Menu
23 / 02 / 2018 - 06:32 am
A Site By Your Side
A+ A A-

telos eidous 1

Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό*

Mετάφραση: Ν. Μάλλιαρης

Αν η ανάμνηση και η γνώση του παρελθό-
ντος καθοδηγούν το παρόν και μας προειδοποιούν
για τα μελλούμενα, υπάρχει ο φόβος μήπως, αγ-
γίζοντας η ισχύς, η σοφία, η πειθαρχία, τα βιβλία,
η επινοητικότητα, τα δημιουργήματα κι η γνώση
του κόσμου έναν τέτοιο βαθμό τελειότητας, έρθει
κάποτε η πτώση τους, όπως συνέβη στο παρελθόν,
και εξαφανιστούν· και διαδεχτούν την τάξη και την
τελειότητα της σήμερον η σύγχυση, τα πολιτισμένα
ήθη η αγαρμποσύνη, τη γνώση η άγνοια, την εκλέ-
πτυνση η βαρβαρότητα. [...] Ακούω ήδη την αντά-
ρα των μελλοντικών πολέμων, εμφύλιων και μεταξύ
κρατών, όλων εναντίον όλων· βλέπω να έρχονται
διασπάσεις και αιρέσεις που θα μολύνουν ό,τι θείο
κι ανθρώπινο βρουν στο διάβα τους, λιμούς κι επι-
δημίες να απειλούν τους θνητούς· κι αφού η φυσική
τάξη, δηλαδή οι ουράνιες κινήσεις κι η συνάρτηση
των στοιχείων, καταλυθεί, βλέπω να έρχονται όχι
μόνο κατακλυσμοί αλλά και υπερβολική ζέστη και
βιαιότατοι σεισμοί· και το σύμπαν να πλησιάζει στο
τέλος του, εξ’ αιτίας όλης αυτής της αποδιοργά-
νωσης, επιφέροντας τη σύγχυση όλων των πραγ-
μάτων κι επαναφέροντάς τα στο αρχικό τους χάος.

LOYS LE ROY, De la vicissitude ou variété
des choses en l’univers, 1575

Μέσα στα πλαίσια της γενικής καταστροφής όλων των συνθηκών που θα μπορούσαν να κάνουν επιτέλους δυνατή, για τα άτομα που αποτελούν την ανθρωπότητα, μια ζωή άξια να τη ζει κανείς, η νεοτεχνολογία συνιστά ταυτόχρονα φορέα και επιταχυντή μιας τετραπλής διαδικασίας κατάρρευσης: 1ον του χρόνου ή της διάρκειας, προς όφελος ενός αιώνιου παρόντος· 2ον του χώρου, προς όφελος μιας ψευδαίσθησης πανταχού παρουσίας· 3ον του λόγου [raison], ο οποίος συγχέεται πλέον με την υπολογιστική ικανότητα· 4ον της ίδιας, τελικά, της ιδέας της ανθρωπότητας.

Εντούτοις καμιά από τις πτυχές αυτής της τετραπλής διαδικασίας δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη νεοτεχνολογία, καθώς η τελευταία απλώς πραγματοποιεί τις υποσχέσεις της τεχνολογικής εποχής[1]. Ας δούμε λίγο λεπτομερέστερα με ποιον τρόπο.

[1] Σ.τ.μ.: Ο συγγραφέας ορίζει ως εξής τη σχέση μεταξύ τεχνολογικής εποχής και νεοτεχνολογίας: «Η τεχνολογία μας οδήγησε σχεδόν ανεπαίσθητα στη νεοτεχνολογία. Η νεοτεχνολογία είναι μια μεταμόρφωση της τεχνολογίας, που θεμελιώνεται (σε ιδεολογικό επίπεδο) στην πληροφορική και (σε πρακτικό επίπεδο) στη μαθηματική θεωρία της επικοινωνίας. Στηρίζεται στην κωδικοποίηση των πληροφοριών σε ψηφιακή μορφή κι έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό το γεγονός πως δεν αποτελεί μέσο για κανέναν άλλο σκοπό πέραν του ίδιου της του εαυτού: η “μετάδοση πληροφοριών” για την οποία πρόκειται δεν είναι μετάδοση κάποιου πράγματος, αλλά μετάδοση της μετάδοσης –επιβεβαίωση ότι υφίσταται μια διαδικασία μετάδοσης, ότι υπάρχει ένας πομπός κι ένας δέκτης, δίχως άλλο σκοπό έξω από το να “επικοινωνούν”. [...]

«Ζήσε τη στιγμή»: αυτό το μήνυμα που ανάρτησε υπό μορφή φωτεινής επιγραφής η Coca-Cola, το καλοκαίρι του 2000, σε όλα τα μηχανήματα αυτόματης πώλησης αναψυκτικών στους σταθμούς του παρισινού μετρό, συνιστά την πραγματική επιταγή της εποχής μας. Πρόκειται για κατά λέξη μετάφραση (ακούσια, δίχως αμφιβολία) του carpe diem[2] του Οράτιου, κατ’ εξοχήν κλασικής αναφοράς, που μας παραπέμπει σε μια εποχή όπου οι μαθητές, «θρεμμένοι με ελληνικά και λατινικά, πέθαιναν της πείνας»[3]. Αυτό όμως που αρχικά αποτελούσε τη βάση της συμβουλής ενός επικούρειου ποιητή προς τους πλούσιους εμπόρους και τους μορφωμένους Ρωμαίους της εποχής του, έχει πλέον μετατραπεί σε μια επιδέξια σαδιστική προσταγή: πώς θα μπορούσαν οι χλωμιασμένοι νεκροζώντανοι που περιφέρονται αγκομαχώντας στους διαδρόμους του παρισινού μετρό μες στον Αύγουστο να «ζήσουν» οτιδήποτε; Το μόνο που περιμένουμε από αυτούς είναι η αγοραστική τους ορμή. Το συγκεκριμένο σύνθημα συμπυκνώνει απόλυτα το πνεύμα μιας εποχής κατά την οποία οι μπουχτισμένοι σκλάβοι της υπερνεοτερικότητας φτάνουν στα άκρα -οδηγώντας αντίθετα στον αυτοκινητόδρομο για παράδειγμα-, σε αναζήτηση του εκστατικού crash που θα τους επιτρέψει εν τέλει να νιώσουν πως υπάρχουν. Ο πολλαπλασιασμός των παροξυστικών καταστάσεων και των «επικίνδυνων» συμπεριφορών, από τα gang bang[4] ως το μπάντζι τζάμπινγκ, από την κατανάλωση ηρωίνης ή κρακ στις καταστάσεις παρατεταμένης αϋπνίας -για μέρες ολόκληρες, χάρις στις αμφεταμίνες-, συνιστά κυριολεκτική εφαρμογή του περίφημου υποκειμενίστικου συνθήματος: «Ζήσε δίχως νεκρό χρόνο, απόλαυσε δίχως φραγμούς»[5].

[2] Σ.τ.μ.: Άδραξε τη μέρα στα λατινικά. Φράση από τον τελευταίο στίχο του ενδέκατου ποιήματος του πρώτου βιβλίου των Οδών του Οράτιου (23 π.Χ.).

[3] Σ.τ.μ.: Αναφορά στην περίφημη αφιέρωση που ο Κομμουνάρος συγγραφέας και σοσιαλιστής επαναστάτης, Jules Vallès προτάσσει στον δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφικής μυθιστορηματικής του τριλογίας, Jacques Vingtras, με τίτλο Le Bachelier (1881). Εκεί ο συγγραφέας διηγείται, μεταξύ άλλων, τις δυσκολίες του να πάρει το απολυτήριό του και να γίνει δεκτός στη Φιλοσοφική Σχολή.

[4] Σ.τ.μ.: ομαδικό σεξ, «παρτούζα» στην πορνογραφική αργκό.

[5] Σ.τ.μ.: περίφημο καταστασιακό σύνθημα της δεκαετίας του '60, που έγινε διάσημο κατά τη διάρκεια του Μάη του '68. Φιγουράρει στην κατακλείδα της καταστασιακής μπροσούρας (γραμμένης από τον Μουσταφά Καγιατί), «Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων» (1966 –ελληνική μετάφραση από τις εκδ. Ελεύθερος Τύπος).

telos eidous 2

Όμως «να ζούμε τη στιγμή» σημαίνει επίσης να βυθιζόμαστε στον ρου της στιγμιαίας επικοινωνίας σε «πραγματικό χρόνο» με τη μεσολάβηση διασυνδεδεμένων υπολογιστών. Ό,τι δεν παίρνει μέρος σε αυτό το διαρκές happening, όπου τα «φόρουμ συζητήσεων» διαδέχονται τα personal reality shows υπό συνεχή βιντεοσκόπηση, θεωρείται ως μη γενόμενο. Όντας πλέον «διαδραστικοί», οι θεατές καλούνται να διασκεδάσουν με την ίδια τους την αλλοτρίωση. (Εξού και το κεντρικό σύνθημα μιας πρόσφατης καμπάνιας ενάντια στην τηλεόραση και υπέρ του διαδικτύου: «γίνετε οι ηθοποιοί της ίδιας σας της ζωής».)

Η new age ιδεολογία -που χρωστά την επιτυχία της, ακριβώς όπως ο χριστιανισμός κι οι ανατολικές θρησκείες, στη θετική αξιολόγηση της παραίτησης ως μορφής «αυτοπραγμάτωσης»- μας λέει ακριβώς το ίδιο:

Οι διάφορες χιλιετίες δεν είναι παρά καρπός της ανθρώπινης φαντασίας· στην πραγματικότητα ο κόσμος υπάρχει μόνο στο παρόν –το αιώνιο σήμερα ως φιγούρα της αιωνιότητας, ως κοινό σύμπαν που πρέπει εμείς να κατοικίσουμε, δηλαδή να μοιραστούμε και να αγαπήσουμε προκειμένου να το κάνουμε δικό μας[6].

[6] Αυτό το κείμενο φιγουράρει στο οπισθόφυλλο ενός συλλογικού έργου που κυκλοφόρησε το 2000 στη σειρά «Spiritualités» («Πνευματικότητες») των εκδόσεων Albin Michel (D’un millénaire à l’autre: la grande mutation [Από τη μια χιλιετία στην άλλη: η μεγάλη μετάλλαξη]), με τη συμμετοχή -μεταξύ άλλων «γνωστών συγγραφέων»- των: Ζαν Μποντριγιάρ, André Compte-Sponville, Thierry Gaudin, Ζακ Λακαριέρ και Εντγκάρ Μορέν. Προσθέστε και τον Πάολο Κοέλιο κι έχετε σχεδόν ολόκληρη τη γκάμα των παραμυθατζήδων που μας προσκαλούν να «καλωσορίσουμε μια νέα εποχή εμπιστοσύνης και διαύγειας».

Σήμερα, δηλαδή, ο υποτιθέμενα πραγματικός χρόνος δεν είναι ο χρόνος αλλά η απουσία του, η αναγωγή του σε μια σχεδόν απόλυτη στιγμιότητα. Αυτό που μέσα σε αυτά τα πλαίσια χαρακτηρίζεται, ψευδώς, ως χρόνος, είναι στην πραγματικότητα το ακριβές αντίθετο της διάρκειας, αυτού του χρόνου που, με άλλα λόγια, ο Καντ αποκαλούσε «μορφή του εσωτερικού νοήματος, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης»[7]. Ακριβώς όμως το αποτέλεσμα αυτής της μάχης ενάντια στη διάρκεια, ενάντια στον ανθρώπινο χρόνο, συνιστά το διακριτικό γνώρισμα των βιομηχανικών κοινωνιών, μέσα στις οποίες ό,τι απαιτεί τον ελάχιστο παραπάνω χρόνο συνιστά εξ ορισμού χάσιμο χρόνου. Δεδομένου άλλωστε πως, όπως όλοι ξέρουμε, ο τελευταίος είναι χρήμα, η αναζήτηση της μέγιστης αποδοτικότητας επιβάλλει το νόμο του just in time: στη διατροφή (γεύματα του λεπτού), στις μετακινήσεις (ταξίδια-εξπρές), στην επικοινωνία (μετάδοση των πληροφοριών σε υψηλές ταχύτητες) κ.λπ.[8]. Ως αντιστάθμισμα, η επιμήκυνση του «ελεύθερου χρόνου» -δηλαδή των διαλειμμάτων που αφιερώνουμε στη σπατάλη του χρήματος που θα έχουμε καταφέρει να κερδίσουμε δουλεύοντας σε φουλ ρυθμούς- θα αφιερωθεί στην όσο το δυνατόν πιο μακροχρόνια καταβύθισή μας στην επικοινωνία «σε πραγματικό χρόνο». Γεγονός που ουσιαστικά συνεπάγεται ότι δε βγαίνουμε ποτέ από τον κύκλο του νεοτεχνολογικού καθορισμού [conditionnement] μας (ο οποίος, βέβαια, είναι παράλληλα και εμπορευματικός, εφόσον η νεοτεχνολογία είναι ένα σύστημα ταυτοχρόνως τεχνικό και οικονομικό).

[7] Σ.τ.μ.: Σύμφωνα με τη γνωσιοθεωρία του Καντ (την οποία βρίσκουμε στην Κριτική του καθαρού λόγου [1781]), ο χρόνος και ο χώρος συνιστούν τις a priori «μορφές εποπτείας» που το ανθρώπινο υποκείμενο διαθέτει εγγενώς και οι οποίες, μαζί με τις δώδεκα «κατηγορίες», του επιτρέπουν να δίνει μορφή στα εξωτερικά δεδομένα που αντλεί μέσω της εμπειρίας και των αισθήσεων, προκειμένου να νοεί τον εξωτερικό κόσμο. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον χρόνο, αυτός συνιστά, ως μορφή εποπτείας, τη συνεκτική αρχή του ίδιου του υποκειμένου, δίχως την οποία δεν μπορεί να έχει αίσθηση και συνείδηση της ίδιας του της ύπαρξης.

[8] Σ.τ.μ.: Just in time αποκαλείται το σύστημα οργάνωσης της παραγωγής που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στα εργοστάσια της Toyota στην Ιαπωνία. Ο λεγόμενος τογιοτισμός είναι ένα σύστημα εργοστασιακής οργάνωσης που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας να ξεπεραστούν ορισμένες σπατάλες, σε χρόνο και πόρους, που η αντιπροσωπία διευθυντών της Τογιότα παρατήρησε στα εργοστάσια Ford, όταν επισκέφτηκε τις ΗΠΑ, τη δεκαετία του ‘50. Βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος just in time είναι η προσπάθεια να μειώνεται, όσο το δυνατόν περισσότερο, η παραμονή των εξαρτημάτων ή των προϊόντων μέσα στα διάφορα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας (όπως, π.χ., το στοκάρισμα των προμηθειών μέσα στο εργοστάσιο). Έτσι η παραγωγή ολοκληρώνεται αμέσως πριν τη διάθεση του προϊόντος: «πάνω στην ώρα».

telos eidous 4

Η κατάρρευση του χρόνου συνοδεύεται, προφανώς, από αυτήν της μνήμης (όσες τσίχλες κι αν μασήσουμε![9]). Με σημείο αναφοράς τον πραγματικό χρόνο, ένας χρόνος έχει γίνει πλέον ολόκληρος αιώνας. Μας χρειάζεται, πλέον, η προσφυγή στις υπηρεσίες ενός επαγγελματία ιστορικού για να θυμηθούμε με τι έμοιαζε ο κόσμος πριν από έξι μήνες, τη στιγμή που ο προκάτοχός του των προηγούμενων δεκαετιών χάνεται στην ομίχλη ενός οιονεί θρυλικού παρελθόντος:

[9] Σ.τ.μ.: αναφορά του συγγραφέα σε ιατρικό άρθρο που σχολίασε σε προηγούμενο κεφάλαιο του βιβλίου, σύμφωνα με το οποίο το μάσημα ενδυναμώνει τη μνήμη μας.

«Συνεπώς το εγκυκλοπαιδικό λεξικό τσέπης Petit Larousse του 1979 είναι ο μοναδικός μάρτυρας μιας περασμένης εποχής, ενός τεχνολογικού Μεσαίωνα ανησυχητικά κοντινού σε εμάς, οπότε και υπήρχαν ακόμη τηλεφωνικοί θάλαμοι (που λειτουργούσαν μάλιστα με κέρματα κι όχι με τηλεκάρτα), στενοδακτυλογράφοι και συσκευές τηλεόρασης δίχως τηλεχειριστήριο, τα προγράμματα των οποίων τελείωναν όλα στις 11 το βράδυ» (A. Le Diberder, Histoire d’@. L’abécédaire du cyber, Παρίσι, La Découverte, 2000)

Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένας τομέας όπου η συντομία λογίζεται περισσότερο ως μειονέκτημα παρά ως πλεονέκτημα: η διάρκεια της ζωής. Ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον φυσικό τέλος της ζωής, αλλά ένα σκάνδαλο, μια παραβίαση κάποιου είδους «δικαιώματος» των ανθρώπινων όντων σε μια ζωή όσο το δυνατόν πιο μακροσκελή. Ο πρώτος τυχαίος ηλίθιος –εν προκειμένω κάποιος Danny Hills, ειδικός της «τεχνητής νοημοσύνης» και ιδρυτικό μέλος της Thinking Machines Corporation- μπορεί να διακηρύττει με ενθουσιασμό: «αγαπώ το σώμα μου, όπως όλος ο κόσμος, αλλά αν ένα σώμα από σιλικόνη μου επέτρεπε να ζήσω μέχρι τα διακόσια, θα έλεγα ναι».

Σίγουρα η ανθρωπότητα ονειρευόταν πάντοτε να ανακαλύψει το ελιξίριο της νεότητας. Ωστόσο, σήμερα που η διάρκεια της ζωής ορισμένων κατηγοριών του παγκόσμιου πληθυσμού επιμηκύνεται σημαντικά[10], θα μπορούσαμε άραγε να υποστηρίξουμε -αν δεν πιστεύουμε, όπως οι βιολόγοι, ότι για να πούμε πως ένας οργανισμός «ζει», αρκεί να διασφαλίζονται απλώς οι μεταβολικές του λειτουργίες- ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που επιβιώνουν για πολύ περισσότερο καιρό από ό,τι στο παρελθόν, ζουν πραγματικά; Υπήρχε μια εποχή κατά την οποία μπορούσαμε να λέμε μαζί με τον Αριστοτέλη πως μονάχα μετά το θάνατο ενός ατόμου είναι δυνατό να αποτιμήσουμε τη ζωή του: μονάχα, δηλαδή, «σε μια ζωή ολοκληρωμένη, που έχει φτάσει στο τέλος της, καθώς ένα μόνο χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη, ούτε καν μια μόνο μέρα. Κι αντίστοιχα, η μακαριότητα κι η ευτυχία δεν έρχονται μέσα σε μια μέρα ή έστω σε κάποιο ανάλογο σύντομο χρονικό διάστημα» (Ηθικά Νικομάχεια, 1098a). Πώς αλλιώς όμως θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μια ζωή εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στο να «ζει το παρόν» παρά ως στερούμενη κάθε αξίας; Ποια εμπειρία ζωής κληροδοτούν στους απογόνους τους (αν έχουν) ή στις επόμενες γενιές όλοι αυτοί οι ενενηντάρηδες, όλοι αυτοί οι αιωνόβιοι που τους παρουσιάζουμε σαν αξιοθέατα τη μέρα των γενεθλίων τους;

[10] Για άλλες κατηγορίες βέβαια δεν προβλέπεται ακόμα τέτοια «πρόοδος», ενώ δεν αναφερόμαστε καν στο γεγονός πως σε πολλές περιοχές του πλανήτη (υποσαχάρια Αφρική, Ρωσία κ.λπ.) το προσδόκιμο της ζωής κατά τη γέννηση μειώνεται -κάτι που δείχνει πως τίποτε δεν είναι ποτέ δεδομένο και πως καμιά πρόοδος δεν είναι μη αναστρέψιμη.

telos eidous 5

Πρόσφατα διεξήχθη ένα εργαστηριακό πείραμα πάνω στην επιμήκυνση της ζωής με τη χρήση γενετικώς τροποποιημένων ποντικιών. Τα αποτελέσματά του, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature το Νοέμβριο του 1999, είναι τα εξής:

[...] για πρώτη φορά σε ένα θηλαστικό ένα γονίδιο, το ονομαζόμενο p66, δείχνει να εμπλέκεται άμεσα στη διαδικασία της γήρανσης. Για την εξήγηση της τελευταίας, μια από τις σύγχρονες θεωρίες αναφέρεται στο οξειδωτικό στρες, δηλαδή στις κυτταρικές βλάβες που προκαλούνται από τις ελεύθερες χημικές ρίζες, τα τοξικά μόρια που προέρχονται από το οξυγόνο. Η βασική ιδέα της Enrica Migliaccio και της ομάδας της ήταν να μελετήσουν το ρόλο του p66 κατά την αντίδραση του οργανισμού σε αυτό το οξειδωτικό στρες: οι ερευνητές παρατήρησαν τότε ότι η πρωτεΐνη p66 είναι τροποποιημένη. Για να μάθουν περισσότερα σχετικά με αυτό το φαινόμενο, παρασκεύασαν γενετικώς τροποποιημένα ποντίκια, τα λεγόμενα knock-out, στα οποία το γονίδιο p66 απενεργοποιήθηκε. Στη συνέχεια μελέτησαν τη δράση παραγόντων ικανών να προκαλέσουν βλάβες στο DNA των κυττάρων αυτών των ποντικιών, μέσω ενός οξειδωτικού στρες (έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία και υπεροξείδιο του υδρογόνου [οξυζενέ]). Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: ενώ τα κύτταρα των κανονικών ποντικιών πεθαίνουν όταν έρθουν σε επαφή με το οξυζενέ, τα κύτταρα που δεν εκφράζουν πια το p66 επιβιώνουν του στρες. Μάλιστα η προστατευτική αυτή επίπτωση παρατηρείται και in vivo. Δεδομένου επιπλέον ότι ένας υψηλός βαθμός ανθεκτικότητας στις εξωτερικές επιθέσεις θεωρείται, γενικώς, σύστοιχο της αύξησης του προσδόκιμου της ζωής, οι ερευνητές θέλησαν να μάθουν την επίδραση της μετάλλαξης στη μακροβιότητα των ποντικιών τους. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: τα μεταλλαγμένα ποντίκια ζουν κατά μέσον όρο 30% περισσότερο από τα άγρια ζώα.
[...]. Η τροποποίηση του p66 δε φαίνεται να έχει σοβαρές βιολογικές επιπτώσεις.
[...] Οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι το p66 ασκεί, σε κανονικό χρόνο, μια παρεμπόδιση στους μηχανισμούς επανόρθωσης του DNA. Η τροποποίηση του γονιδίου p66 θα μπορούσε κατά συνέπεια να επιτρέψει στα κύτταρα να επισκευάζουν διαρκώς το DNA τους, άρα και στα ποντίκια να ζουν περισσότερο.

telos eidous 6

Αυτό που συγκράτησαν οι εφημερίδες από όλα αυτά είναι μόνο η «εξαιρετική μακροβιότητα» (η Figaro) των ποντικιών «που ζουν περισσότερο» (η Le Monde) «μια μακρά ζωή δίχως γονίδιο» (η Libération). Σε ό,τι μας αφορά, δύο άλλες πτυχές της έρευνας αυτής μας φαίνονται πολύ πιο σημαντικές:

1) Η εν λόγω έρευνα δεν πραγματεύεται μόνο τη μακροβιότητα αλλά και την αντοχή στο στρες, δηλαδή την προσαρμογή στις οχλήσεις.
Ας προβάλουμε στο ανθρώπινο είδος αυτό που μόλις ειπώθηκε σχετικά με τα ποντίκια. Ο μεγαλύτερος αριθμός των ανθρώπινων όντων προσαρμόζονται αρκετά εύκολα ακόμα και στο χειρότερο (αρκεί να διαβάσουμε το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι [1947][11] για να πεισθούμε σχετικά). Υπό κανονικές συνθήκες αντιστεκόμαστε σχετικά καλά, γιατί είμαστε εξοικειωμένοι –πρόκειται για τη διαδικασία που αποκαλείται «μυθριδατοποίηση»- με επίπεδα μόλυνσης τα οποία θα σκότωναν κατά πάσα πιθανότητα μέσα σε λίγες μέρες έναν άνθρωπο του 15ου αιώνα που θα αναγκαζόταν βιαίως να τις υποστεί· ενώ με ανάλογο, φυσικά, τρόπο θα αρρωσταίναμε κι εμείς δίχως αμφιβολία, αν έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ξαφνικά τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούσε εκείνος. Όμως οι οχλήσεις αυξάνονται με έναν τόσο ξέφρενο ρυθμό που η μυθριδατοποίηση (η οποία, όπως κάθε άλλη διαδικασία εξοικείωσης, οφείλει να προχωρά σταδιακά και απαιτεί ως εκ τούτου μια ορισμένη διάρκεια) δεν ακολουθεί πια τις εξελίξεις. Το αποτέλεσμα είναι πως το ζωτικό περιβάλλον μετατρέπεται γρήγορα σε περιβάλλον θανατηφόρο. Η κα Μιλιάτσιο βρήκε τη σωστή άμυνα: αντί να προσπαθήσουμε να δράσουμε επί του περιβάλλοντος που προκαλεί το «στρες», προκειμένου να το επαναφέρουμε σε συνθήκες λιγότερο επιβλαβείς για τα άτομα, αρκεί να επέμβουμε στα τελευταία και να τροποποιήσουμε τα γονίδιά τους, με σκοπό να τα προσαρμόσουμε σε ένα περιβάλλον που θα έχει πλέον, χάρις σε αυτήν την τροποποίηση, πάψει να παράγει στρες και ως εκ τούτου να είναι επιβλαβές. Ο γενετικά τροποποιημένος άνθρωπος θα μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να ζει «30% περισσότερο», δίχως να χρειάζεται να πάψει να υφίσταται έναν διαρκή βομβαρδισμό από ραδιενεργά σωματίδια μέσα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη διοξείδιο θείου, αζώτου και άνθρακα, όπως η σημερινή.

[11] Σ.τ.μ.: ελληνική μετάφραση από τις εκδ. Άγρα, Αθήνα, 2009.

telos eidous 7

2) Δεδομένου πως το υπό συζήτηση γονίδιο («p66») φαίνεται να στερείται κάθε χρησιμότητας, έχοντας μόνο ανασταλτικές λειτουργίες, η τροποποίησή του δε θα είχε «σοβαρές βιολογικές επιπτώσεις». Το να μην αντιλαμβανόμαστε όμως πλέον μια όχληση ως τέτοια, χάρις στην «ανθεκτικότητα στο στρες» -το να προσαρμοζόμαστε για παράδειγμα στο διαολεμένο σαματά που βασιλεύει στις πόλεις και όλους τους δημόσιους χώρους· να βρίσκουμε ότι μια Pizza Hut δεν είναι και τόσο κακή· να μην πανικοβαλλόμαστε όταν βρισκόμαστε παγιδευμένοι στο μποτιλιάρισμα, κάτω απ’ τον ήλιο στον περιφερειακό αυτοκινητόδρομο του Παρισιού· να παραμένουμε ευδιάθετοι και χαμογελαστοί ενώ έχουμε δει κάποιον να αυτοκτονεί στο μετρό-, μια τέτοια εξέλιξη θα σηματοδοτούσε την απώλεια της ικανότητας να κρίνουμε και άρα να σκεφτόμαστε. Φυσικά δεν πρόκειται για κάποια «σοβαρή βιολογική επίπτωση», μιας και μια τέτοια εξέλιξη δεν επηρεάζει την ομαλή λειτουργία των βασικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα με τη διασφάλιση των μεταβολικών διαδικασιών· είναι όμως, αναμφίβολα, μια σοβαρή ψυχολογική επίπτωση. Προκειμένου για τα ποντίκια αυτό δε φαίνεται να έχει συνέπειες. Όμως, σε αντίθεση με τα ποντίκια, τα ανθρώπινα όντα υποτίθεται πως σκέφτονται. Δεδομένου, σε κάθε περίπτωση, ότι η απώλεια της ικανότητας να κρίνουμε από μόνοι μας ήδη χαρακτηρίζει εμφανέστατα το μεγαλύτερο μέρος των συγχρόνων μας, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι μια πιθανή γενετική τους μετάλλαξη δε θα άλλαζε πολλά πράγματα στη ζωή τους: μόνο πλεονεκτήματα θα έβρισκαν σε μια τέτοια αλλαγή και κανένα μειονέκτημα[12].

[12] Ως συνήθως, όμως, μόνο αφότου θα έχουμε «αδρανοποιήσει» τη γέννηση αυτών των, όχι μόνο άχρηστων μα και βλαβερών, ανθρώπινων γονιδίων, θα αντιληφθούμε ότι είχαν εν τέλει κι άλλη μια λειτουργία, που είχαμε παραβλέψει και που ενδεχομένως να εμποδίζει τους γενετικά τροποποιημένους juniors να απολαύσουν πλήρως το επιπλέον 30% της μακροζωίας τους.

telos eidous 8

Δε γνωρίζουμε αν η κα Μιλιάτσιο είχε διαβάσει, όταν ήταν νέα, την έκθεση που μια ερευνητική ομάδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας είχε δημοσιεύσει το 1958, σχετικά με τα «ζητήματα ψυχικής υγείας που εγείρει η χρήση της ατομικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς». Η εν λόγω έκθεση καταδείκνυε ότι

από την οπτική της Ψυχικής Υγείας, η πιο ικανοποιητική λύση για το μέλλον των ειρηνικών χρήσεων [της ατομικής ενέργειας] θα ήταν η εμφάνιση μιας νέας γενιάς ανθρώπων που θα είχε μάθει να προσαρμόζεται σε μια σχετική άγνοια και αβεβαιότητα.

Όπως διαπιστώνουμε καθημερινά, αυτή η νέα γενιά είναι ήδη εδώ και τα γενετικώς τροποποιημένα ποντίκια της κας Μιλιάτσιο θα συνεισφέρουν στην τελειοποίηση της άγνοιας και της αβεβαιότητας αυτών που θα τη διαδεχτούν. Σε ένα γενικότερο επίπεδο οι έρευνες στον τομέα της γενετικής μηχανικής, είτε έχουν ως αντικείμενό τους τα ποντίκια είτε τις μύγες και τις πατάτες, τείνουν όλες τους -πέραν της εξυπηρέτησης των άμεσων βιομηχανικών και εμπορικών συμφερόντων- προς έναν ευγονικό σκοπό, ο οποίος συνιστά τη διαρκή και όλο και λιγότερο κρυφή ενασχόληση των γενετιστών: εξάλειψη των ατελειών και βελτίωση του ανθρώπινου οργανισμού στο όνομα φαινομενικά κοινώς αποδεκτών στόχων (εξαφάνιση των ασθενειών, επιμήκυνση της ζωής κ.λπ.). Ε λοιπόν, όχι, δεν επιθυμούμε την επιμήκυνση της ζωής μας με τέτοιες μεθόδους, ακριβώς όπως δε θα θέλαμε για τίποτε στον κόσμο να ζήσουμε διακόσια χρόνια μέσα σ’ ένα κουφάρι από σιλικόνη (αν ποτέ κάτι τέτοιο ήταν δυνατό).

* J.-M. Mandosio, «Fin du genre humain?». Πρόκειται για το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του συγγραφέα, Après l’effondrement. Notes sur l’utopie néotechnologique [Μετά την κατάρρευση. Σημειώσεις για τη νεοτεχνολογική ουτοπία], Παρίσι, Editions de l’Éncyclopédie des Nuisances, 2000, σσ. 167-212. Εδώ δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος του κειμένου· η συνέχεια θα δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του περιοδικού.

Πηγή: https://protagma.files.wordpress.com/

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΣ

ΥΓΕΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ