεδόν στιγμιαίας επικοινωνίας διαμέσου του διαδικτύου προκαλεί μια εντελώς απατηλή εντύπωση πανταχού παρουσίας.

Προφανώς αυτή που καταργείται δεν είναι η πραγματική απόσταση αλλά η αναπαράστασή της: η υποκειμενική εμπειρία της απόστασης υφίσταται, όπως κι εκείνη της διάρκειας, ένα είδος συστολής. Χρησιμοποιώντας μια άλλη διατύπωση, θα λέγαμε πως αποκτούμε την αίσθηση ότι είμαστε παντού την ίδια στιγμή, ενώ στην πραγματικότητα δεν είμαστε πια πουθενά.

Απαιτούνται όμως ορισμένες υλικές συνθήκες προκειμένου να λάβει χώρα αυτή η συστολή και ο «πραγματικός χρόνος» να καταστεί ίδιος για όλους, σε όλα τα μέρη της υδρογείου: επέκταση του βιομηχανικού συστήματος σε όλες τις κοινωνίες, ενοποίηση του πλανήτη με ομοιογενή δίκτυα μεταφορών και επικοινωνίας, ομογενοποίηση των τρόπων ζωής (κινέζικα ρεστοράν στο Παρίσι, πιτσαρίες στη Χαβάη, McDonalds στο Πεκίνο) –με την παράλληλη τεχνητή διατήρηση ποικίλων βιολογικών και πολιτιστικών δρυμών. Έτσι όμως προκύπτει ένα παράδοξο: οι σχετικά κοντινές περιοχές, που δεν εξυπηρετούνται όμως από τις εναέριες γραμμές, τα μεγάλα δίκτυα αυτοκινητοδρόμων και τα τρένα υψηλής ταχύτητας, καταλήγουν να είναι πολύ πιο απομακρυσμένες από περιοχές οι οποίες είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο μακρινές. Έτσι η συστολή του χώρου συνοδεύεται από την αποδιοργάνωσή του. 

Αυτό το παράδοξο, που πρωτοεμφανίζεται τον 19ο αιώνα με την κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών, αποτελεί ισχυρό παράγοντα ερημοποίησης των μη εξυπηρετούμενων περιοχών αλλά και συγκέντρωσης γύρω από τους βασικούς «κόμβους» της επικοινωνίας. Η ανάπτυξη των αερογραμμών και των τρένων υψηλής ταχύτητας απλώς ενδυνάμωσε αυτή την τάση. Αντίθετα, η αντίστοιχη του διαδικτύου τείνει να ευνοεί μια σχετική αποκέντρωση: βλέπουμε πλέον ανθρώπους που εγκαθίστανται μακριά από τις πόλεις, παραμένοντας όμως την ίδια στιγμή «συνδεδεμένοι».

Πρόκειται ωστόσο ακριβώς γι’ αυτό που τους εμποδίζει να «ζήσουν στην εξοχή», εφόσον αυτή μετατρέπεται σε πρασινισμένο προάστιο της νεοτεχνολογίας. Με αυτόν τον τρόπο το διαδίκτυο διογκώνει την αίσθηση που έχουν οι χρήστες του ότι το πιο μακρινό είναι ταυτόχρονα και το πιο κοντινό.

Η αποδιοργάνωση της αντίληψης του χώρου που έχει το υποκείμενο μεταφράζεται επίσης στις νέες μορφές αστικής ή περιαστικής χωροταξίας, στα πλαίσια της οποίας όλοι οι χώροι τείνουν να μετατρέπονται σε «μη-τόπους»:

«Επιθετική, δύσκολα αποκωδικοποιήσιμη, σε ρήξη με τους βιολογικούς μας ρυθμούς, η σύγχρονη πόλη μοιάζει ορισμένες φορές να έχει φτιαχτεί για εξελιγμένα cyborgs τα οποία θα διέθεταν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη του χώρου και του χρόνου από αυτή των κατοίκων των σημερινών πόλεων. [...] Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό αστικό χώρο, τη σύγχρονη πόλη δεν μπορούμε πλέον να τη διασχίσουμε προς κάθε κατεύθυνση. Μεγάλος αριθμός χώρων προορίζεται αποκλειστικά για εξειδικευμένου τύπου χρήσεις. [...] Οι πολλαπλές τομές που δημιουργούν οι υποδομές δε μας επιτρέπουν πλέον να ακολουθούμε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. [...] Ο χώρος που προκύπτει είναι σχεδόν διάτρητος, διάστικτος από no man’s lands. [...] Ελλείψει, κατά συνέπεια, κάθε δυνατότητας να γίνει αντιληπτή η ενότητα της πόλης χωροταξικά, καταλήγουμε να την ταυτίζουμε με τα διαφημιστικά μηνύματα. [...] Παντού τα ίδια εμπορικά κέντρα, παντού υπερπληθώρα μηνυμάτων που αδυνατούν, ωστόσο, να περιορίσουν την διάδοση της εντύπωσης ότι ο αστικός χώρος θρυμματίζεται και μάλιστα δυνητικώς επ’ άπειρον, σα διαδικασία ανάπτυξης ενός φράκταλ, μέσω άπειρων υποδιαιρέσεων του αρχικού γεωμετρικού σχήματος. [...] Το ίδιο σενάριο φαίνεται να επαναλαμβάνεται από τη μια ως την άλλη άκρη του πλανήτη, λες κι επρόκειτο για την ταυτόχρονη προετοιμασία, σε όλα τα μέρη της γης, της έλευσης μιας νέας φυλής από cyborg, ικανών να αποκωδικοποιούν ένα αστικό περιβάλλον που έχει καταστεί πλέον αινιγματικό για εμάς» (A. Picon, La Ville, territoire des cyborgs, L’Imprimeur, 1998).

telos eidous 10

Η αποδιοργάνωση του χώρου επιφέρει και την αποδιοργάνωση του υποκειμένου, εφόσον ο χώρος είναι μαζί με το χρόνο μια a priori μορφή της εμπειρικής μας αντίληψης: όχι ένα αντικείμενο που αντιλαμβανόμαστε, αλλά το ίδιο το πλαίσιο της αντίληψής μας, το σύνολο των συντεταγμένων εντός των οποίων συγκροτείται η αισθητή μας εμπειρία (όπως έλεγε ο Καντ, ο χώρος είναι «η μόνη υποκειμενική προϋπόθεση της αισθητής εμπειρίας χάρις στην οποία μας είναι δυνατό να έχουμε μια αντίληψη του εξωτερικού κόσμου»). Μέσα σε ένα χώρο θρυμματισμένο στο έπακρο, ο οποίος στερείται σημείων αναφοράς κι έχει παράδοξες ιδιότητες, η συνείδηση του υποκειμένου καθίσταται κι αυτή θρυμματισμένη και σχιζοφρενική. Θα μπορούσαμε με αυτόν τον τρόπο να εξηγήσουμε μέσω της ψυχογεωγραφίας, έστω σε έναν βαθμό, τη σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση μανιακών δολοφόνων και γενικότερα αυτοκαταστροφικών και παρεκκλινουσών συμπεριφορών σε όλα τα σημεία του πλανήτη.

Η σχετικότητα του χρόνου και του χώρου για την οποία μιλούν οι αστροφυσικοί –και το ίδιο ισχύει για τις παράδοξες ιδιότητες που φέρνει στο φως η φυσική μικροσωματιδίων- έχει νόημα μόνο για μια κλίμακα φαινομένων διαφορετική από τη δική μας. Σε ό,τι αφορά όμως τη βιωμένη μας εμπειρία, η ισχύς της παρατήρησης του Καντ παραμένει ακέραια: «Αν εξέλθουμε από την υποκειμενική κατάσταση δίχως την οποία δε θα μπορούσαμε να δεχόμαστε αισθητηριακές αντιλήψεις, δηλαδή να επηρεαζόμαστε από τα αντικείμενα, η αναπαράσταση του χώρου χάνει πλέον κάθε νόημα». Αντίστοιχα, όσο κι αν προσπαθούμε να μάθουμε αν η Γη γυρνά γύρω από τον εαυτό της ή γύρω από τον Ήλιο, παραμένει αληθές ότι, για εμάς, όπως έλεγε ο Χούσερλ, «η Γη δεν κινείται». Διότι, εν τέλει, δεν είναι αλήθεια ούτε ότι «διαθέτουμε ένα δυνάμει, δυνητικό σώμα, ικανό για κάθε είδους μεταμόρφωση» ούτε ότι το εν λόγω σώμα «έχει άπειρη ποικιλομορφία» (M. Serres, περ. L’Expansion, 20/7/2000).

telos eidous 12

Η σύγχυση ανάμεσα στο δυνάμει ή εικονικό και το πραγματικό, ο ολικός αποπροσανατολισμός που παρατηρούμε στους σχιζοφρενείς της μεταβιομηχανικής εποχής φτωχαίνει και τελικά αποξηραίνει τη φαντασία μας. Η οποία φαντασία παύει να είναι δημιουργική –με εξαίρεση, φυσικά, την περίπτωση της «δημιουργικής τάξης» που έχει ακριβώς τη «δημιουργία» ως ειδικότητά της[13]!- και περιορίζεται στην κατανάλωση και επανάληψη προκατασκευασμένων εικόνων.

[13] Σ.τ.μ.: σχετικά με την περίφημη αυτή «τάξη», βλ. και στο παρόν τεύχος τις σελίδες 164-165..

Καταρρέοντας, η μνήμη κι η φαντασία συμπαρασύρουν τον λόγο. Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο αρκετά παραδείγματα της αποσύνθεσης της ικανότητας να αρθρώνουμε συλλογισμούς, τότε που σχολιάσαμε τα κείμενα ερευνητών ή πανεπιστημιακών (δεν αναφερόμαστε καν στους δημοσιογράφους) σχετικά με τη νεοτεχνολογία κι ορισμένα άλλα ζητήματα. Η επιταχυνόμενη διάλυση του λόγου στα χλιαρά νερά της ασυνάρτητης πολυλογίας συμπορεύεται με την ολοένα και μεγαλύτερη διάδοση της πεποίθησης ότι ο λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απλή ικανότητα να κάνουμε υπολογισμούς. Αυτή η πεποίθηση που κατέστη κοινός τόπος με τη γενίκευση της πληροφορικής, έλκει την καταγωγή της από μια ανοησία που αποδίδεται στον άγγλο φιλόσοφο του 17ου αιώνα, Τόμας Χομπς, την οποία επαναλαμβάνουν σήμερα όλοι οι ειδικοί της «τεχνητής νοημοσύνης»: «να σκέφτεται κανείς, σημαίνει να κάνει υπολογισμούς». Δε θέλουμε και πολύ για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως οι υπολογιστικές μηχανές –αυτό ακριβώς είναι άλλωστε οι υπολογιστές- διαθέτουν «νοημοσύνη»[14].

[14] Πρόκειται για την ακριβή σημασία του αγγλικού όρου computer και του ιταλικού calcolatore. Πριν το 1965 και στη Γαλλία οι υπολογιστές αποκαλούνταν «calculateurs électroniques» [«ηλεκτρονικοί υπολογιστές»]. (Σ.τ.μ.: το σχόλιο αυτό έχει σημασία κυρίως για τους γάλλους αναγνώστες, καθώς στα γαλλικά η λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι ordinateur [«τακτοποιητής»].)

Είναι προφανές πως έχουμε άδικο όταν συγχέουμε τον λόγο με την τέχνη των υπολογισμών, καθώς απλούστατα δεν πρόκειται επουδενί για το ίδιο πράγμα. Ιδού, για παράδειγμα, πώς όριζε τον λόγο στο σχετικό λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας, πριν από δυόμιση αιώνες, ο αβάς de La Chapelle:

Μπορούμε να σχηματίσουμε διάφορες έννοιες για το περιεχόμενο της λέξης λόγος:

1ον Μπορούμε να εννοήσουμε απλά και δίχως κάποιον ειδικότερο προσδιορισμό τη φυσική ικανότητα γνώσης της αλήθειας, είτε ακολουθεί το φως της πίστης είτε όχι και ανεξαρτήτως της τάξης των αντικειμένων στα οποία εφαρμόζεται.

2ον Μπορούμε να καταλάβουμε, ακούγοντας τη λέξη λόγος, αυτή την ίδια ικανότητα, όχι όμως στην απόλυτη έννοιά της αλλά μόνο στο βαθμό που καθοδηγείται στις έρευνές της από ορισμένες έννοιες που υπάρχουν μέσα μας έμφυτα και είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους του κόσμου. [...]

3ον Ορισμένες φορές με τη λέξη λόγος εννοούμε αυτό το φυσικό φως μέσω του οποίου καθοδηγείται η ικανότητα που καλούμε με το ίδιο όνομα. [...]

4ον Με τον όρο λόγος μπορούμε επίσης να εννοήσουμε την αλύσωση των αληθειών στις οποίες το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να φτάσει με τρόπο φυσικό, δίχως να έχει ανάγκη το φως της πίστης.

telos eidous 13

Ούτε ίχνος υπολογισμού σε όλα αυτά: το μόνο για το οποίο γίνεται λόγος είναι η αλήθεια και το φυσικό φως. Η λέξη λόγος χρησιμοποιούνταν με την έννοια του «υπολογισμού» μόνο στην αριθμητική. Στα λατινικά η λέξη ratio σημαίνει, φυσικά, «υπολογισμός», όμως πρόκειται για μία μόνο από τις σημασίες του όρου, ο οποίος έχει επίσης την έννοια της «απόφανσης», του «συλλογισμού» κ.λπ.

Για να μείνουμε στο παράδειγμα της Εγκυκλοπαίδειας, εμπνεόμενος από τον Φράνσις Μπέικον (1561-1626), ο Ντιντερό κατανέμει τις ανθρώπινες γνώσεις σε τρεις κατηγορίες: «στην Ιστορία, που σχετίζεται με τη Μνήμη· στη Φιλοσοφία, που απορρέει από τον Λόγο· και στην Ποίηση, που γεννιέται από τη Φαντασία». Σε μια εποχή, όμως, όπου και οι τρεις αυτές δυνάμεις επιβιώνουν στο πνεύμα των περισσότερων ανθρώπων μόνον ως ξεθωριασμένα ίχνη –όπως οι ουσίες μέσα στα διαλύματα της «μνήμης του νερού»[15]-, είναι δύσκολο να παραδεχθεί κανείς ότι η φιλοσοφία απορρέει από τον λόγο, αν φυσικά εννοούμε με τον όρο «φιλοσοφία» τις επιθυμητικές μηχανές του Ντελέζ ή τη διαφωρά του Ντεριντά. Η φιλοσοφία κατέστη εξειδικευμένος γνωστικός κλάδος αρκετά πρόσφατα (εξάλλου το αντικείμενο και η μέθοδός της παραμένουν ασαφή) και τον καιρό του Ντιντερό περιελάμβανε όλες τις επιστήμες, οι οποίες διακρίνονταν σε «επιστήμη του Θεού», «επιστήμη του ανθρώπου» και «επιστήμη της φύσης».

Η μανία με την μαθηματική (ή ψευδόμαθηματική) τυποποίηση δεν ασκούσε ακόμη την τυραννία της στο σύνολο των γνωστικών πεδίων. Μονάχα με την εμφάνιση της μαθηματικής λογικής -της οποίας άμεση κληρονόμος είναι η πληροφορική- ταυτίστηκε ο λόγος τόσο στενά με τον υπολογισμό. Ένας από τους θεμελιωτές αυτού του κλάδου, ο George Boole (ο οποίος επινόησε την περίφημη «άλγεβρα Boole»), τιτλοφορούσε το 1854 το βασικό του έργο Οι νόμοι της σκέψης (An Investigation of the Laws of Thought). Ωστόσο, η «αλήθεια» για την οποία μιλούσε ο αβάς Ντε Λα Σαπέλ δεν έχει την παραμικρή σχέση με αυτήν που πραγματεύεται η μαθηματική λογική: στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια πραγματική γνώση, τη γνώση της φύσης των πραγμάτων· στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται απλώς για ένα τυπικό πλαίσιο, το οποίο οριοθετεί τις συνθήκες υπό τις οποίες μια λογική πρόταση μπορεί να είναι «αληθής» ή «ψευδής», ανεξαρτήτως κάθε εξωτερικής αναφοράς.

[15] Σ.τ.μ.: «Μνήμη του νερού» (mémoire de l’eau) αποκαλείται μια επιστημονική υπόθεση του γιατρού και ανοσιολόγου Jacques Benveniste σύμφωνα με την οποία το νερό έχει τη δυνατότητα να διατηρεί τα ίχνη ουσιών με τις οποίες ήρθε σε επαφή. Η υπόθεση προκάλεσε μεγάλη διαμάχη και οδήγησε στην απόλυση του Μπενβενίστ από το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας το 1995.

telos eidous 14

Ένας συλλογισμός ωστόσο δε συνιστά απλώς μια ακολουθία πράξεων τυπικής λογικής, την οποία μπορεί να φέρει εις πέρας στην εντέλεια ένας σωστά προγραμματισμένος υπολογιστής. Το μόνο που κάνουν οι κλασικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι να εκτελούν με τρόπο μηχανικό προγράμματα που βασίζονται στις ιδιότητες της μαθηματικής λογικής, δίχως, σε καμία στιγμή, να τίθεται ζήτημα «αλήθειας» ή «φυσικού φωτός», παρόλο που, ορισμένες φορές, μπορεί τα εν λόγω λογισμικά να είναι εξαιρετικά πολύπλοκα. Εντούτοις, δεν έχουν περισσότερη σχέση με τον λόγο από ό,τι ένα άροτρο ή μια οδοντόβουρτσα. Όπως είπε κάποτε ένας συγγραφέας με μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, «αναμφίβολα οι ερευνητές στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούν έναν πολύ στενό φορμαλισμό κι έτσι τους λείπουν οι ουσιώδεις κατηγορίες για την κατανόηση της φύσης της νοημοσύνης»[16].

[16] D. Pignon, « La mécanisation de l’intelligence en quête de perspectives nouvelles », L’Etat des sciences et des techniques.

Τι σημαίνει, κατά συνέπεια, σκέφτομαι; Δε γνωρίζουμε πολύ καλά –πράγμα που σημαίνει: δε γνωρίζουμε καθόλου- αλλά ο καλύτερος ορισμός του τί είναι σκέψη παραμένει κατά πάσα πιθανότητα εκείνος του Πλάτωνα: «ένας διάλογος της ψυχής με τον εαυτό της» (εξού κι η διαλεκτική η οποία αρχικά σήμαινε την τέχνη του διαλόγου, κατά τον οποίο η σκέψη προχωρά μέσω διαδοχικών καταφάσεων και αρνήσεων).

Η εξάσκηση του λόγου δεν κινητοποιεί απλώς μια ικανότητα λογικής αλύσωσης προτάσεων η οποία υπερβαίνει την τυπική λογική· κινητοποιεί επίσης τη φαντασία, τη μνήμη, την αισθητή εμπειρία.

Επιπλέον, αυτό που προϋποθέτει δεν είναι ένα σκεπτόμενο υποκείμενο απομονωμένο, σαν αυτό που συχνά φαντάστηκαν οι φιλόσοφοι (κατά το μοντέλο του «αυτοδίδακτου φιλοσόφου» που δημιούργησε τον 12ο αιώνα ο Ibn Tofayl), αλλά μια ανθρώπινη κοινωνία. Γι’ αυτό ακόμα και οι «νευρωνικοί», οι υπολογιστές που είναι λιγότερο τυποποιημένοι από τους κλασικούς τους ομολόγους και αποκαλούνται έτσι γιατί η δομή τους υποτίθεται πως μιμείται τη δομή των βιολογικών νευρώνων, ακόμα κι αυτοί λοιπόν οι υπολογιστές, οι οποίοι επιτυγχάνουν μια κατά προσέγγιση προσομοίωση ορισμένων απλών αντιληπτικών μηχανισμών (όπως η φωνητική και η οπτική αναγνώριση), «δυσκολεύονται» -όπως παρατηρεί ένας ακόμα λεπτός χειριστής των ευφημισμών- «να επεξεργαστούν τις δομημένες παραστάσεις της γλώσσας και της σκέψης»[17]. Και παρ’ όλα αυτά μας ανακοινώνουν για το προσεχές μέλλον τη δημιουργία «βιολογικών» υπολογιστών, οι οποίοι είτε θα συνδέουν τρανζίστορ και νευρώνες (από βδέλλες, αρουραίους ή σαλιγκάρια) είτε θα αντικαθιστούν τους παραδοσιακούς μικροεπεξεργαστές σιλικόνης από έλικες DNA... Ενδεχομένως αυτοί οι νέοι υπολογιστές να «υπολογίζουν» πιο γρήγορα από τους σημερινούς, αλλά δε θα σκέφτονται περισσότερο από αυτούς: διότι αυτό που λείπει από όλες αυτές τις μηχανές είναι η διαλεκτική.

[17] D. Memmi, «Le connexionnisme, une nouvelle approche de la modélisation cognitive », ό. π.

telos eidous 15

Πράγμα που συνεπάγεται πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για το ενδεχόμενο οι υπολογιστές να αρχίσουν κάποια μέρα να σκέφτονται και να λαμβάνουν αποφάσεις στη θέση μας[18]. Στον βαθμό που το μόνο που κάνουν -και θα κάνουν- είναι να εκτελούν τις λειτουργίες για τις οποίες τους έχουμε προγραμματίσει εμείς, αυτά που πρέπει να μας απασχολούν είναι τα προγράμματα, όπως φυσικά και αυτοί που τα σχεδιάζουν. Άλλωστε αυτό το είδος «ανάθεσης της εξουσίας» σε ένα σύστημα μηχανισμών ακατανόητων και ανεξέλεγκτων από τους χρήστες τους (των οποίων μηχανισμών η γνώση και ο έλεγχος συνιστά -και σε αυτό το σημείο τίποτε δεν έχει αλλάξει, ό,τι κι αν λέμε, από την εποχή του τεϊλορισμού- αποκλειστικό τομέα των μηχανικών και των τεχνοκρατών) συνιστά ήδη ένα αρκούντως πειστικό επιχείρημα ενάντια στην κυριάρχηση των ζωών μας από την τεχνολογία και δη τη νεοτεχνολογία.

[18] Το ότι καταφεύγουμε σε κάποιο μηχανισμό «βοήθειας στη λήψη αποφάσεων» δε συνεπάγεται επουδενί πως αυτό το ειδικευμένο σύστημα αποφασίζει κάτι. Μια τέτοια παραδοχή θα σήμαινε πως οι αποφάσεις που λαμβάνουν ορισμένοι βασιζόμενοι σε ωροσκόπια, στο Yi King και σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μαντείας είναι στην πραγματικότητα αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τα άστρα, τα τετράγραμμα ή τα στίγματα του καφέ. Μια μηχανή που «αποφασίζει» ή «δίνει την ετυμηγορία της», η μοίρα «που τα θέλησε έτσι καμωμένα», ένας θεός που «απαιτεί» και «διατάσσει» -όλα αυτά δεν είναι παρά δολώματα για να εξαπατούμε τους άλλους και ενίοτε τον εαυτό μας.

Ας επανέλθουμε όμως στον λόγο, έτσι όπως τον όριζε ο αβάς Ντε Λα Σαπέλ. Είναι σαφές ότι αυτή η διαδικασία αποδιοργάνωσης του πνεύματος, που είδαμε επί το έργον στην περίπτωση της μνήμης και της φαντασίας, καταλήγει να καθιστά κυριολεκτικά ακατανόητη την ίδια την έννοια της αλήθειας. Αυτός είναι, ειρήσθω εν παρόδω, ο λόγος για τον οποίο το φιλοσοφικό ρεύμα της αποδόμησης και ο σχετικισμός ασκούν σήμερα τέτοια γοητεία. Διαπράττουμε όμως ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, όταν πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων την αναζήτηση της αλήθειας υπό την πρόφαση πως ο λόγος του Διαφωτισμού εκφυλίστηκε μετά τον 18ο αιώνα σε δογματικό θετικισμό, ακολουθώντας μια προδιαγεγραμμένη διαλεκτική που κατέληξε στην «αυτοκαταστροφή του λόγου». Όπως έδειξαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Χορκχάιμερ κι ο Αντόρνο, «δεν υπάρχει ελευθερία δίχως διαφωτισμένη σκέψη», ακόμα κι αν η τελευταία περιλαμβάνει μέσα της «το σπέρμα αυτής της οπισθοδρόμησης που επαληθεύεται παντού σήμερα». Γι’ αυτό, συνεχίζουν οι δύο συγγραφείς, «ο λόγος πρέπει να αποκτήσει αυτοσυνείδηση», ελλείψει της οποίας «θα σφραγίσει την ίδια του τη μοίρα». Και πράγματι, σήμερα ο λόγος καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, ίσως και ανεπιστρεπτί.

Όλως παραδόξως, η υποκειμενική διάσταση αυτής της διαλεκτικής του λόγου είχε πολύ καλά περιγραφεί, πριν πολύ καιρό, από έναν συγγραφέα τον οποίο δε θα χαρακτηρίζαμε και ως σκαπανέα της «διαφωτισμένης σκέψης»[19]:

Υπάρχει ο φόβος μήπως, βλέποντας συχνά να υπονομεύονται οι θέσεις που θεωρούσαμε σταθερές και ανθεκτικές, καταληφθούμε από έναν τρόμο που θα μισεί τόσο πολύ τον λόγο, ώστε να μην τολμάμε πλέον να εμπιστευόμαστε ούτε και την πιο προφανή αλήθεια.

[19] Πρόκειται για τον Άγιο Αυγουστίνο, στον διάλογό του Περί του δασκάλου (De magistro).

telos eidous 16

Η αλληλοδιαπλεκόμενη κατάρρευση των τριών νοητικών δυνάμεων που παραδοσιακά θεωρούνταν ότι συγκροτούν το ανθρώπινο πνεύμα αρκεί για να εξηγήσει γιατί πολλαπλασιάζονται σήμερα οι φωνές που προτείνουν να τελειώνουμε με το ίδιο το ανθρώπινο είδος συνολικά, υπό το σκεπτικό πως δεν έχουμε πλέον τίποτε να περιμένουμε από αυτό, εφόσον οι περιορισμοί του βιώνονται πλέον ως ένα ανυπόφορο φορτίο ή ως ένας σκανδαλώδης περιορισμός των δικαιωμάτων του ατόμου. Η ίδια διαλεκτική που οδηγεί τον λόγο να δημιουργεί τις συνθήκες της ίδιας του της καταστροφής καταλήγει να αντιστρέφει τον «ανθρωπιστικό» προοδευτισμό της Αναγέννησης σε ένα πρόταγμα που στοχεύει στην κυριολεκτική εξάλειψη της ανθρωπότητας[20].

[20] Δεν αναφερόμαστε εδώ στη συμπτωματική καταστροφή της ανθρωπότητας με την ευκαιρία, ας πούμε, μιας πυρηνικής σύγκρουσης ή ακόμα και ως επακόλουθο των «παράπλευρων απωλειών» της βιομηχανικής ανάπτυξης: αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ιδέα μιας σχεδιασμένης και κατόπιν προγράμματος εξάλειψης της ανθρωπότητας.

(Αυτή η αντιστροφή του ανθρωπισμού σε αντι-ανθρωπισμό έχει επιφέρει την αλλαγή του νοήματος ορισμένων διατυπώσεων. Ένας σημερινός τεχνοφιλικός, για παράδειγμα, θα επαναλάμβανε ευχαρίστως τη φράση «από τη στιγμή που θέλουμε, μπορούμε», προκειμένου να δικαιολογήσει τη βούλησή του να θέσει τέλος στην ανθρωπότητα, ξεπερνώντας τη. Εντούτοις, αυτή η πρόταση προέρχεται από το Λόγο περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου [De hominis dignitate], που εκφωνήθηκε το 1486 από τον [ιταλό νεοπλατωνικό φιλόσοφο] Πίκο ντέλα Μιράντολα για να εξυμνήσει το ανθρώπινο γένος –πράγμα που δείχνει ωραία το διαλεκτικό χαρακτήρα της εξέλιξης των ιδεών και την αναγκαιότητα να λαμβάνουμε πάντοτε υπόψη την ποικιλία του ιστορικού πλαισίου[21].)

[21] Ας ξαναβάλουμε όμως την παράθεση του Πίκο στα αρχικά της συμφραζόμενα: «Ο άνθρωπος είναι το πιο ευτυχές από όλα τα ζωντανά όντα –και ως εκ τούτου το πιο άξιο θαυμασμού. [...] Πράγματι, ο άνθρωπος θεωρείται ως ένα μεγάλο θαύμα και, γι’ αυτό, άξιος θαυμασμού. [...] Ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό ον, διαφορετικής κάθε φορά φύσης, πολύμορφης και μεταβλητής. Γιατί όμως τα λέμε όλα αυτά; Για να καταλάβουμε ότι -εφόσον γεννηθήκαμε με την ικανότητα να γινόμαστε όλα αυτά που θέλουμε- οφείλουμε κυρίως να φροντίζουμε να μη λέγεται για εμάς ότι, έχοντας γεννηθεί σε υψηλή θέση στην ιεραρχία της πλάσης, δεν καταφέραμε να το αντιληφθούμε και εκπέσαμε, αντίθετα, στην ίδια θέση με τα ζώα και τα ηλίθια κτήνη. [...] Ας πλημυρίσει λοιπόν το πνεύμα μας μια άγια φιλοδοξία ώστε, μη αρκούμενοι στα μέτρια πράγματα, να προσδοκούμε τα πιο υψηλά και να χρησιμοποιούμε όλες μας τις δυνάμεις για να τα φτάσουμε –εφόσον από τη στιγμή που θέλουμε, μπορούμε».

Ένα πρόσφατο παράδειγμα της επιθυμίας να τελειώνουμε με την ανθρωπότητα μας παρέχεται από τον Μισέλ Ουελμπέκ. Στο best-seller του με τίτλο Τα στοιχειώδη σωματίδια (1998), η ανθρωπότητα περιγράφεται αναδρομικά από έναν μετά-ανθρώπινο αφηγητή ως το είδος «που, για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τη δυνατότητα της ίδιας του της υπέρβασης και που, λίγα χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να βάλει σ’ εφαρμογή αυτή την υπέρβαση»[22]:

[...] η ανθρωπότητα όφειλε να εξαφανιστεί· η ανθρωπότητα όφειλε να παραχωρήσει τη θέση της σ’ ένα καινούργιο είδος, ασεξουαλικό και αθάνατο, που θα είχε υπερβεί την ατομικότητα, τον διαχωρισμό και το πεπρωμένο. [...] Έχοντας διαρρήξει τον καταγωγικό δεσμό που μας συνέδεε με την ανθρωπότητα, εμείς ζούμε. Σύμφωνα με την εκτίμηση των ανθρώπων, ζούμε ευτυχισμένοι. Κι είναι αλήθεια ότι έχουμε ξεπεράσει τις απροσπέλαστες για εκείνους δυνάμεις του εγωισμού, της βαναυσότητας και του θυμού. Ζούμε, όπως και να ‘χει, μια διαφορετική ζωή. [...] Στους ανθρώπους της αρχαίας φυλής, ο κόσμος μας μοιάζει παράδεισος[23].

[22] Μ. Ουελμπέκ, Τα στοιχειώδη σωματίδια, μτφρ. Α. Εμμανουήλ, Αθήνα, Εστία, 2000, σ. 419.

[23] Ό. π., σ. 409, 419.

telos eidous 17

Μπορεί βέβαια εδώ το θέμα να είναι η γενετική κι όχι η ηλεκτρονική, ωστόσο αυτό το κείμενο σχετίζεται στενά με τη Διακήρυξη της ανεξαρτησίας του κυβερνοχώρου, την οποία παραθέσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο[24]: σε αμφότερα τα κείμενα βρίσκουμε την ίδια προσδοκία λύτρωσης του σώματος από τους δεσμούς του, την ίδια ουτοπική λύση όλων των αντιφάσεων στον «παράδεισο» ενός ωκεάνιου αισθήματος νεοθρησκευτικού τύπου. Η μόνη διαφορά είναι πως ο ευγονιστής Ουελμπέκ τοποθετεί αυτή τη σημαντική πρόοδο στο προσεχές μέλλον, ενώ ο John Perry Barlow θεωρεί πως έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η υπέρβαση της ανθρωπότητας παίρνει πάντοτε για μοντέλο της τους «άφυλους και αθάνατους» αγγέλους[25]. Όπως και η κα Μιλιάτσιο, εγκαταλείπουμε κάθε προσπάθεια να επιλύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, θεωρώντας πως το βασικό πρόβλημα είναι η ίδια η ανθρωπότητα.

[24] Σ.τ.μ.: “A Declaration of the Independence of Cyberspace” (1996). Κείμενο του αμερικανού ποιητή, στιχουργού (πολλών τραγουδιών των Grateful Dead) και ακτιβιστή υπέρ της ελευθερίας του διαδικτύου -σε αναρχοφιλελεύθερα (libertarian) πλαίσια- John Perry Barlow, που συντάχθηκε ως απάντηση στην ψήφιση του “Telecommunications Act”, την ίδια χρονιά, του πρώτου νόμου του αμερικάνικου κράτους που προσπαθούσε να θέσει νομικές ρυθμίσεις στη λειτουργία του διαδικτύου.

[25] Βλ. σχετικά με αυτό το ζήτημα το βιβλίο του A. Buisine, L’Ange et la Souris, Ονφλέρ, Zulma, 1997.

Πηγή: https://protagma.files.wordpress.com/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ